Άννας Αγγελοπούλου Ιστολόγιο Χάριν Λόγου και Τέχνης, Χάριν Φίλων

"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.
Το βρήκα γραμμένο σ᾽ένα ξεχασμένο λεύκωμα της μητέρας μου. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 τέτοια αποφθέγματα σημείωναν οι μικρές μαθήτριες...
Γιατί θέλω ένα ιστολόγιο; Γιατί η ανάγκη μιας τέτοιου είδους επικοινωνίας;
Θα πω μόνο ότι στην αρχή σκέφτηκα να είναι ένα ιστολόγιο που να απευθύνεται στους συναδέλφους μου, δηλαδή μόνο σε φιλολόγους... "Χάριν φίλων" του λόγου, δηλαδή. Στη συνέχεια σκέφτηκα να είναι και "χάριν φίλων" της τέχνης. Τελικά, όμως, αποφάσισα να απευθύνεται και σε πολλούς άλλους: στους πρώην και επόμενους μαθητές μου, σε όσους αγαπούν να ονειρεύονται, σε όσους πιστεύουν ακόμα στο όραμα της παιδείας, σε όσους επέλεξαν να είναι εκπαιδευτικοί από αγάπη, σε όσους αγαπούν να ταξιδεύουν, και κυρίως σε όσους αγαπούν την ανάγνωση ή μάλλον τις αναγνώσεις...σε όσους παντού και πάντα θα διαβάζουν...θα διαβάζουν κείμενα στα βιβλία, κείμενα στις εικόνες, κείμενα στα πρόσωπα των ανθρώπων... Άλλωστε, η ανάγνωση είναι ταξίδι, όχι ένα αλλά πολλά ταξίδια...
Τελικά, το ιστολόγιο αυτό απευθύνεται στα αγαπημένα πρόσωπα της ζωής μας... Απευθύνεται ακόμα σε φίλους, γνωστούς και άγνωστους, σε πρόσωπα που συνάντησα, συναντώ καθημερινά, θα συναντήσω στο μέλλον ή που δε θα συναντήσω ποτέ.
Καλά ταξίδια, λοιπόν, με βιβλία, εικόνες, μουσικές και κυρίως με όνειρα!


Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Χριστουγεννιάτικα διηγήματα: Aλ. Παπαδιαμάντη, Η Σταχομαζώχτρα



Αλεξ. Παπαδιαμάντη, Η ΣΤΑΧΟΜΑΖΩΧΤΡΑ

(ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΝ ΔΙΗΓΗΜΑ)

 Η Σταχομαζώχτρα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου χριστουγεννιάτικα διηγήματα. Το έχω διαβάσει πολλές φορές στις διακοπές των Χριστουγέννων, όταν ήμουν μαθήτρια, και κάθε φορά με συγκινούσε η ιστορία.  Η κεντρική ηρωίδα του διηγήματος, η θεια-Aχτίτσα, είναι μία από τις εμβληματικές γυναικείες μορφές του Παπαδιαμάντη και της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Μία βασανισμένη από τη ζωή και χτυπημένη από τη μοίρα ηλικιωμένη φτωχή γυναίκα, η οποία, αφού έχασε τον άνδρα, τους δύο γιους και την κόρη της, είναι αναγκασμένη να ξενοδουλεύει για να αναθρέψει τα δύο ορφανά (από την κόρη της) εγγόνια. Έκανε διάφορες δουλειές στην ύπαιθρο...Για παράδειγμα, μάζευε ελιές, δούλευε στα αμπέλια, κ.ά. Το κυριότερο όμως εισόδημά της προερχόταν από το μάζεμα των κατάλοιπων στα σιταροχώραφα, ύστερα από το θερισμό. Από αυτά τα κατάλοιπα οι φτωχές γυναίκες, όπως η Αχτίτσα, εξοικονομούσαν το σιτάρι για το ψωμί όλης της χρονιάς. Κάθε Ιούνιο άφηνε τα εγγόνιά της στη συμπονετική γειτόνισσα και περνούσε με καράβι από το νησί της τη Θάσο στη Βόρ. Εύβοια, για να μαζέψει τα υπολείμματα από τα στάχυα των χωραφιών. Εκείνη, όμως, τη χρονιά, κάπου στα 187...που διαδραματίζεται η ιστορία του διηγήματος, έπεσε μεγάλη "αφορία" και στο σιτάρι και στις ελιές...Έτσι, όταν έφθασαν τα Χριστούγεννα, η θεια Αχτίτσα, δεν είχε χρήματα για να αγοράσει τα στοιχειώδη για τα εγγόνια της...Και ενώ η δυστυχία, από την ένδεια και τις ελλείψεις, επικρατεί στις καρδιές των ηρώων, γίνεται από τον αφηγητή την τελευταία στιγμή η ανατροπή...Έτσι, για να στείλει σ᾽όλους το ελπιδοφόρο μήνυμα ότι τα Χριστούγεννα μπορούν να φέρουν το καλό...Ο τρίτος γιος της Αχτίτσας, ο "χαραμοφάης",  ο οποίος είχε ξενιτευθεί στην Αμερική και τους είχε ξεχάσει, εμφανίζεται ως "από μηχανής Θεός"  να τους θυμάται και να στέλνει μία επιταγή που φθάνει την κατάλληλη στιγμή, την Παραμονή των Χριστουγέννων. Χάρη, λοιπόν, σ᾽αυτή την απροσδόκητη μεταστροφή της τύχης, η θεια Αχτίτσα και τα εγγόνια της πέρασαν Χαρούμενα Χριστούγεννα και Ευτυχισμένη Πρωτοχρονιά!

Fr. Millet, Οι σταχομαζώχτρες. 1857. Musée d' Orsay. Παρίσι.

   Μεγάλην ἐξέφρασεν ἔκπληξιν ἡ γειτόνισσα τὸ Ζερμπινιώ, ἰδοῦσα τῇ ἡμέρᾳ τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 187… τὴν θεια-Ἀχτίτσα φοροῦσαν καινουργῆ μανδήλαν, καὶ τὸν Γέρο καὶ τὴν Πατρώνα μὲ καθαρὰ ὑποκαμισάκια καὶ μὲ νέα πέδιλα.
Τοῦτο δὲ διότι ἦτο γνωστότατον ὅτι ἡ θεια-Ἀχτίτσα εἶχεν ἰδεῖ τὴν προῖκα τῆς κόρης της πωλουμένην ἐπὶ δημοπρασίας πρὸς πληρωμὴν τῶν χρεῶν ἀναξίου γαμβροῦ, διότι ἦτο ἔρημος καὶ χήρα καὶ διότι ἀνέτρεφε τὰ δύο ὀρφανὰ ἔγγονά της μετερχομένη ποικίλα ἐπαγγέλματα. Ἦτο (ἂς εἶναι μοναχή της!) ἀπ᾽ ἐκείνας ποὺ δὲν ἔχουν στὸν ἥλιο μοῖρα. Ἡ γειτόνισσα τὸ Ζερμπινιὼ ᾤκτειρε τὰς στερήσεις τῆς γραίας καὶ τῶν δύο ὀρφανῶν, ἀλλὰ μήπως ἦτο καὶ αὐτὴ πλουσία, διὰ νὰ ἔλθῃ αὐτοῖς ἀρωγὸς καὶ παρήγορος;
Εὐτυχὴς ὁ μακαρίτης, ὁ μπαρμπα-Μιχαλιός, ὅστις προηγήθη εἰς τὸν τάφον τῆς συμβίας Ἀχτίτσας, χωρὶς νὰ ἴδῃ τὰ δεινὰ τὰ ἐπικείμενα αὐτῇ μετὰ τὸν θάνατόν του. Ἦτο καλῆς ψυχῆς, ἂς εἶχε ζωή! ὁ συχωρεμένος. Τὰ δύο παιδιά, «τὰ ἀδιαφόρετα*», ὁ Γεώργης καὶ ὁ Βασίλης, ἐπνίγησαν βυθισθείσης τῆς βρατσέρας των τὸν χειμῶνα τοῦ ἔτους 186… Ἡ βρατσέρα ἐκείνη ἀπωλέσθη αὔτανδρος, τί φρίκη, τί καημός! Τέτοια τρομάρα καμμιᾶς καλῆς χριστιανῆς νὰ μὴν τῆς μέλλῃ.
Ὁ τρίτος ὁ γυιός της, ὁ σουρτούκης, τὸ χαμένο κορμί, ἐξενιτεύθη, καὶ εὑρίσκετο, ἔλεγαν, εἰς τὴν Ἀμερικήν. Πέτρα ἔρριξε πίσω του. Μήπως τὸν εἶδε; Μήπως τὸν ἤκουσεν; Ἄλλοι πάλιν πατριῶτες εἶπαν ὅτι ἐνυμφεύθη εἰς ἐκεῖνα τὰ χώματα, κ᾽ ἐπῆρε, λέει, μιὰ φράγκα. Μιὰ ᾽γγλεζοπούλα, ἕνα ξωθικό, ποὺ δὲν ἤξευρε νὰ μιλήσῃ ρωμέικα. Μὴ χειρότερα! Τί νὰ πῇ κανείς, ἠμπορεῖ νὰ καταρασθῇ τὸ παιδί του, τὰ σωθικά του, τὰ σπλάγχνα του;
Ἡ κόρη της ἀπέθανεν εἰς τὸν δεύτερον τοκετόν, ἀφεῖσα αὐτῇ τὰ δύο ὀρφανὰ κληρονομίαν. Ὁ πατεριασμένος* τους ἐζοῦσε ἀκόμα (ποὺ νὰ φτάσουν τὰ μαντᾶτα του, ὥρα τὴν ὥρα!), μὰ τί νοικοκύρης, τὸ πρόκοψε ἀλήθεια! Χαρτοπαίκτης, μέθυσος καὶ 〈μὲ〉 ἄλλας ἀρετὰς ἀκόμη. Εἶπαν πὼς ξαναπαντρεύτηκε ἀλλοῦ, διὰ νὰ πάρῃ καὶ ἄλλον κόσμον εἰς τὸν λαιμόν του, ὁ ἀσυνείδητος! Τέτοιοι ἄντρες!… Ἔκαμε δὰ κι αὐτὴ ἕνα γαμπρό, μὰ γαμπρὸ (τὸ λαμπρό* τ᾽ νὰ βγῇ!).
Τί νὰ κάμῃ, ἔβαλε τὰ δυνατά της, κ᾽ ἐπροσπαθοῦσε ὅπως-ὅπως νὰ ζήσῃ τὰ δύο ὀρφανά. Τί ἀξιολύπητα, τὰ καημένα! Κατὰ τὰς διαφόρους ὥρας τοῦ ἔτους, ἐβοτάνιζε, ἀργολογοῦσε*, ἐμάζωνε ἐλιές, ἐξενοδούλευε. Ἐμάζωνε κούμαρα καὶ τὰ ἔβγαζε ρακί. Μερικὰ στέμφυλα ἀπ᾽ ἐδῶ, καμπόσα βότσια ἀραβοσίτου ἀπ᾽ ἐκεῖ, ὅλα τὰ ἐχρησιμοποίει. Εἶτα κατὰ Ὀκτώβριον, ἅμα ἤνοιγαν τὰ ἐλαιοτριβεῖα, ἔπαιρνεν ἕνα εἶδος πῆχυν, ἓν πενηντάρι ἐκ λευκοσιδήρου, μίαν στάμναν μικράν, κ᾽ ἐγύριζεν εἰς τὰ ποτόκια*, ὅπου κατεστάλαζαν αἱ ὑποστάθμαι τοῦ ἐλαίου, κ᾽ ἐμάζωνε τὴν μούργα. Διὰ τῆς μεθόδου ταύτης ᾠκονόμει ὅλον τὸ ἐνιαύσιον ἔλαιον τοῦ λυχναρίου της.

