Άννας Αγγελοπούλου Ιστολόγιο Χάριν Λόγου και Τέχνης, Χάριν Φίλων

"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.
Το βρήκα γραμμένο σ᾽ένα ξεχασμένο λεύκωμα της μητέρας μου. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 τέτοια αποφθέγματα σημείωναν οι μικρές μαθήτριες...
Γιατί θέλω ένα ιστολόγιο; Γιατί η ανάγκη μιας τέτοιου είδους επικοινωνίας;
Θα πω μόνο ότι στην αρχή σκέφτηκα να είναι ένα ιστολόγιο που να απευθύνεται στους συναδέλφους μου, δηλαδή μόνο σε φιλολόγους... "Χάριν φίλων" του λόγου, δηλαδή. Στη συνέχεια σκέφτηκα να είναι και "χάριν φίλων" της τέχνης. Τελικά, όμως, αποφάσισα να απευθύνεται και σε πολλούς άλλους: στους πρώην και επόμενους μαθητές μου, σε όσους αγαπούν να ονειρεύονται, σε όσους πιστεύουν ακόμα στο όραμα της παιδείας, σε όσους επέλεξαν να είναι εκπαιδευτικοί από αγάπη, σε όσους αγαπούν να ταξιδεύουν, και κυρίως σε όσους αγαπούν την ανάγνωση ή μάλλον τις αναγνώσεις...σε όσους παντού και πάντα θα διαβάζουν...θα διαβάζουν κείμενα στα βιβλία, κείμενα στις εικόνες, κείμενα στα πρόσωπα των ανθρώπων... Άλλωστε, η ανάγνωση είναι ταξίδι, όχι ένα αλλά πολλά ταξίδια...
Τελικά, το ιστολόγιο αυτό απευθύνεται στα αγαπημένα πρόσωπα της ζωής μας... Απευθύνεται ακόμα σε φίλους, γνωστούς και άγνωστους, σε πρόσωπα που συνάντησα, συναντώ καθημερινά, θα συναντήσω στο μέλλον ή που δε θα συναντήσω ποτέ.
Καλά ταξίδια, λοιπόν, με βιβλία, εικόνες, μουσικές και κυρίως με όνειρα!


Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

Γυναίκες που διαβάζουν. Πίνακες του Peter Vilhelm Ilsted

Γυναίκες που διαβάζουν σε εσωτερικούς χώρους

    Aγαπώ πολύ τα έργα των "σιωπηλών" εσωτερικών χώρων με τις ονειρικές φωτοσκιάσεις που συνήθιζαν να ζωγραφίζουν οι Δανοί ζωγράφοι στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου και τις πρώτες του 20ού αιώνα, Vilhelm Hammershoi (1864-1914) και Carl Holsoe (1863-1935) (βλ. http://annagelopoulou.blogspot.gr/search/label/Vilhelm%20Hammershoi και http://annagelopoulou.blogspot.gr/search/label/Carl%20Holsoe).
   Εκτός από αυτούς τους δύο, έργα των οποίων έχω αναρτήσει αρκετές φορές, στην παρέα υπήρχε και ένας τρίτος, ο Peter Vilhelm Ilsted (1861-1933). H τέχνη τους είναι γνωστή στη Δανία με την ονομασία "Η Σχολή των εσωτερικών χώρων της Κοπεγχάγης". Δωμάτια παλιών μεσοαστικών σπιτιών της Κοπεγχάγης με τις σκιές του φωτός, που διεισδύει από τα παράθυρα ή μία λάμπα και δημιουργεί ποιητική ατμόσφαιρα ονείρου και μυστηρίου, είναι το κύριο θέμα αυτών των ζωγράφων. Τα έργα τους θυμίζουν τον γνωστό Ολλανδό ζωγράφο Βερμέερ. Συνήθως μέσα σ' αυτά τα "σιωπηλά" δωμάτια βλέπουμε "ακίνητη" μία γυναικεία φιγούρα, που πολλές φορές δεν διακρίνονται ξεκάθαρα τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Από τους πολλούς πίνακες του Ilsted επέλεξα μία σειρά έργων που απεικονίζουν μία γυναίκα, νεαρή ή μεγαλύτερη, να διαβάζει με προσήλωση μέσα στη σιωπή και τη γαλήνη του κλειστού χώρου.