V. Van Gogh, Ελαιώνας. 1889. National Gallery of Art. Washinghton.
Ἀλλὰ τὸ πρώτιστον εἰσόδημα τῆς θεια-Ἀχτίτσας προήρχετο ἐκ τοῦ σταχομαζώματος. Τὸν Ἰούνιον κατ᾽ ἔτος ἐπεβιβάζετο εἰς πλοῖον, ἔπλεεν ὑπερπόντιος καὶ διεπεραιοῦτο εἰς Εὔβοιαν. Περιεφρόνησε τὸ ὀνειδιστικὸν ἐπίθετον τῆς «καραβωμένης», ὅπερ ἐσφενδόνιζον ἄλλα γύναια κατ᾽ αὐτῆς, διότι ὄνειδος ἀκόμη ἐθεωρεῖτο τὸ νὰ πλέῃ γυνὴ εἰς τὰ πελάγη. Ἐκεῖ, μετ᾽ ἄλλων πτωχῶν γυναικῶν, ἠσχολεῖτο συλλέγουσα τοὺς ἀστάχυς, τοὺς πίπτοντας ἀπὸ τῶν δραγμάτων τῶν θεριστῶν, ἀπὸ τῶν φορτωμάτων καὶ κάρρων. Κατ᾽ ἔτος, οἱ χωρικοὶ τῆς Εὐβοίας καὶ τὰ χωριατόπουλα ἔρριπτον κατὰ πρόσωπον αὐτῶν τὸ σκῶμμα: «Νά! οἱ φ᾽στάνες! μᾶς ἦρθαν πάλιν οἱ φ᾽στάνες*!» Ἀλλ᾽ αὕτη ἔκυπτεν ὑπομονητική, σιωπηλή, συνέλεγε τὰ ψιχία ἐκεῖνα τῆς πλουσίας συγκομιδῆς τοῦ τόπου, ἀπήρτιζε τρεῖς ἢ τέσσαρας σάκκους, ὁλόκληρον ἐνιαυσίαν ἐσοδείαν δι᾽ ἑαυτὴν καὶ διὰ τὰ δύο ὀρφανά, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐμπιστευθῆ ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τὰς φροντίδας τῆς Ζερμπινιῶς, καὶ ἀποπλέουσα ἐπέστρεφεν εἰς τὸ παραθαλάσσιον χωρίον της.
*  *  *
Πλὴν ἐφέτος, δηλ. τὸ ἔτος ἐκεῖνο, ἀφορία εἶχε μαστίσει τὴν Εὔβοιαν. Ἀφορία εἰς τὸν ἐλαιῶνα τῆς μικρᾶς νήσου, ὅπου κατῴκει ἡ θεια-Ἀχτίτσα. Ἀφορία εἰς τὰς ἀμπέλους καὶ εἰς τοὺς ἀραβοσίτους, ἀφορία σχεδὸν καὶ εἰς αὐτὰ τὰ κούμαρα, ἀφορία πανταχοῦ.
Εἶτα, ἐπειδὴ οὐδὲν κακὸν ἔρχεται μόνον, βαρὺς χειμὼν ἐνέσκηψεν εἰς τὰ βορειότερα ἐκεῖνα μέρη. Ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου μηνός, χωρὶς σχεδὸν νὰ πνεύσῃ νότος καὶ νὰ πέσῃ βροχή, ἤρχισε νὰ χιονίζῃ. Μόλις ἔπαυεν εἷς νιφετὸς καὶ ἤρχιζεν ἄλλος. Ἐνίοτε ἔπνεε ξηρὸς βορρᾶς, σφίγγων ἔτι μᾶλλον τὰ χιόνια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔλυωναν εἰς τὰ βουνά. «Ἐπερίμεναν ἄλλα».
Ἡ γραῖα μόλις εἶχε προλάβει νὰ μεταφέρῃ ἐπὶ τῶν ὤμων της ἀπὸ τῶν φαράγγων καὶ δρυμῶν ἀγκαλίδας τινὰς ξηρῶν ξύλων, ὅσαι μόλις θὰ ἤρκουν διὰ δύο ἑβδομάδας ἢ τρεῖς, καὶ βαρὺς ὁ χειμὼν ἐπέπεσε. Περὶ τὰ μέσα Δεκεμβρίου μόλις ἐπῆλθε μικρὰ διακοπή, καὶ δειλαί τινες ἀκτῖνες ἡλίου ἐπεφάνησαν ἐπιχρυσοῦσαι τὰς ὑψηλοτέρας στέγας. Ἡ θεια-Ἀχτίτσα ἔτρεξεν εἰς τὰ «ὀρμάνια» ἵνα προλάβῃ καὶ εἰσκομίσῃ καυσόξυλά τινα. Τὴν ἐπαύριον ὁ χειμὼν κατέσκηψεν ἀγριώτερος. Μέχρι τῶν Χριστουγέννων οὐδεμία ἡμέρα εὔδιος, οὐδεμία γωνία οὐρανοῦ ὁρατή, οὐδεμία ἀκτὶς ἡλίου.
Κραταιὸς καὶ βαρύπνοος βορρᾶς, «χιονιστής», ἐφύσα κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἁγίας ἡμέρας. Αἱ στέγαι τῶν οἰκιῶν ἦσαν κατάφορτοι ἐκ σκληρυνθείσης χιόνος. Τὰ συνήθη παίγνια τῶν ὁδῶν καὶ τὰ χιονοβολήματα ἔπαυσαν. Ὁ χειμὼν ἐκεῖνος δὲν ἦτο φιλοπαίγμων. Ἀπὸ τῶν κεράμων τῶν στεγῶν ἐκρέμαντο ὡς ὥριμοι καρποὶ σπιθαμιαῖα κρύσταλλα, τὰ ὁποῖα οἱ μάγκαι τῆς γειτονιᾶς δὲν εἶχον πλέον ὄρεξιν νὰ τρώγουν.
Τὴν ἑσπέραν τῆς 23, ὁ Γέρος εἶχεν ἔλθει ἀπὸ τὸ σχολεῖον περιχαρής, διότι ἀπὸ τῆς αὔριον ἔπαυον τὰ μαθήματα. Πρὶν ξεκρεμάσῃ τὸν «φύλακα»* ἀπὸ τῆς μασχάλης του, ὁ Γέρος πεινασμένος ἤνοιξε τὸ δουλάπι, ἀλλ᾽ οὐδὲ ψωμὸν ἄρτου εὗρεν ἐκεῖ. Ἡ γραῖα εἶχεν ἐξέλθει, ἴσως πρὸς ζήτησιν ἄρτου. Ἡ ἀτυχὴς Πατρώνα ἐκάθητο ζαρωμένη πλησίον τῆς ἑστίας, ἀλλ᾽ ἡ ἑστία ἦτο σβεστή. Ἐσκάλιζε τὴν στάκτην, νομίζουσα ἐν τῇ παιδικῇ ἀφελείᾳ της (ἦτο μόλις τετραετές, τὸ πτωχὸν κοράσιον) ὅτι ἡ ἑστία εἶχε πάντοτε τὴν ἰδιότητα νὰ θερμαίνῃ, καὶ ἂς μὴ καίῃ. Ἀλλ᾽ ἡ στάκτη ἦτο ὑγρά. Σταλαγμοὶ ὕδατος, ἐκ χιόνος τακείσης ἴσως διά τινος λαθραίας καὶ παροδικῆς ἀκτῖνος ἡλίου, εἶχον ρεύσει διὰ τῆς καπνοδόχου. Ὁ Γέρος, ὅστις ἦτο ἑπταέτης μόλις, ἔτοιμος νὰ κλαύσῃ διότι δὲν εὕρισκε ψιχίον τι πρὸς κορεσμὸν τῆς πείνης του, ἤνοιξε τὸ μόνον παράθυρον, ἔχον τριῶν σπιθαμῶν μῆκος. Ὁ οἰκίσκος ὅλος, χθαμαλός, ἡμιφάτνωτος μὲ εἶδος σοφᾶ*, εἶχεν ὕψος δύο ἴσως ὀργυιῶν ἀπὸ τοῦ ἐδάφους μέχρι τῆς ὀροφῆς.
Ὁ Γέρος ἀνεβίβασε σκαμνίον τι ἐπὶ τοῦ λιθίνου ἐρείσματος τοῦ παραθύρου, ἀνέβη ἐπὶ τοῦ σκαμνίου, ἐστηρίχθη διὰ τῆς ἀριστερᾶς ἐπὶ τοῦ παραθυροφύλλου, ἀνοικτοῦ, ἐστηλώθη μετὰ τόλμης πρὸς τὴν ὀροφήν, ἀνέτεινε τὴν δεξιάν, καὶ ἀπέσπασεν ἓν κρύσταλλον, ἐκ τῶν κοσμούντων τοὺς «σταλαμοὺς»* τῆς στέγης. Ἤρχισε νὰ τὸ ἐκμυζᾷ βραδέως καὶ ἡδονικῶς, καὶ ἔδιδε καὶ εἰς τὴν Πατρώνα νὰ φάγῃ. Ἐπείνων τὰ κακόμοιρα.
Κώστας Γρηγοριάδης, Σκηνή από τη Σταχομαζώχτρα.
*  *  *
Ἡ γραῖα Ἀχτίτσα ἐπανῆλθε μετ᾽ ὀλίγον φέρουσα πρᾶγμά τι τυλιγμένον εἰς τὸν κόλπον της. Ὁ Γέρος, ὅστις ἐγνώριζεν ἐκ τῆς παιδικῆς του πείρας ὅτι ποτὲ ἄνευ αἰτίας δὲν ἐφούσκωναν οἱ κόλποι τῆς μάμμης του, ἀναπηδήσας ἔτρεξεν εἰς τὸ στῆθός της, ἐνέβαλε τὴν χεῖρα καὶ ἀφῆκε κραυγὴν χαρᾶς. Τεμάχιον ἄρτου εἶχεν «οἰκονομήσει» καὶ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἡ καλή, καίτοι ὀλίγον τι αὐστηρὰ μάμμη, τίς οἶδεν ἀντὶ ποίων ἐξευτελισμῶν καὶ διὰ πόσων ἐκλιπαρήσεων!
Καὶ τί δὲν ἤθελεν ὑποστῆ, πρὸ ποίας θυσίας ἠδύνατο νὰ ὀπισθοδρομήσῃ, διὰ τὴν ἀγάπην τῶν δύο τούτων παιδίων, τὰ ὁποῖα ἦσαν δὶς παιδία δι᾽ αὐτήν, καθόσον ἦσαν τὰ τέκνα τοῦ τέκνου της! Ἐν τούτοις δὲν ἤθελε νὰ δεικνύῃ αὐτοῖς μεγάλην ἀδυναμίαν, καὶ «ἥμερο μάτι δὲν τοὺς ἔδιδε». Ἐκάλει τὸν ἄρρενα «Γέρον», διότι εἶχε τὸ ὄνομα τοῦ ἀληθοῦς Γέρου της, τοῦ μακαρίτου μπαρμπα-Μιχαλιοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα τῆς ἐπόνει ν᾽ ἀκούσῃ ἢ νὰ προφέρῃ. Τὸ ταλαίπωρον τὸ θῆλυ τὸ ἐκάλει Πατρώνα θωπευτικῶς, καὶ ὀλίγον «σὰν ἀρχοντοξεπεσμένη ποὺ ἦτον», μὴ ἀνεχομένη ν᾽ ἀκούῃ τὸ Ἀργυρώ, τὸ ὄνομα τῆς κόρης της, ὅπερ ἐδόθη ὡς κληρονομία εἰς τὸ ὀρφανόν, λεχοῦς θανούσης ἐκείνης. Πλὴν τοῦ ὑποκορισμοῦ τούτου, οὐδεμίαν ἄλλην ἐπιδεικτικὴν τρυφερότητα ἀπένεμεν εἰς τὰ δύο πτωχὰ πλάσματα, ἀλλὰ μᾶλλον πρακτικὴν ἀγάπην καὶ προστασίαν.
Ἡ ταλαίπωρος γραῖα ἔστρωσε διὰ τὰ δύο ὀρφανά, ἵνα κοιμηθῶσιν, ἀνεκλίθη καὶ αὐτὴ πλησίον των, τοῖς εἶπε νὰ φυσήσουν ὑποκάτωθεν τοῦ σκεπάσματός των διὰ νὰ ζεσταθοῦν, τοῖς ὑπεσχέθη ψευδομένη, ἀλλ᾽ ἐλπίζουσα νὰ ἐπαληθεύσῃ, ὅτι αὔριον ο Χριστὸς θὰ φέρῃ ξύλα καὶ ψωμὶ καὶ μίαν χύτραν κοχλάζουσαν ἐπὶ τοῦ πυρός, καὶ ἔμεινεν ἄυπνος πέραν τοῦ μεσονυκτίου, ἀναλογιζομένη τὴν πικρὰν τύχην της.
*  *  *
Τὸ πρωί, μετὰ τὴν λειτουργίαν (ἦτο ἡ παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων) ὁ παπα-Δημήτρης, ὁ ἐνορίτης της, ἐπαρουσιάσθη αἴφνης εἰς τὴν θύραν τοῦ πενιχροῦ οἰκίσκου:
―  Καλῶς τὰ ᾽δέχθης, τῆς εἶπε μειδιῶν.
«Καλῶς τὰ ᾽δέχθη» αὐτή! Καὶ ἀπὸ ποῖον ἐπερίμενε τίποτε;
―Ἔλαβα ἕνα γράμμα διὰ σέ, Ἀχτίτσα, προσέθηκεν ὁ γέρων ἱερεύς, τινάσσων τὴν χιόνα ἀπὸ τὸ ράσον καὶ τὸ σάλι του.
―Ὁρίστε, δέσποτα! Καὶ μακάρι ἔχω τὴ φωτιά, ἐψιθύρισε πρὸς ἑαυτήν, ἢ τὸ γλυκὸ καὶ τὸ ρακὶ νὰ τὸν φιλέψω;
Ο ἱερεὺς ἀνέβη τὴν τετράβαθμον κλίμακα καὶ ἐλθὼν ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ σκαμνίου. Ἠρεύνησε δὲ εἰς τὸν κόλπον του καὶ ἐξήγαγε μέγαν φάκελον μὲ πολλὰς καὶ ποικίλας σφραγῖδας καὶ γραμματόσημα.
―  Γράμμα, εἶπες, παπά; ἐπανέλαβεν ἡ Ἀχτίτσα, μόλις τότε ἀρχίσασα νὰ ἐννοῇ τί τῆς ἔλεγεν ὁ ἱερεύς.
Ὁ φάκελος, ὃν εἶχεν ἐξαγάγει ἐκ τοῦ κόλπου του, ἐφαίνετο ἀνοικτὸς ἀπὸ τὸ ἓν μέρος.
― Ἀπόψε ἔφθασε τὸ βαπόρι, ἐπανέλαβεν ὁ ἐφημέριος, ἐμένα μοῦ τὸ ἔφεραν τώρα, μόλις ἐβγῆκα ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν.
Καὶ ἐνθεὶς τὴν χεῖρα ἔσω τοῦ φακέλου ἐξήγαγε διπλωμένον χαρτίον.
―  Τὸ γράμμα εἶναι πρὸς ἐμέ, προσέθηκεν, ἀλλὰ σὲ ἀποβλέπει.
―Ἐμένα; ἐμένα; ἐπανελάμβανεν ἔκπληκτος ἡ γραῖα.
Ὁ παπα-Δημήτρης ἐξεδίπλωσε τὸ χαρτίον.
―  Εἶδεν ὁ Θεὸς τὸν πόνον σου καὶ σοῦ στέλλει μικρὰν βοήθειαν, εἶπεν ὁ ἀγαθὸς ἱερεύς. Ὁ γυιός σου σοῦ γράφει ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν.
― Ἀπ᾽ τὴν Ἀμέρικα; Ὁ Γιάννης! Ὁ Γιάννης μὲ θυμήθηκεν; ἀνέκραξεν περιχαρής, ποιοῦσα τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ ἡ γραῖα.
Καὶ εἶτα προσέθηκε:
―  Δόξα σοι, ὁ Θεός!
Ὁ ἱερεὺς ἔβαλε τὰ γυαλιά του καὶ ἐδοκίμασε ν᾽ ἀναγνώσῃ:
―  Εἶναι κακογραμμένα, ἐπανέλαβε, κ᾽ ἐγὼ δυσκολεύομαι νὰ διαβάζω αὐτὲς τὶς τζίφρες ποὺ ἔβγαλαν τώρα, ἀλλὰ θὰ προσπαθήσωμεν νὰ βγάλωμεν νόημα.
Καὶ ἤρχισε μετὰ δυσκολίας, καὶ σκοντάπτων συχνά, ν᾽ ἀναγινώσκῃ:
«Παπα-Δημήτρη, τὸ χέρι σου φιλῶ. Πρῶτον ἐρωτῶ διὰ τὸ αἴσιον, κτλ. κτλ. Ἐγὼ λείπω πολλὰ χρόνια καὶ δὲν ἠξεύρω αὐτοῦ τί γίνονται, οὔτε ἂν ζοῦν ἢ ἀπέθαναν. Εἶμαι εἰς μακρινὸν μέρος, πολὺ βαθιὰ εἰς τὸν Παναμᾶ, καὶ δὲν ἔχω καμμίαν συγκοινωνίαν μὲ ἄλλους πατριῶτες ποὺ εὑρίσκονται εἰς τὴν Ἀμερικήν. Πρὸ τριῶν χρόνων ἐντάμωσα τὸν (δεῖνα) καὶ τὸν (δεῖνα), ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἔλειπαν χρόνους πολλούς, καὶ δὲν ἤξευραν τί γίνεται εἰς τὸ σπίτι μας.