P. V. Ilsted, Γυναίκα που διαβάζει στο φως της λάμπας. 1908. Ιδιωτική Συλλογή.

P. V. Ilsted, Κορίτσι που διαβάζει. 1908. Ιδιωτική Συλλογή.

P. V. Ilsted, Κορίτσι που διαβάζει. 1901. Ιδιωτική Συλλογή.

P. V. Ilsted, Ένα ηλιόλουστο δωμάτιο. 1909. Ιδιωτική Συλλογή.

P. V. Ilsted, Γυναίκα που διαβάζει στη λευκή εξώπορτα. 1914.

P. V. Ilsted, Εσωτερικό σπιτιού με γυναίκα που διαβάζει. Iδιωτική Συλλογή.

P. V. Ilsted, Γυναίκα που διαβάζει. 1925. Ιδιωτική Συλλογή.

P. V. Ilsted, Νεαρή γυναίκα που πλέκει και διαβάζει στο φως λάμπας. Iδιωτική Συλλογή.


Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

Γιάννης Ρίτσος, Μια γυναίκα από άνεμο με πίνακες του Δανού Peter Vilhelm Ilsted

Γιάννης Ρίτσος, Μια γυναίκα από άνεμο

Ένας άνεμος σιγανός φυσούσε μέσα της
κι έπαιζε μ' ένα μόνο φύλλο-το χαμόγελό της.
Όλοι αγαπήσαν το χαμόγελό της.
Εκείνη δεν αγάπησε κανέναν.

Peter Vilhelm Ilsted, Πρωινή λιακάδα. 1913. Εθνικό Μουσείο Δυτικής Τέχνης. Τόκυο.

Έμεινε μόνη με τον άφαντο άνεμό της
χάνοντας και το μόνο εκείνο φύλλο. Το "άπειρο", είπε,
είναι ο τέταρτος τοίχος της μοναξιάς μας, όχι η στέγη."

Peter Vilhelm Ilsted,  Λιακάδα. 1909. Ιδιωτική Συλλογή.


Peter Vilhelm Ilsted,  Μπροστά στο μπλε μπουφέ. Ιδιωτική Συλλογή.

Peter Vilhelm Ilsted, Στο κρεβάτι. 1901. Ιδιωτική Συλλογή.

Έμεινε ανύπαντρη, γέρασε, δεν έγινε ούτε άγαλμα.
Σχολαστική στην καθαριότητα, απ' τα χαράματα,
χειμώνα καλοκαίρι, σκούπιζε ως πέρα το πεζοδρόμιο.
Μια μέρα μάλιστα φωτογραφήθηκε έτσι με τη σκούπα της
στο δρόμο εκεί, μπρος σε μια ξένη πόρτα. Κι αυτή η φωτογραφία της
απόμεινε όλο όλο από κείνον τον άνεμο και το χαμόγελό της.
Από τη συλλογή Ασκήσεις

Vilhelm Hammershoi (1864-1916), Γυναίκα που σκουπίζει. Ιδιωτική Συλλογή.

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

Ο χαρταετός στη ζωγραφική. Αγόρια πετούν χαρταετό

Πετώντας χαρταετό

   Για αυτούς που σήμερα δεν πέταξαν χαρταετό στον ουρανό, ιδού κάποιοι πίνακες ζωγραφικής που απεικονίζουν ξέγνοιαστα αγόρια να παίζουν με τον χαρταετό τους. 
   Ο Ολλανδός ζωγράφος Godfried Maes παρουσιάζει ένα στιγμιότυπο με μία χαρούμενη παρέα αγοριών να πετούν χαρταετούς στον μάλλον συννεφώδη ουρανό. Διακρίνουμε τρεις χαρταετούς να ίπτανται και…στο έδαφος ένα αγοράκι να κρατά ένα χαρταετό (στα αριστερά) που ακόμα δεν τον έχει πετάξει...

Godfried Maes, Αγόρια πετούν χαρταετό. 1660-62. Oικία Upton. Warwickshire. 

Ο γνωστός Ισπανός ζωγράφος Φρ. Γκόγια σχεδιάζει την παρακάτω εικόνα. Νεαροί άνδρες και γυναίκες διασκεδάζουν στην εξοχή πετώντας χαρταετό...

Fr. Goya, Ο χαρταετός. 1777-78. Mουσείο Prado. Μαδρίτη.

Ο Βρετανός ζωγράφος Fr. Wheatley παρουσιάζει μία χαρούμενη στιγμή σε τοπίο της εξοχής. Μία τυπική οικογένεια της αγγλικής αριστοκρατίας της υπαίθρου "ποζάρει" στην εξοχή. Η μητέρα καθισμένη περιβάλλεται από τα μικρά ή μεγαλύτερα παιδιά της. Ο πατέρας της οικογένειας στέκεται όρθιος με ελαφριά κλίση προς τη γυναίκα. Το ένα αγοράκι, στα αριστερά, πετά τον χαρταετό που τον διακρίνουμε ψηλά στον συννεφιασμένο ουρανό...