»Ἐὰν ζῇ ὁ πατέρας ἢ ἡ μητέρα μου, εἰπέ τους νὰ μὲ συγχωρήσουν, διότι διὰ καλὸ πάντα πασχίζει ὁ ἄνθρωπος, καὶ εἰς κακὸ πολλὲς φορὲς βγαίνει. Ἐγὼ ἀρρώστησα δύο φορὲς ἀπὸ κακὲς ἀσθένειες τοῦ τόπου ἐδῶ, καὶ ἔκαμα πολὺν καιρὸν εἰς τὰ σπιτάλια. Τὰ ὅ,τι εἶχα καὶ δὲν εἶχα ἐπῆγαν εἰς τὴν ἀσθένειαν καὶ μόλις ἐγλύτωσα τὴν ζωήν μου. Εἶχα ὑπανδρευθῆ πρὸ δέκα χρόνων, κατὰ τὴν συνήθειαν τοῦ τόπου ἐδῶ, ἀλλὰ τώρα εἶμαι ἀπόχηρος, καὶ ἄλλο καλύτερον δὲν ζητῶ παρὰ τὸ νὰ πιάσω ὀλίγα χρήματα νὰ ἔλθω εἰς τὴν πατρίδα, ἂν προφθάσω τοὺς γονεῖς μου νὰ μ᾽ εὐλογήσουν. Καὶ νὰ μὴν ἔχουν παράπονο εἰς ἐμέ, διότι ἔτσι θέλει ὁ Θεός, καὶ δὲν ἠμποροῦμε ἡμεῖς νὰ πᾶμε κόντρα. Καὶ νὰ μὴ βαρυγνωμοῦν, διότι ἂν δὲν εἶναι θέλημα Θεοῦ, δὲν ἠμπορεῖ ἄνθρωπος νὰ προκόψῃ.
»Σοῦ στέλνω ἐδῶ ἐσωκλείστως ἕνα συνάλλαγμα ἐπ᾽ ὀνόματί σου, νὰ ὑπογράψῃς ἡ ἁγιωσύνη σου, καὶ νὰ φροντίσουν νὰ τὸ ἐξαργυρώσουν ὁ πατέρας ἢ ἡ μητέρα ἐὰν ζοῦν. Καὶ ἄν, ὃ μὴ γένοιτο, εἶναι ἀποθαμένοι, νὰ τὸ ἐξαργυρώσῃς ἡ ἁγιωσύνη σου, νὰ δώσῃς εἰς κανένα ἀδελφόν μου, ἐὰν εἶναι αὐτοῦ, ἢ εἰς κανὲν ἀνίψι μου καὶ εἰς ἄλλα πτωχά. Καὶ νὰ κρατήσῃς καὶ ἡ ἁγιωσύνη σου, ἐὰν οἱ γονεῖς μου εἶναι ἀποθαμένοι, ἓν μέρος τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ διὰ τὰ σαρανταλείτουργα…»
Πολλὰ ἔλεγεν ἡ ἐπιστολὴ αὕτη καὶ ἓν σπουδαῖον παρέλειπε. Δὲν ἀνέφερε τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, δι᾽ ὅσα ἦτο ἡ συναλλαγματική. Ὁ παπα-Δημήτρης παρατηρήσας τὸ πρᾶγμα, ἐξέφερε τὴν εἰκασίαν, ὅτι ὁ γράψας τὴν ἐπιστολήν, λησμονήσας, νομίζων ὅτι εἶχεν ὁρίσει τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων παραπάνω, ἐνόμισε περιττὸν νὰ τὸ ἐπαναλάβῃ παρακατιών, διὸ καὶ ἔλεγε «τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ».
Ἐν τούτοις ἄφατος ἦτο ἡ χαρὰ τῆς Ἀχτίτσας, λαβούσης μετὰ τόσα ἔτη εἰδήσεις περὶ τοῦ υἱοῦ της. Ὡς ὑπὸ τέφραν κοιμώμενος ἀπὸ τόσων ἐτῶν, ὁ σπινθὴρ τῆς μητρικῆς στοργῆς ἀνέθορεν ἐκ τῶν σπλάγχνων εἰς τὸ πρόσωπόν της καὶ ἡ γεροντική, ρικνή, καὶ ἐρρυτιδωμένη ὄψις της ἠγλαΐσθη μὲ ἀκτῖνα νεότητος καὶ καλλονῆς.
Τὰ δύο παιδία, ἂν καὶ δὲν ἐνόουν περὶ τίνος ἐπρόκειτο, ἰδόντα τὴν χαρὰν τῆς μάμμης των, ἤρχισαν νὰ χοροπηδῶσι.
*  *  *
Ὁ κὺρ Μαργαρίτης δὲν ἦτο ἰδίως προεξοφλητής, ἢ τοκιστής, ἢ ἔμπορος, ἦτο ὅλα αὐτὰ ὁμοῦ. Ἕνα φόρον ἐπιτηδεύματος ἐπλήρωνεν, ἀλλ᾽ ἔκαμνε τρεῖς τέχνας.
Ἡ γραῖα Ἀχτίτσα, εἰς φοβερὰν διατελοῦσα ἔνδειαν, ἔλαβε τὸ παρὰ τοῦ υἱοῦ της ἀποσταλὲν γραμμάτιον, ἐφ᾽ οὗ ἐφαίνοντο γράμματα κόκκινα καὶ μαῦρα, ἄλλα ἔντυπα καὶ ἄλλα χειρόγραφα, ἐξ ὧν δὲν ἐνόει τίποτε οὔτε ὁ γηραιὸς ἐφημέριος οὔτε αὐτή, καὶ μετέβη εἰς τὸ μαγαζὶ τοῦ κὺρ Μαργαρίτη.
Ὁ κὺρ Μαργαρίτης ἐρρόφησε δραγμίδα ταμβάκου, ἐτίναξε τὴν βράκαν του, ἐφ᾽ ἧς ἔπιπτε πάντοτε μέρος ταμβάκου, κατεβίβασε μέχρι τῶν ὀφρύων τὴν σκούφιαν του, ἔβαλε τὰ γυαλιά του, καὶ ἤρχισε νὰ ἐξετάζῃ διὰ μακρῶν τὸ γραμμάτιον.
―Ἔρχεται ἀπ᾽ τὴν Ἀμέρικα; εἶπε. Σ᾽ ἐθυμήθηκε, βλέπω, ὁ γυιός σου. Μπράβο, χαίρομαι.
Εἶτα ἐπανέλαβεν:
―Ἔχει τὸν ἀριθμὸν 10, ἀλλὰ δὲν ξέρομε τί εἴδους μονέδα νὰ εἶναι, δέκα σελλίνια, δέκα ρούπιες, δέκα κολωνᾶτα ἢ δέκα…
Διεκόπη. Παρ᾽ ὀλίγον θὰ ἔλεγε «δέκα λίρες».
―  Νὰ φωνάξουμε τὸ δάσκαλο, ἐμορμύρισεν ὁ κὺρ Μαργαρίτης, ἴσως ἐκεῖνος ξεύρῃ νὰ τὸ διαβάσῃ. Τί γλῶσσα νὰ εἶναι τάχα;
Ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος, ὅστις ἐκάθητο βλέπων τοὺς παίζοντας τὸ κιάμο εἰς παράπλευρον καφενεῖον, παρακληθεὶς μετέβη εἰς τὸ μαγαζὶ τοῦ κὺρ Μαργαρίτη. Εἰσῆλθεν, ὀρθός, δύσκαμπτος, ἔλαβε τὸ γραμμάτιον, παρεκάλεσε τὸν κὺρ Μαργαρίτην νὰ τὸν δανείσῃ τὰ γυαλιά του, καὶ ἤρχισε νὰ συλλαβίζῃ τοὺς λατινικοὺς χαρακτῆρας:
―  Πρέπει νὰ εἶναι ἀγγλικά, εἶπεν, ἐκτὸς ἂν εἶναι γερμανικά. Ἀπὸ ποῦ ἔρχεται αὐτὸ τὸ δελτάριον;
― Ἀπ᾽ τὴν Ἀμέρικα, κὺρ δάσκαλε, εἶπεν ἡ θεια-Ἀχτίτσα.
― Ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν; τότε θὰ εἶναι ἀγγλικόν.
Καὶ ταῦτα λέγων προσεπάθει νὰ συλλαβίσῃ τὰς λέξεις ten pounds sterling*, ἃς ἔφερε χειρογράφους ἡ ἐπιταγή.
―  Sterling, εἶπε· sterling θὰ σημαίνῃ τάλληρον, πιστεύω. Ἡ λέξις φαίνεται νὰ εἶναι τῆς αὐτῆς ἐτυμολογίας, ἀπεφάνθη δογματικῶς.
Καὶ ἐπέστρεψε τὸ γραμμάτιον εἰς χεῖρας τοῦ κὺρ Μαργαρίτη.
―  Αὐτὸ θὰ εἶναι, εἶπε, καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει ἐπὶ τῆς κεφαλίδος ὁ ἀριθμὸς 10, θὰ εἶναι χωρὶς ἄλλο γραμμάτιον διὰ δέκα τάλληρα. Τὸ κάτω-κάτω, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν γνωρίζω ἀπὸ χρηματιστικά. Εἰς ἄλλα ἡμεῖς ἀσχολούμεθα, οἱ ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων.
Καὶ τοῦτο εἰπών, ἐπειδὴ ᾐσθάνθη ψῦχος εἰς τὸ κατάψυχρον καὶ πλακόστρωτον μαγαζεῖον τοῦ κὺρ Μαργαρίτη, ἐπέστρεψεν εἰς τὸ καφενεῖον, ἵνα θερμανθῇ.