Fr. Wheatley, Μία οικογένεια σε τοπίο της εξοχής. 1775. Πινακοθήκη Tate. Λονδίνο.

http://www.bridgemanimages.com/en-GB/asset/132164/maes-godfried-1649-1700-attr-to/boys-flying-kites-oil-on-canvas?
http://www.nationaltrustcollections.org.uk/object/446734

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

Ν. Λαπαθιώτης, Ο πιερότος


    Θα συνεχίσω μ' ένα θέμα "αποκριάτικο". Θα μοιρασθώ μαζί σας ένα από τα αγαπημένα μου διηγήματα. "Ο πιερότος" του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη δημοσιεύτηκε το 1929 στο περιοδικό "Μπουκέτο" (βλ. https://sarantakos.wordpress.com/2013/03/17/pierroto/). Μία γυναίκα  θυμάται και αφηγείται σ' ένα νεαρότερο από αυτήν άνδρα την ιστορία του ανεκπλήρωτου έρωτα της μ' έναν πιερότο που γνώρισε σε κάποιο αποκριάτικο πάρτυ ή που μάλλον συνάντησε-γιατί ποτέ δεν τον γνώρισε πραγματικά. Ατμόσφαιρα ονείρου και μυστηρίου, αλλά και η αίσθηση γλυκιάς θλίψης και μελαγχολίας αναδύονται από την αφήγηση-ανάμνηση. Η γυναίκα, σε μεγάλη πια ηλικία, συνεχίζει να ονειρεύεται ότι θα τον ξανασυναντήσει...

Wilhelm Hammershoi, Δύο φιγούρες. 1908. Ιδιωτική Συλλογή.
  Είμαστε καθισμένοι στο μεγάλο καναπέ του σαλονιού. Ήταν η ώρα που αρχίζει και βραδιάζει — ώρα τρυφερή των αναμνήσεων.
            Είχα καιρό να πάω να τη δω. Κι ένιωθα ένα είδος τύψεως γι’ αυτή μου την αμέλεια, επειδή ήξερα πως μ’ αγαπούσε εξαιρετικά, και πως ευχαριστείτο πραγματικά στη συντροφιά μου — αν κι εγώ δεν ήμουν απέναντί της, παρά ένα παιδί κάπως υπερβολικά ζωηρό, που αποτελούσε μια φανταχτερή αντίθεση με τη γεροντική της σοβαρότητα, με τη λεπτήν αξιοπρέπεια των τρόπων της, με το επίσημο και τυπικό της φέρσιμο. Μια ερωτική περιπέτεια, που βάσταξε δεν ξέρω πόσους μήνες, με είχε απομακρύνει. Για ένα τόσο μεγάλο διάστημα, δικαιολογίες δε χωρούσαν. Της είπα, ωστόσο, αρκετά ψέματα: ένα μικρό ταξίδι στην Ευρώπη, κάποιες ασχολίες ιδιαίτερες, έπειτα μιαν αρρώστια ξαφνική.
Με κοίταζε χαμογελώντας, με το λεπτό ειρωνικό εκείνο βλέμμα, το γεμάτο καλοσύνη κι επιείκεια, των ανθρώπων που μας αγαπούν, και που προσπαθούν να μας πιστέψουν. Κι έτσι στα τελευταία, αναγκάστηκα να της φανερώσω την αλήθεια. Της διηγήθηκα όλη μου την ιστορία, απ’ την αρχή ως το τέλος. Δεν παρέλειψα παρά μια μικρή λεπτομέρεια, που ήταν ολόκληρη εις βάρος μου, και που φανταζόμουν ότι θα μπορούσε να της μειώσει κάπως την εκτίμησή της προς εμένα. Με άκουσε χωρίς διακοπή.
            Έπειτα άλλαξα κουβέντα. Της είπα νέα που δεν ήξερε, μερικά κοινωνικά μικροσκανδαλάκια, που τη διασκέδαζαν πολύ.


Edvard Munch,  Άνδρας και γυναίκα στο παράθυρο. 1911. Μουσείο Munch. Όσλο.
            Εκείνη, όμως, τώρα, δε μιλούσε. Είχε τα μάτια γυρισμένα στο παράθυρο, και κοίταζε τον ουρανό, με τα χλωμά, τα λυπημένα χρώματα. Ο ήλιος ήταν τώρα δίχως φως, ακουμπισμένος σ’ ένα κυπαρίσσι, σα μια μεγάλη σφαίρα πεθαμένη.
            Έπειτα γύρισε τα μάτια, και με κοίταξε. Μου φάνηκε πως ήθελε κάτι να πει, και δίσταζε. Έπειτα πάλι κοίταξε τη μελαγχολικήν εικόνα του παραθυριού.
            Έξαφνα με ρώτησε:
            — Και γιατρευτήκατε τελείως απ’ το αίσθημα;…
            Της είπα: ναι, χωρίς περιστροφές.
            Κοίταξε πάλι το θλιμμένον ουρανό. Κι έπειτα, σα να νικούσε τον κρυφό της δισταγμό, είπε σιγά, σα να μονολογούσε:
            — Κι όμως, εγώ, δεν έχω γιατρευτεί ακόμα…

            Περίμενα να μου εξηγηθεί. Η φράση εκείνη, στα γεροντικά εκείνα χείλη —γιατί να το κρύψω;— μου φάνηκε λιγάκι κωμική… Αλλά ο σεβασμός μου προς τη γυναίκα, που αποτελούσε για μένα σαν ένα σύμβολο, σχεδόν ιερό, του Παρελθόντος, μου εξαφάνισε αμέσως από το μυαλό, το ιλαρό συναίσθημα, που πήγε μια στιγμή να γεννηθεί…
            Και τότε πάλι, ξαφνικά, σα να της είχα γγίξει, δίχως να το θέλω, κάποια βαθειά και μυστική πληγή —ίσως σ’ αυτό να συντελούσε και η γοητεία, η λεπτή και ακουσία νοσταλγία της υποβλητικής εκείνης ώρας— άρχισε, με τη σειρά της, να μου διηγείται:


Wilhelm Hammershoi, Στον καναπέ. Ιδιωτική Συλλογή.
            — Δεν είχα παντρευτεί ακόμα. Ο πατέρας ζούσε. Το σπίτι μας ήταν πάντα, καθώς ξέρετε, ανοιχτό· ο πατέρας, ακόμα και στα γερατειά του, αγαπούσε πολύ τις διασκεδάσεις. Η μητέρα, όχι και τόσο. Εντούτοις, για να μη χαλάσει το χατίρι του πατέρα, πήγαινε και κείνη μαζί του, στους χορούς. Η κοινωνική μας θέση, άλλως τε, ήταν τέτοια, που οι διασκεδάσεις αυτές έπαιρναν το χαρακτήρα καθημερινών υποχρεώσεων. Γι’ αυτό και το δικό μας σπίτι, καθώς σας είπα, ήταν πάντα ανοιχτό. Δεν υπήρχε ξένος, περαστικός στην πόλη, που να μην το θεωρούσε απαραίτητο, να ρθει να πάρει το τσάι σπίτι, και να μας επισκεφθεί. Η μητέρα μου είχε μια φανερή προτίμηση στον αδελφό μου. Και, όπως συμβαίνει πάντα —για να έρθει ίσως η ισορροπία— ο πατέρας είχε ρίξει όλη τη συμπάθειά του σε μένα. Μ’ έπαιρνε διαρκώς μαζί, και κάθε φορά που πηγαίναμε σε καμιά διασκέδαση, με κρατούσε επιδειχτικά στο πλευρό του. Ήμουν η αγαπημένη του. Κι όμως δεν ήμουν παρά μια κοπελίτσα δεκαεφτά χρονών, άμυαλη και ξένοιαστη για όλα — μια πεταλουδίτσα, έτοιμη να καεί στο πρώτο φως, που θα την τραβούσε με τη λάμψη του… 
J. White Alexander,  Nεαρή κοπέλα με ροζ φόρεμα. 1890. Ιδιωτική Συλλογή.