*  *  *
Ὁ κὺρ Μαργαρίτης εἶχεν ἀρχίσει νὰ τρίβῃ τὰς χεῖρας, καὶ κάτι ἐφαίνετο σκεπτόμενος.
―  Τώρα, τί τὰ θέλεις, εἶπε στραφεὶς πρὸς τὴν γραῖαν, οἱ καιροὶ εἶναι δύσκολοι, μεγάλα κεσάτια. Νὰ τὸ πάρω, νὰ σοῦ τὸ ἐξαργυρώσω, ξέρω πὼς εἶναι σίγουρος ὁ παράς μου, ξέρω ἂν δὲν εἶναι καὶ ψεύτικο; Ἀπὸ κεῖ κάτω, ἀπ᾽ τὸν χαμένον κόσμον, περιμένεις ἀλήθεια; Ὅλες οἱ ψευτιές, οἱ καλπουζανιὲς ἀπὸ κεῖ μᾶς ἔρχονται. Γυρίζουν τόσα χρόνια, οἱ σουρτούκηδες (μὲ συγχωρεῖς, δὲν λέγω τὸ γυιό σου) ἐκεῖ ποὺ ψένει ὁ ἥλιος τὸ ψωμί, καὶ δὲν νοιάζονται νὰ στείλουν ἕναν παρά, ἕνα σωστὸν παρά, μοναχὰ στέλνουν παλιόχαρτα.
Ἔφερε δύο βόλτες περὶ τὸ τεράστιον λογιστήριόν του, καὶ ἐπανέλαβε:
―  Καὶ δὲν εἶναι μικρὸ πρᾶγμα αὐτό, νὰ σὲ χαρῶ, εἶναι δέκα τάλλαρα! Νὰ εἶχα δέκα τάλλαρα ἐγώ, παντρευόμουνα.
Εἶτα ἐξηκολούθησε:
―  Μὰ τί νὰ σοῦ πῶ, σὲ λυποῦμαι, ποὺ εἶσαι καλὴ γυναίκα, κ᾽ ἔχεις κ᾽ ἐκεῖνα τὰ ὀρφανά. Νὰ κρατήσω ἐγὼ ἑνάμισυ τάλλαρο διὰ τοὺς κινδύνους ποὺ τρέχω καὶ γιὰ τὰ ὀχτώμισυ πλιά… Καὶ γιὰ νά ᾽μαστε σίγουροι, μὴ γυρεύῃς κολωνᾶτα, νὰ σοῦ δώσω πεντόφραγκα, γιὰ νά ᾽μαστε μέσα. Ὀχτώμισυ πεντόφραγκα λοιπόν… Ἄ! ξέχασα!…
Τοὐναντίον, δὲν εἶχε ξεχάσει· ἀπ᾽ ἀρχῆς τῆς συνεντεύξεως αὐτὸ ἐσκέπτετο.
―Ὁ συχωρεμένος ὁ Μιχαλιὸς κάτι ἔκανε νὰ μοῦ δίνῃ, δὲν θυμοῦμαι τώρα…
Καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸ λογιστήριόν του:
―  Μὰ κ᾽ ἐκεῖνος ὁ τελμπεντέρης ὁ γαμπρός σου, μοῦ ἔφαγε δύο τάλλαρα θαρρῶ.
Καὶ ὡπλίσθη μὲ τὸ πελώριον κατάστιχόν του:
―  Εἶναι δίκιο νὰ τὰ κρατήσω… ἐσένα, ὅσα σοῦ δώσω, θὰ σοῦ φανοῦν χάρισμα.
Ἤνοιξε τὸ κατάστιχον.
Αἱ κατάπυκνοι καὶ μαυροβολοῦσαι σελίδες τοῦ καταστίχου τούτου ὡμοίαζον μὲ πίονας ἀγρούς, μὲ γῆν ἀγαθήν. Ὅ,τι ἔσπειρέ τις ἐν αὐτῷ, ἐκαρποφόρει πολλαπλασίως.
Ἦτο ὡς νὰ ἔκοπτέ τις τὰ φύλλα τοῦ δενδρυλλίου, ἑκάστοτε ὅτε ἐγίνετο ἐξόφλησις κονδυλίου τινός, ἀλλ᾽ ἡ ρίζα ἔμενεν ὑπὸ τὴν γῆν, μέλλουσα καὶ πάλιν ν᾽ ἀναβλαστήσῃ.
Ὁ κὺρ Μαργαρίτης εὗρε παρευθὺς τοὺς δύο λογαριασμούς.
―Ἐννιὰ καὶ δεκαπέντε μοῦ χρωστοῦσεν ὁ μακαρίτης ὁ ἄντρας σου, εἶπε· καὶ δύο τάλλαρα δανεικὰ κι ἀγύριστα τοῦ γαμπροῦ σου γίνονται…
Καὶ λαβὼν κάλαμον ἤρχισε νὰ ἐκτελῇ τὴν πρόσθεσιν πρῶτον καὶ τὴν ἀναγωγὴν τῶν ταλλήρων εἰς δραχμάς, εἶτα τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τῶν δέκα γαλλικῶν ταλλήρων.
―  Κάνει νὰ σοῦ δίνω… ἤρχισε νὰ λέγῃ ὁ κὺρ Μαργαρίτης.
Τῇ στιγμῇ ἐκείνη εἰσῆλθε νέον πρόσωπον.
*  *  *
Ἦτο ἔμπορος Συριανός, παρεπιδημῶν δι᾽ ὑποθέσεις εἰς τὴν μικρὰν νῆσον.
Ἅμα εἰσελθὼν διηυθύνθη μετὰ μεγίστης ἐλευθερίας καὶ θάρρους εἰς τὸ λογιστήριον, ὅπου ἵστατο ὁ κὺρ Μαργαρίτης.
―  Τί ἔχουμε κὺρ Μαργαρίτη;… Τ᾽ εἶν᾽ αὐτό; εἶπεν ἰδὼν πρόχειρον ἐπὶ τοῦ λογιστηρίου τὸ γραμμάτιον τῆς πτωχῆς χήρας.
Καὶ λαβὼν τοῦτο εἰς χεῖρας:
―  Συναλλαγματικὴ διὰ δέκα ἀγγλικὰς λίρας ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν, εἶπε καθαρᾷ τῇ φωνῇ. Ποῦ εὑρέθη ἐδῶ; Κάμνεις καὶ τέτοιες δουλειές, κὺρ Μαργαρίτη;
―  Γιὰ δέκα λίρες! ἐπανέλαβεν αὐθορμήτως ἡ θεια-Ἀχτίτσα ἀκούσασα εὐκρινῶς τὴν λέξιν.
―  Ναί, διὰ δέκα ἀγγλικὰς λίρας, εἶπε καὶ πάλιν στραφεὶς πρὸς αὐτὴν ὁ Ἑρμουπολίτης. Μήπως εἶναι δικό σου;
―  Μάλιστα.
Ἡ θεια-Ἀχτίτσα, ἐν καταφάσει, ἔλεγε πάντοτε ναί, ἀλλὰ νῦν ἠπόρει καὶ αὐτὴ πῶς εἶπε μάλιστα, καὶ ποῦ εὗρε τὴν λέξιν ταύτην.
―  Γιὰ δέκα ναπολεόνια θὰ εἶναι ἴσως, εἶπε δάκνων τὰ χείλη ὁ κὺρ Μαργαρίτης.
―  Σοῦ λέγω διὰ δέκα ἀγγλικὰς λίρας, ἐπανέλαβε καὶ αὖθις ὁ Συριανὸς ἔμπορος. Παίρνεις ἀπὸ λόγια;
Καὶ ἔρριψε δεύτερον μακρὸν βλέμμα ἐπὶ τοῦ γραμματίου:
―  Εἶναι σίγουρος παράς, ἀρζὰν-κοντάν*, σοῦ λέγω. Θὰ τὸ ἐξοφλήσῃς, ἢ τὸ ἐξοφλῶ ἀμέσως;
Καὶ ἔκαμε κίνημα νὰ ἐξαγάγῃ τὸ χρηματοφυλάκιόν του.
―  Μπορεῖ νὰ τὸ πάρῃ κανεὶς γιὰ ἐννέα λίρες… γαλλικές, εἶπε διστάζων ὁ κὺρ Μαργαρίτης.
―  Γαλλικές; Τὸ παίρνω ἐγὼ διὰ ἐννιὰ ἀγγλικές.
Καὶ στρέψας ὄπισθεν τὸ φύλλον τοῦ χάρτου, εἶδε τὴν ὑπογραφὴν ἣν εἶχε βάλει ὁ ἀγαθὸς ἱερεύς, παρέβαλεν αὐτὴν μὲ τὸ ὄνομα τὸ φερόμενον ἐν τῷ κειμένῳ, καὶ τὴν εὗρε σύμφωνον.
Καὶ ἀνοίξας τὸ χρηματοφυλάκιον ἐμέτρησεν εἰς τὴν χεῖρα τῆς θεια-Ἀχτίτσας καὶ πρὸ τῶν ἐκθάμβων ὀφθαλμῶν αὐτῆς ἐννέα στιλπνοτάτας ἀγγλικὰς λίρας.
Καὶ ἰδοὺ διατί ἡ πτωχὴ γραῖα ἐφόρει τῇ ἡμέρᾳ τῶν Χριστουγέννων καινουργῆ «ἄδολην»* μανδήλαν, τὰ δὲ δύο ὀρφανὰ εἶχον καθαρὰ ὑποκαμισάκια διὰ τὰ ἰσχνὰ μέλη των καὶ θερμὴν ὑπόδεσιν διὰ τοὺς παγωμένους πόδας των.
(1889)