  Την ημέρα εκείνη, θυμάμαι, είχα ξυπνήσει δίχως κέφι. Και το βράδυ επρόκειτο να πάμε σ’ ένα χορό. Ήταν η προτελευταία Κυριακή της Αποκριάς. Και παρ’ όλο τον ενθουσιασμό της ηλικίας, ένιωθα πως θα μου ήταν αδύνατο να πάω μαζί τους. Είχα έναν πονοκέφαλο ανυπόφορο — κι ένας πονοκέφαλος, στην ηλικία εκείνη, είναι ήδη μια μεγάλη τραγωδία. Κι έπειτα η μοδίστρα δεν είχ’ έτοιμη τη φορεσιά μου — αυτή που λογάριαζα να βάλω εκείνο το βράδυ. Κι αυτό ήταν η μεγάλη συμφορά. Αργότερα, έμαθα καλύτερα τι θα πει «μεγάλη συμφορά»… Ας είναι. Ο πατέρας ήθελε, σώνει και καλά, να με πάρει. Η μητέρα συμφωνούσε μαζί μου, επειδή και κείνη, όπως συνήθως, έτυχε να μην έχει και μεγάλη διάθεση. Ο Νίκος μόνο χαλούσε τον κόσμο· αυτός ήθελε να πάει στο χορό, οπωσδήποτε, και ήξερε ότι η δική μου αδιαθεσία ήταν ικανή να κάμει τον πατέρα ν’ αλλάξει απόφαση. Στο τέλος, όμως, ο πατέρας δεν επέμεινε. Όταν ήρθε η ώρα που θα πήγαιναν, για πρώτη φορά στη ζωή του πήγε χωρίς εμένα, μόνο με τη μητέρα και το Νίκο. 


Ed. Vuillard, Νεαρή κοπέλα στο κρεβάτι. 1894. Μουσείο Τέχνης του Μπρούκλιν.

  Η βραδιά ήταν αρκετά ζεστή· είχα μισανοιγμένο το παράθυρο (κοιμόμουν μαζί με τη μητέρα), και πλάγιασα νωρίτερα. Θα με είχε πάρει, υποθέτω, ο ύπνος όταν ξύπνησα λιγάκι τρομαγμένη. Ένιωσα μέσ’ στο σκοτάδι, σαν κάτι να ’πεσε στην κάμαρά μου, δίπλα στο κεφάλι μου… Τινάχτηκα, όπως ήμουν. Παρά λίγο να βάλω τις φωνές. Μου φάνηκε σα να ’πεσε, ξαφνικά, δίπλα μου, ένα μικρό πουλάκι πεθαμένο… Άναψα το φως. Ήταν ένα μπουκέτο μενεξέδες… Από πού να έπεσε στην κάμαρά μου; Ο νους μου πήγε αμέσως στο παράθυρο. Πήγα με περιέργεια και κοίταξα. Έξω ήταν ησυχία. Η ώρα ήταν περασμένη. 

Edvard Munch, Κοπέλα στο παράθυρο. 1893. Ινστιτούτο Τέχνης. Σικάγο.

  Από μακριά, πολύ μακριά —ξέρετε το πατρικό μου σπίτι; ήταν πολύ μακριά απ’ την πόλη— ακουγόταν, μόλις, η φασαρία της τρελής Αποκριάς· ο ουρανός ήταν γεμάτος φως, από τη λάμψη των ηλεκτρικών. Θα ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Δε φαινόταν τίποτε στον κήπο. Μια παρέα με μασκαράδες περνούσε με τ’ αμάξι —τότε δεν υπήρχαν αυτοκίνητα— αλλ’ αυτή, τώρα μόλις έφτανε μπροστά στη σιδερένια πόρτα· κι εξ άλλου, η απόσταση ήταν πολύ μεγάλη… Δεν ήξερα τι να βάλω με το νου μου. Ποιος να είχε ρίξει το μπουκετάκι αυτό; Κανένα ειδύλλιο νεανικό κάπως τολμηρότερο, δεν είχε πλεχτεί ακόμη γύρω στη ζωή μου. Ήμουν σε μεγάλη απορία. Επειδή όμως η ώρα ήταν περασμένη, κι από στιγμή σε στιγμή μπορούσε να προβάλουν οι δικοί μου, ανέβαλα τη λύση του αινίγματος — αν και με είχε τρομερά βάλει σε πειρασμό… Πλάγιασα, πάλι, αλλά χωρίς να κλείσω μάτι, όλη νύχτα. Φαίνεται, όμως, να κοιμήθηκα στο τέλος. Οι δικοί μου ήρθαν τα χαράματα. Όλη εκείνη τη βδομάδα, δεν έφυγε απ’ το μυαλό μου αυτό το περιστατικό. Βρήκα μια λύση πρόχειρη — αλλά που δε με ικανοποιούσε εντελώς: είπα ότι κάποιος θα είδε το ανοιχτό παράθυρο, και πέταξε, απλούστατα, στην τύχη το μπουκέτο…

Wilhelm Hammershoi, Κρεβατοκάμαρα. 1890. Ιδιωτική Συλλογή.

J. White Alexander, ένα μπουκέτο του αγρού. 1912. Ιδιωτική Συλλογή.

            Μετά μια βδομάδα, την άλλη Κυριακή, ήμαστε πάλι καλεσμένοι σ’ ένα σπίτι, που θα δεχόταν μασκαράδες. Εκείνο το βράδυ, τελείωναν οι Αποκριές. Δεν είχα πονοκέφαλο, και η τουαλέτα μου ήταν επιτέλους έτοιμη. Πήγα με το Νίκο. Ο πατέρας είχε λείψει λίγες μέρες, για μια επείγουσα δουλειά. Δε θέλησα να βάλω μάσκα. Φορούσα, θυμάμαι, την καινούρια φορεσιά μου — ένα φόρεμα σαξ μεταξωτό, με νταντέλες μαύρες γύρω γύρω: το φόρεμα αυτό υπάρχει ακόμα —καμιά μέρα θα σας το δείξω· το ’χω κλειδωμένο στην παλιά μου την κασέλα, μαζί με χίλια άλλα μπιχλιμπίδια του καιρού εκείνου· είναι φαγωμένο απ’ το σκόρο, οι δαντέλες έγιναν κουρέλι — αλλά δεν θέλησα ποτέ να το πετάξω…


Fernand Tuissant (1873-1956), Κομψή γυναίκα με μαύρο φόρεμα.
            Το βράδυ εκείνο είχα, ίσα ίσα, ένα κέφι εξαιρετικό. Και ήμουν, φαίνεται, εξαιρετικά όμορφη. Τώρα που πέρασαν τα χρόνια, μπορεί κανένας να έχει την ειλικρίνεια ν’ αναφέρει μερικά πράματα, χωρίς να έχει φόβο να παρεξηγηθεί —τι λέτε; Ήμουν τρομερά ευχαριστημένη από τον εαυτό μου. Η φορεσιά μου μού ταίριαζε περίφημα. Κάποιος, εκείνο το βράδυ, μου είχε πει πως έμοιαζα με «γαλανό λουλούδι του αγρού»… Ας είναι! Διασκέδαζα πολύ με τις παρέες που είχαν πλημμυρίσει τις δύο σάλες. Η μουσική έπαιζε τους πιο τρελούς χορούς της εποχής εκείνης — τρελούς, όχι σαν τους δικούς σας, βέβαια, τους τωρινούς, αλλ’ αρκετά, για κείνο τον καιρό… Λουλούδια, σερπαντίνες, κονφετί — σωστός πανζουρλισμός! Ο Νίκος χόρευε χωρίς διακοπή. Εγώ ήμουν ακουμπισμένη στο πιάνο. Είχα παίξει μάλιστα κι ένα κομμάτι —έπαιζα στα νιάτα μου καλούτσικα— και τα λουλούδια, και τα κομπλιμέντα, έπεφταν απάνω μου βροχή. Οι μάσκες με πειράζανε πολύ, κι είχα αρχίσει, πράγματι, να ντρέπομαι λιγάκι. Ήμουν ξαναμμένη απ’ το παίξιμο —ο χορός δε με τραβούσε και πολύ— κι έκανα αέρα, θυμάμαι, με μια βεντάλια —χρυσή και κόκκινη, κι αυτό το θυμάμαι— που βρήκα εκεί δίπλα, αφημένη.
Fernant Toussaint (1873-1955), Κομψή γυναίκα καθισμένη στον καναπέ με βεντάγια.