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
ΑΘΗΝΑ 1982
Σελ. 115-124


 C. Pissaro, Ο θερισμός. Pointoise. 1881. Metropolitan Museum of Art. N. York.


C. Pissaro, O  θερισμός. 1882. Τhe Bridgestone Museum. Tokyo.

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Ευχές από τη Θεσσαλονίκη: παλιές κάρτες

Eυχές από τη Θεσσαλονίκη

   Οι Ευρωπαίοι που τύχαινε τις παραμονές Χριστουγέννων να βρεθούν στην  Θεσσαλονίκη τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, και κυρίως μετά τους βαλκανικούς πολέμους και την ένωση της Μακεδονίας με την Ελλάδα (μετά δηλαδή το 1912-1913), θα έστελναν ευχές στους δικούς τους με τις παρακάτω κάρτες, οι οποίες δεν απεικονίζουν χριστουγεννιάτικα θέματα, αλλά όψεις της πόλης.

"Ευτυχές το νέον Έτος"!  Ευχές από τη Θεσσαλονίκη στα γαλλικά, τα γερμανικά, τα αγγλικά, τα ιταλικά και τα ελληνικά. Μόνο στα αγγλικά η ευχή περιλαμβάνει και τα Χριστούγεννα ("A merry Christmas and a happy New year"),  όλες οι άλλες ευχές αναφέρονται μόνο στο "νέον έτος".
Όψη της Θεσσαλονίκης από τη θάλασσα. Αυτή την εικόνα αντίκρυζαν οι ξένοι ταξιδιώτες που έφθαναν στην πόλη στις αρχές του 20ού αιώνα με καράβι. Η εικόνα μίας πόλης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Διακρίνονται οι πολυάριθμοι μιναρέδες των τζαμιών και τα τείχη της Άνω Πόλης .

Χαιρετίσματα από τη Θεσσαλονίκη (στα γερμανικά), ενθύμιο της Θεσσαλονίκης (στα γαλλικά)
Ευχές για το νέο Έτος στα γερμανικά, στα γαλλικά, στα ιταλικά, στα αγγλικά (και για Χαρούμενα Χριστούγεννα) και φυσικά στα ελληνικά. Μία ακόμα χριστουγεννιάτικη κάρτα με εικόνα της Θεσσαλονίκης από τη θάλασσα. Στο βάθος διακρίνεται ο Λευκός Πύργος.

Πολλές από αυτές τις κάρτες στάλθηκαν κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, κυρίως την περίοδο 1917-1918, όταν στη Θεσσαλονίκη και στα περίχωρα διέμεναν συμμαχικά στρατεύματα.

Για τις κάρτες  βλ. Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, Ημερολόγιο 2013, Η λεωφόρος της Νίκης.

Η Γέννηση του Χριστού στους Προραφαηλίτες ζωγράφους: πίνακες του Dante Gabriel Rossetti

Dante Gabriel Rossetti, Η Γέννηση ή η προσκύνηση των μάγων

    To 1856 o Προραφαηλίτης ζωγράφος Dante Gabriel Rossetti δέχθηκε την παραγγελία ενός τρίπτυχου για τον καθεδρικό του Lladaff που βρίσκεται στην Ουαλία. Το τρίπτυχο, που έχει ως τίτλο "ο σπόρος του Δαυίδ", απεικονίζει στο δύο άκρα του τον βασιλιά Δαυίδ και στο κέντρο μία χαρακτηριστική σκηνή από τη Γέννηση, την προσκύνηση του θείου βρέφους από τους μάγους. Ο Δαυίδ παρουσιάζεται ως πρόγονος του Χριστού με την ιδιότητα του Ποιμένα και του Βασιλέα.


To τρίπτυχο "ο σπόρος του Δαυίδ" που βρίσκεται στον καθεδρικό του Lladaff στο Κάρντιφ της Ουαλίας. 1856-1864.  Το κεντρικό τμήμα απεικονίζει μία σκηνή από τη Γέννηση και συγκεκριμένα την προσκύνηση των μάγων. Αριστερά βλέπουμε τον Δαυίδ ως νεαρό ποιμένα με τη σφενδόνα με την οποία αντιμετώπισε τον Γολιάθ, ενώ στα δεξιά ο Δαυίδ ως ώριμος βασιλιάς παίζει άρπα.

D. G. Rossetti, Η Γέννηση ή η προσκύνηση των μάγων. 1858-1864. Το κεντρικό τμήμα του τρίπτυχου. Καθεδρικός του Lladaff. Μέσα και έξω από τη φάτνη αγγελάκια παρακολουθούν τη σκηνή της προσκύνησης.

     Ο Rossetti ζωγράφισε πρώτα το τρίπτυχο σε υδατογραφία και στη συνέχεια έκανε ακόμα ένα τρίπτυχο με το ίδιο θέμα σε λάδι, το οποίο έδωσε στον καθεδρικό ναό. 
D. G. Rossetti,  H προσκύνηση των μάγων. Υδατογραφία. 1856-1864. Tate Britain. Η σκηνή της υδατογραφίας παρουσιάζει αισθητές διαφορές από τη σκηνή της Γέννησης που έγινε σε λάδι και κοσμεί τον καθρεδικό ναό του Lladaff.

Η Γέννηση ή η προσκύνηση των μάγων του Rossetti θεωρείται ότι ίσως είναι το μόνο ή ένα από τα ελάχιστα έργα των Προραφαηλιτών ζωγράφων με εμφανείς τις επιρροές από την τέχνη της ιταλικής αναγέννησης, κυρίως από πίνακες της Βενετικής Σχολής, των ζωγράφων Βερονέζε και Τιντορέτο.
Veronese, Η προσκύνηση των μάγων. 1582. Basilica dei Santi Giovanni e Paolo.
Tintoretto, H Γέννηση. 1550-1570. Museum of Fine Arts. Boston.

http://www.victorianweb.org/painting/dgr/paintings/8a.html
http://www.cgfaonlineartmuseum.com/rossetti/p-8seed.htm
http://www.liverpoolmuseums.org.uk/walker/exhibitions/rossetti/works/religion/david.aspx
http://www.tate.org.uk/art/artworks/rossetti-the-adoration-a00843
http://www.wikipaintings.org/en/paolo-veronese/adoration-of-the-magi-1582

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Τα Χριστούγεννα στους Προραφαηλίτες ζωγράφους: Edward Burne Jones, Η Γέννηση του Χριστού