            Έξαφνα, μου παρουσιάστηκε ένας πιερότος, που δεν τον είχα δει ως τότε μέσ’ στη σάλα. Φορούσε μισή μαύρη μάσκα. Είχα πάντα φοβερή αδυναμία για τα ρούχα του πιερότου. Ήρθε κοντά μου, και με κοίταξε στα μάτια. Ένα χνούδι μαύρο, απαλό, έσκαζε μόλις απάνω από δυο χείλη λεπτά και ντροπαλά. Δε μου μιλούσε. Όταν το κοίταγμά του το επίμονο άρχισε να με στενοχωρεί, θέλησα να φύγω —αλλά μου έκαμ’ ένα κίνημα τόσο ικετευτικό— ένα μικρό κίνημα απλό και συμπαθητικό — κι αυτό το κίνημα με κάρφωσε στη θέση μου… Τον ρώτησα, με νόημα, τι θέλει. Τα δυο του χείλη, τα ένιωθα να τρέμουν ελαφρά. Δε μου ’δωσε απάντηση. Εξακολουθούσε μονάχα να με κοιτάζει. Έβλεπα δυο μάτια φλογερά, που έριχναν μεγάλες αστραπές. Μου θύμιζαν δεν ξέρω ποιες φωτιές —κάποιες πυρκαϊές που δεν υπάρχουν…
            Η στάση του αυτή, η σιγηλή, με στενοχωρούσε πιο πολύ. Έκανα να τραβηχτώ και πάλι —και τότε άπλωσε δειλά το χέρι, και με κράτησε. Αυτή η τόλμη του με ξάφνιασε —στον καιρό μου, όλ’ αυτά, τα θεωρούσαμε απρέπειες ακόμη— αλλά και συγχρόνως, μ’ άρεσε στο βάθος… Έμεινα καρφωμένη και τον κοίταζα. Και τότε, δίχως να το περιμένω, μου άπλωσε ένα μικρό χαρτάκι διπλωμένο. Τραβήχτηκα, δίχως να το πάρω. Έκαμα ένα: όχι, με τα μάτια. Και τότε τα δικά του πήραν μια έκφραση λύπης —τόσης, τόσης λύπης, που δεν μπορώ να την ξεχάσω στη ζωή μου… Άμα είδε την επιμονή μου, και την κάπως πειραγμένη —έτσι αυτός θα είπε— κίνησή μου, δεν επέμεινε: άπλωσε μόνο τρεμουλιαστά το διπλωμένο γράμμα στο κερί του πιάνου. Το χαρτί πήρε φωτιά. Μια φλόγα έπαιξε για μια στιγμή κι έπειτα έσβησε. Αυτό ποτέ μου δε θα το ξεχάσω… Και χάθηκε από μπροστά μου, σα σκιά…
Pablo Picasso, Πιερότος και κολομπίνα. 1900. Ιδιωτική Συλλογή.
            Δεν τον ξαναείδα τη βραδιά εκείνη. Η εικόνα του έμεινε, όμως, καρφωμένη στο μυαλό μου. Σε λίγη ώρα μπήκαν νέες μάσκες. Ήμουν ταραγμένη, σαστισμένη. Είχα μιαν ακράτητη επιθυμία να τον ξαναϊδώ από μακριά.
            Την ώρα που φύγαμε — κόντευε σχεδόν να ξημερώσει — τράβηξα το Νίκο απ’ το χέρι, και φύγαμε, χωρίς να πούμε καληνύχτα σε κανένα. Όταν πήγα σπίτι, όλ’ αυτά ξαναπέρασαν απ’ το νου μου, σαν όνειρο γλυκό της φαντασίας, με μια πολύ μεγάλη νοσταλγία…
            Αυτή η περιπέτεια της χρονιάς εκείνης —όσο μικρή κι ασήμαντη κι αν φαίνεται— έμεινε για καιρό μέσ’ στο μυαλό μου. Έπειτα, σιγά σιγά, με την ευκολία που ξεχνούν τα νιάτα, άρχισα και γω να την ξεχνώ.
Fernand Tuissaint (1873-1955), Μακρινές σκέψεις. Ιδιωτική Συλλογή.
            Μετά πέντε μήνες, ακριβώς, ήμουν αρραβωνιασμένη. Δε θέλω να σας κουράσω, με το να σας διηγηθώ εκείνη την ιστορία: τα περιστατικά εκείνα δε σας ενδιαφέρουν. Κι εμένα, τώρα, δε μ’ ενδιαφέρουν. Ένας νέος, πολύ καλός, πολύ συμπαθητικός — αυτός που ύστερα έγινε άντρας μου, τον ξέρετε — με ζήτησε απ’ τον πατέρα. Ο πατέρας τον αγαπούσε — και γω αγαπούσα τον πατέρα. Είπα: ναι, χωρίς να το πολυσκεφθώ. Δεν έχω λόγο, άλλως τε, να παραπονεθώ. Κι έτσι, ένα καλό πρωί βρέθηκα αρραβωνιασμένη… Το καλοκαίρι πήγαμε ταξίδι σ’ ένα νησί. Δε θα ξεχάσω το καλοκαίρι εκείνο. Ήταν το πιο χαριτωμένο, ίσως, καλοκαίρι της ζωής μου: βαρκάδες, ιππασίες, εκδρομές. Ένιωθα τον εαυτό μου περισσότερο ελεύθερο από πάντα — ίσως επειδή επρόκειτο να σκλαβωθώ για πάντα… Αυτό, μπορεί να σας φανεί παράξενο, αλλά έτσι είναι. Τέτοια ήταν η ψυχολογία της στιγμής…
            Είχαμε ορίσει το γάμο πολύ σύντομα. Και ο γάμος έγινε λίγο πριν απ’ τις Αποκριές. Επρόκειτο να φύγουμε για την Ευρώπη, αλλ’ αναβάλαμε το ταξίδι, για να περάσουμε το καρναβάλι μαζί με τους δικούς μας.
            Το καρναβάλι αυτό ήταν πολύ πιο σοβαρό για μένα. Ήμουν κυρία, και είχα πολύ διαφορετικότερες υποχρεώσεις. Ο άντρας μου μ’ αγαπούσε φοβερά. Εννοούσε, σώνει και καλά, να διασκεδάσω. Πηγαίναμε παντού.
P. Aug. Renoir,  O χορός της πόλης. 1893. Mουσείο του Ορσέ Παρίσι.