Edw. Burne Jones, Η Γέννηση του Χριστού

    Eίναι από τους αγαπημένους μου πίνακες που απεικονίζουν τη Γέννηση του Χριστού...και σας τον αφιερώνω. Ο Burne Jones ζωγράφισε τη Γέννηση κατά παραγγελία του ναού του Αγ. Ιωάννη που βρίσκεται στο Torquay της Αγγλίας (δέχτηκε την παραγγελία το 1887 και ολοκλήρωσε το έργο το 1888). Το έργο ταιριάζει απόλυτα με τα ιδεώδη  των Προραφαηλιτών ζωγράφων που εμπνέονταν από την καθαρότητα και την πνευματικότητα της τέχνης της πρώιμης Αναγέννησης. Η σύνθεση και το χρυσό πλαίσιο της σκηνής απηχούν επιρροές από την ιταλική τέχνη του 14ου αιώνα.
   Παρά το ότι απεικονίζεται ένα "χαρμόσυνο" γεγονός,  η Γέννηση του Χριστού, η ατμόσφαιρα του έργου αποπνέει γλυκιά μελαγχολία και θλίψη, απόκοσμη και μυστηριώδη γαλήνη. Η Γέννηση του Χριστού παραπέμπει στο Θάνατο και την Ανάσταση. Η φάτνη του Χριστού με την Παναγία θυμίζει Επιτάφιο, οι μορφές και η έκφραση των προσώπων τους χαρακτηρίζονται από στατικότητα και σοβαρότητα, τα χρώματα είναι μάλλον σκοτεινά, ο φωτισμός σχεδόν υποτονικός. Το θέμα του πίνακα δεν είναι η χαρά της Γέννησης του Χριστού, αλλά η λύτρωση και η σωτηρία της ανθρωπότητας μέσα από τον κύκλο της γέννησης, του θανάτου και της ανάστασης του Κυρίου.
   Η λατινική επιγραφή που υπάρχει στον πίνακα αναφέρεται στην Ανάσταση: Εξαιτίας της δυστυχίας των φτωχών και των αναστεναγμών των απόρων, εγώ τώρα θα αναστηθώ, λέγει ο Κύριος. Θεωρείται ότι η επιγραφή είναι μια λεπτή νύξη για την κοινωνική κατάσταση της Βικτωριανής Βρετανίας.
Edw. Burne Jones,  H Γέννηση. 1888. Carnegie Museum of Art.

Υπέροχο είναι και το σχέδιο για τη Γέννηση, που βρίσκεται σε ιδιωτική συλλογή.
Edw. Burne Jones, Μελέτη για τη Γέννηση. Σχέδιο. Ιδιωτική Συλλογή.

Ο Burne Jones έχει σχεδιάσει σκηνές από τη Γέννηση και για βιτρώ-παράθυρα ναών.
Edw. Burne Jones,  H Γέννηση. 1887. Σχέδιο για βιτρώ παράθυρου στον καθεδρικό ναό του Αγ. Φιλίππου στο Birmingham.

To βιτρώ του ναού του Αγ. Φιλίππου που έγινε σύμφωνα με το παραπάνω σχέδιο του Edw. Burne Jones.

Edw. Burne Jones, Γέννηση. 1875. Βιτρώ παράθυρου στο ναό St Martins στο Birmingham.

Edw. Burne Jones, H Γέννηση. Βιτρώ παράθυρο στο  ναό της St Mary στο χωριό Huish Episcopi  στο Somerset της Αγγλίας. 

Εdw. Burne Jones, Σκηνές από τη Γέννηση σε τρία παράθυρα του ναού της Αγ. Τριάδας στη Βοστόνη της Μασσαχουσέτης. 1882.

http://www.cmoa.org/searchcollections/details.aspx?item=1003074
http://www.sothebys.com/en/auctions/ecatalogue/2012/19th-century-paintings-n08894/lot.77.html
http://www.search.revolutionaryplayers.org.uk/engine/resource/exhibition/standard/child.asp?txtKeywords=&lstContext=&lstResourceType=&lstExhibitionType=&chkPurchaseVisible=&txtDateFrom=&txtDateTo=&x1=&y1=&x2=&y2=&scale=&theme=&album=&viewpage=%2Fengine%2Fresource%2Fexhibition%2Fstandard%2Fchild%2Easp&originator=&page=&records=&direction=&pointer=&text=&resource=4732&exhibition=1522&offset=4
http://www.victorianweb.org/painting/bj/wc/2.html
http://www.joyfulheart.com/christmas/christmas_artwork.htm
http://en.wikipedia.org/wiki/File:USA_Massachusetts_Boston_Trinity_Nativity.jpg
http://en.wikipedia.org/wiki/File:Burnejoneswindow.jpg
http://huishepiscopi.org.uk/gallery/category/3-st-marys-church

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

Κ. Χατζόπουλος, Χριστούγεννα του χωριού

     Σήμερα είναι Χριστούγεννα.  Πολλές ευχές, λοιπόν, μ᾽ένα ποίημα του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου.  Πέφτει χιόνι στο χωριό, ο χρόνος έχει σταματήσει, απόλυτη ησυχία και γαλήνη...μέσα στην ησυχία του λευκού χιονιού ακούγεται ο γλυκός ήχος του σήμαντρου της εκκλησίας και το χωρίο γλυκοξυπνά για να γιορτάσει τα Χριστούγεννα...
       Την εικόνα μίας "ουτοπικής χώρας" παρουσιάζει το ποίημα...Ας ταξιδέψουμε σ᾽αυτήν με τους στίχους του ποιητή.

Παλιά χριστουγεννιάτικη κάρτα της Βικτωριανής εποχής.

Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, Χριστούγεννα τοῦ χωριοῦ

Μὲς τὴν ἀχνόφεγγη βραδιὰ
πέφτει ψιλὸ-ψιλὸ τὸ χιόνι,
γύρω στὴν ἔρμη λαγκαδιὰ
στρώνοντας κάτασπρο σεντόνι.

Οὔτε πουλιοῦ γροικᾶς λαλιά,
οὔτ᾿ ἕνα βέλασμα προβάτου,
λὲς κι ἁπλωμένη σιγαλιὰ
εἶναι κεῖ ὁλόγυρα θανάτου.

Μὰ ξάφνου πέρα ἀπ᾿ τὸ βουνὸ
γλυκὸς σημάντρου ἦχος γροικιέται,
ὡσὰν βαθιὰ ἀπ᾿ τὸν οὐρανὸ
μέσα στὴ νύχτα νὰ σκορπιέται.

Κι ἀντιλαλεῖ τερπνὰ-τερπνὰ
γύρω στὴν ἄφωνη τὴν πλάση,
καὶ τὸ χωριὸ γλυκοξυπνᾶ
τὴν ἅγια μέρα νὰ γιορτάσει.

   To ποίημα μου θύμισε τους πίνακες με τα χιονισμένα χωριά της Βρεττάνης που ζωγράφισε ο Π. Γκωγκέν το 1894, προτού αναχωρήσει οριστικά από τη Γαλλία για τη Γαλλική Πολυνησία όπου και θα ζήσει το υπόλοιπο της ζωής του (ως το 1903).

Πωλ Γκωγκέν, Χωριό στο χιόνι. 1894. Ιδιωτική Συλλογή.

http://christmas.bravepages.com/churches1/churches1.htm
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/kwnstantinos_xatzopoylos_poems.htm#ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ_ΤΟΥ_ΧΩΡΙΟΥ
http://www.the-athenaeum.org/art/detail.php?ID=17968

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Πωλ Γκωγκέν, Χριστουγεννιάτικη Νύχτα

Πωλ Γκωγκέν, Νύχτα Χριστουγέννων 

   Αφού είναι νύχτα Χριστουγέννων, ιδού και ένας πίνακας του Γάλλου ζωγράφου Πωλ Γκωγκέν (1848-1903) που απεικονίζει μία νύχτα Χριστουγέννων σε ένα χιονισμένο γαλλικό χωριό. Το χιόνι έχει καλύψει τα σπιτάκια του χωριού, στο βάθος διακρίνεται μία εκκλησία, ενώ σε πρώτο πλάνο βλέπουμε δύο βόδια μπροστά από το μνημείο μίας φάτνης. Διακρίνονται, επίσης, γυναικείες φιγούρες με μαύρες μαντήλες στο κεφάλι και ντυμένες με τοπική ενδυμασία.
   H Nύχτα Χριστουγέννων θεωρείται από τους πιο διάσημους πίνακες του Γκωγκέν. Απεικονίζει την αινιγματική, μυστηριώδη εικόνα μίας χειμωνιάτικης νύχτας στη γαλλική ύπαιθρο και συγκεκριμένα στη Βρεττάνη. Η σκηνή πρέπει να διαδραματίζεται στο Pont Aven της Βρεττάνης,  όπου ο καλλιτέχνης είχε περάσει το χειμώνα του 1894.
   Ο Γκωγκέν πρέπει να άρχισε να ζωγραφίζει τον πίνακα, όταν βρισκόταν στο Pont Anen το 1894, τον ολοκλήρωσε όμως στις Νότιες Θάλασσες (Γαλλική Πολυνησία) όπου εγκαταστάθηκε από το 1895 και έζησε έως το τέλος της ζωής του. Οι φιγούρες της σκηνής της Γέννησης της φάτνης μαρτυρούν ιαπωνική επιρροή.

P. Gaugin, Νύχτα Χριστουγέννων. 1894-1902/1903. Indianapolis Museum of Art.

Η Γέννηση του Χριστού στους Προραφαηλίτες ζωγράφους: To αστέρι της Βηθλεέμ ή η προσκύνηση των μάγων


Edward Burne Jones, Το αστέρι της Βηθλεέμ ή η προσκύνηση των μάγων

   Eίναι ένα από τα εξαιρετικά και σπάνια έργα του Προραφαηλίτη ζωγράφου Edward Burne Jones με χριστουγεννιάτικο θέμα. Απεικονίζει με ποιητικό τρόπο μία σκηνή της Γέννησης: την προσκύνηση του νεογέννητου Χριστού από τους μάγους βασιλείς. Ο πίνακας αποπνέει τη μυστηριώδη, παραμυθένια, ονειρική ατμόσφαιρα των έργων των Προραφαηλιτών ζωγράφων. Η φάτνη βρίσκεται μέσα στην καρδιά ενός δάσους. Τα ζώα είναι ανύπαρκτα, ενώ η Παναγία περιβάλλεται από αγριολούλουδα. Οι μάγοι έχουν σκύψει ελαφρά μπροστά στη μητέρα και το βρέφος και ετοιμάζονται να προσφέρουν τα δώρα τους...Η μαγεία, όμως, της σκηνής οφείλεται κατά πολύ στην ύπαρξη μίας αιθέριας αγγελικής μορφής που στέκεται στα δεξιά της Παναγίας. Ο άγγελος κρατά ανάμεσα στα χέρια του μία εστία φωτός, το αστέρι που οδήγησε τους μάγους στον προορισμό τους. Για αυτό, ο πίνακας ονομάζεται το αστέρι της Βηθλεέμ.
    Η ποιητική αυτή σύνθεση είναι μία υδατογραφία-θεωρείται από τις μεγαλύτερες υδατογραφίες του 19ου αιώνα-που ο Burne Jones ζωγράφισε την περίοδο 1887-1890 κατά παραγγελία του Δημοτικού Συμβουλίου του Μπίρμινγχαμ για το τότε νεοϊδρυθέν Μουσείο Τέχνης και Πινακοθήκης της πόλης όπου και βρίσκεται μέχρι σήμερα.

 Edw. Burne Jones,  To αστέρι της Βηθλεέμ. 1887-1890.  Birmingham Museum Gallery of Art.

    Ο πίνακας αποτελεί αντιγραφή ή μάλλον ζωγραφική παραλλαγή ενός σχεδίου για ταπισερί που είχε ήδη σχεδιάσει ο Burne Jones. Η ταπισερί υφάνθηκε στο εργαστήριο του επίσης Προραφαηλίτη καλλιτέχνη William Morris, ο οποίος ήταν φίλος και συνεργάτης του Burne Jones. Το 1886 ο κοσμήτορας του Κολεγίου του Exeter, όπου είχαν φοιτήσει ο  Morris και Burne Jones, ζήτησε από τους δύο καλλιτέχνες να χαρίσουν στο εκπαιδευτικό ίδρυμα μία ταπισερί που θα ήταν δικό τους έργο και θα απεικόνιζε τη σκηνή της Γέννησης. Έτσι, ο Burne Jones σχεδίασε τη σκηνή της προσκύνησης των μάγων με τον άγγελο να κρατά το αστέρι της Βηθλεέμ και, σύμφωνα με το σχέδιο του, το εργαστήριο του Morris ύφανε την ταπισερί που χαρίστηκε στο Κολέγιο του Exeter.  
    H παραγγελία που δέχθηκε ο Jones την ίδια περίπου εποχή από το Μπίρμινγχαμ, του έδωσε την ευκαιρία να ξαναζωγραφίσει τη σκηνή της ταπισερί, κάνοντας και τις τροποποιήσεις που αυτός ήθελε.

Edw. Burne Jones,  To αστέρι της Βηθλεέμ. To σχέδιο για την ταπισερί του Exeter College.

Η ταπισερί του Exeter College αποδείχθηκε πολύ δημοφιλής και υπήρξε μεγάλη οικονομική επιτυχία για την επιχείρηση του Morris, αφού δέχθηκε πολλές παραγγελίες με το ίδιο θέμα. Έχουν εντοπισθεί δέκα ταπισερί του εργαστηρίου Morris με αυτό το θέμα. Από τις πιο γνωστές είναι αυτές που βρίσκονται στο Μουσείο Ερμιτάζ της Αγ. Πετρούπολης και στο Μητροπολιτικό Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ.

Edw. Burne Jones, H προσκύνηση των μάγων. Ταπισερί της Morris Co. Tέλη 19ου αιώνα. The Hermitage Museum. Αγ. Πετρούπολη.

Edw. Burne Jones, H προσκύνηση των μάγων. Ταπισερί της Morris Co. 1888-1894. Manchester Metropolitan University.

Edw. Burne Jones, To αστέρι της Βηθλεέμ. Από το Βιβλίο των λουλουδιών. 1882-1898. The British Museum.

   Η εικόνα του αγγέλου που κρατά στα χέρια του το αστέρι της Βηθλεέμ και περπατά οδηγώντας τους μάγους, οι μορφές των οποίων διακρίνονται να τον ακολουθούν, βρίσκεται και στο Βιβλίο των λουλουδιών, ένα βιβλίο με υδατογραφίες του Burne Jones.
  Έχουν επίσης σωθεί διάφορα σχέδια για το έργο το αστέρι της Βηθλεέμ. Υπέροχο είναι το σχέδιο για τη Παρθένο και το Χριστό που βρίσκεται στην Πινακοθήκη Tate Britain στο Λονδίνο.

Edw. Burne Jones,  Μελέτη για την Παρθένο και το Βρέφος (για το έργο το Αστέρι της Βηθλεέμ). 1887. Tate Britain Gallery.


http://www.bmagprints.org.uk/image/407613/sir-edward-burne-jones-the-star-of-bethlehem
http://www.bmag.onlinegalleries.com/index.pl?isa=Metadot::SystemApp::AntiqueSearch;op=detail;id=35662
http://arthistoryinenglish.edublogs.org/painting/xixth-century-painting/edward-burne-jones-the-star-of-
bethlehem/
http://en.wikipedia.org/wiki/File:Adoration_of_the_Magi_Tapestry.png
http://www.tate.org.uk/art/artworks/burne-jones-study-of-the-virgin-and-child-for-the-star-of-
bethlehem-n04110
http://www.britishmuseum.org/research/search_the_collection_database/search_object_image.aspx
http://www.hermitagemuseum.org/html_En/03/hm3_3_2_6b.html
http://goldenagepaintings.blogspot.gr/2008_04_01_archive.html

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Ποιήματα για τα Χριστούγεννα: Μίλτος Σαχτούρης, Ο νεκρός των γιορτών, τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών

    Είναι δύο ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη (1919-2005) για τα Χριστούγεννα. Ξέρω ότι δεν θα σας βοηθήσουν να αισθανθείτε ευχάριστα...όμως, τα Χριστούγεννα, παρά τα λαμπερά φωτάκια που αναβοσβήνουν στους δρόμους, στα μπαλκόνια και στα χριστουγεννιάτικα δένδρα, παρά τις στολισμένες βιτρίνες των καταστημάτων, παρά τις εξιδανικευμένες εικόνες που βλέπουμε στις χριστουγεννιάτικες κάρτες, παρά τα δώρα, τα χαμόγελα και τις ευχές που ανταλλάσσουμε, παρά, τέλος πάντων, όλο αυτό το φως που λάμπει...κρύβουν θλίψη και δυστυχία...
   Γιατί, τελικά, τα Χριστούγεννα είναι φωτεινά, ακριβώς γιατί είναι και λυπημένα. Μία Γέννηση μπορεί να σώσει τον κόσμο; Όλοι γνωρίζουν ότι η Γέννηση είναι η αρχή μίας πορείας που οδηγεί κάποια στιγμή-αργά ή γρήγορα - στο θάνατο.

Ο Μίλτος Σαχτούρης. Ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Η ποίησή του κινείται στην ατμόσφαιρα του συμβολισμού και του υπερρεαλισμού.

Μίλτος Σαχτούρης, Ο νεκρός στις γιορτές
Ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια
σὰν πλησιάζουν τὰ Χριστούγεννα
(αὐτός) ὁ νεκρὸς γεννιέται μέσα μου
δὲ θέλει δῶρα
δὲ θέλει χρήματα
πάγο καὶ χρόνια
χιόνια καὶ πάγο
σκισμένα ροῦχα
ἀχνὰ παπούτσια
ὁ χρυσὸς νεκρὸς
θὰ βγεῖ ἔξω
δὲν τὸν γνωρίζει κανένας
τὸν ἀλήτη νεκρὸ
θὰ κάτσει στὸ πικρὸ καφενεῖο
νὰ πιεῖ τὸν καφέ του
κι ὕστερα πάλι
σὲ λίγες μέρες
ἥσυχα θὰ πεθάνει
(ὁ νεκρός)


ὅταν ἔρθει ὁ χρόνος

κι ὅλες οἱ ρόδες
κόκκινες ὅπως πρῶτα
θὰ γυρίζουν πάλι.
Από τη συλλογή Εκτοπλάσματα (1986)


Μίλτος Σαχτούρης, Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών

Στὴν Ἑλένη Θ. Κωνσταντινίδη
Εἶναι τὰ λυπημένα Χριστούγεννα 1987
εἶναι τὰ χαρούμενα Χριστούγεννα 1987
ναί, τὰ χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!
σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα...
Ἄ! ναὶ εἶναι πάρα πολλά.
Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ὁ Διονύσιος Σολωμὸς
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ὁ Νίκος Ἐγγονόπουλος
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ὁ Μπουζιάνης
πόσα ὁ Σκλάβος
πόσα ὁ Καρυωτάκης
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα
πέρασε ὁ Σκαλκώτας
πόσα
πόσα
Δυστυχισμένα Χριστούγεννα τῶν Ποιητῶν.

Από τη συλλογή Καταβύθιση  (1990)


Γιώργος Μπουζιάνης, Άνθη. 1916-1917. Eθνική Πινακοθήκη Αθηνών.