            Μια βραδιά — πάλι τελευταία Κυριακή της Αποκριάς — (γιατί τα θυμούμαι τώρα, Θε μου, όλ’ αυτά;) πήγαμε στο σπίτι ενός μακρινού μου συγγενούς. Επρόκειτο, όπως συνήθως, να χορέψουμε. Πήγαμε οι δυο μας — οι άλλοι ήταν καλεσμένοι σ’ άλλο σπίτι. Χόρεψα με πολύ λίγους καβαλιέρους. Κατά τα μεσάνυχτα, μέσ’ στην παραζάλη του χορού, είχα καθίσει πάλι στο πιάνο, κι έπαιξα ένα εύθυμο κομμάτι. Κι ενώ στεκόμουν και μιλούσα με μια φίλη μου, παρουσιάστηκε ο ίδιος ο πιερότος. Μόλις τον είδα, τον θυμήθηκα αμέσως. Έμεινα άφωνη κι εκστατική. Στάθηκε κοντά μου, με τον ίδιο τρόπο. Το πρόσωπό του, όμως, ήταν αλλαγμένο —σα να είχε σηκωθεί από αρρώστια. Και τα μάτια του ήταν, τώρα, ακόμα πιο λυπημένα· έμοιαζαν, τώρα, σα φωτιές που πρόκειται να σβήσουν. Δεν έχω δει ποτέ μου, στη ζωή μου — και ξέρετε τα χρόνια μου, πιστεύω — μάτια πιο πικρά κι απελπισμένα…
            Με κοίταξε και πάλι πολλή ώρα, μ’ ένα βαθύτατο ερωτηματικό. Έτρεμα όλη. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Δεν ξέρω, έτσι, πόση ώρα πέρασε…
            Οι άλλοι χόρευαν, κανένας δε μας πρόσεχε. Δεν έβλεπα τη φίλη μου. Θαρρώ να είχε φύγει μια στιγμή.


J. Antoine Watteau, Πιερότος. 1718. Λούβρο. Παρίσι.
            Ήμουν έτοιμη να μιλήσω πρώτη, όταν άπλωσε το χέρι ξαφνικά, και μου’ δωσε και πάλι ένα γράμμα, αλλά με τρόπο τόσο σοβαρό, τόσο σοβαρό και λυπημένο… Κι αυτή τη φορά, το πήρα. Και χάθηκε, προτού να του μιλήσω… Δεν τον ξαναείδα ποτέ πια.
            Το πρωί που φύγαμε είχα το γράμμα του κρυμμένο μέσ’ στο στήθος. Το είχα βάλει, βιαστικά, σε μια μικρή τρυπίτσα, δεξιά. Όταν φθάσαμε στο σπίτι, κι έμεινα μόνη, έτρεξα γρήγορα στο φως να το διαβάσω. Έψαξα παντού, και δεν το βρήκα: μου είχε πέσει, φαίνεται, στο δρόμο…
            Αυτό είν’ όλο.
            Πρέπει τώρα να σας πω, αγαπητέ μου, ότι αυτή η περιπέτεια — όσο κοινή και τιποτένια κι αν τη βρίσκετε— έχει σημαδεμένη τη ζωή μου… Ένα σωρό ερωτήσεις είναι ακόμα μέσα μου: Ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος; Γιατί δε φάνηκε ποτέ τις άλλες μέρες; Γιατί δε θέλησε να μου φανερωθεί;… Αυτές οι ερωτήσεις με τυράννησαν πολύ, πολύν καιρό. Αν επιμένετε, με τυραννούν ακόμα…


Fernand Tuissaint (1873-1956), Κοπέλα που ονειρεύεται.
            Πολλές φορές είπα με το νου μου, πως η σκιά εκείνη δεν υπήρξε, πως ήταν η μορφή ενός ονείρου…
            Δεν τον ξαναείδα ποτέ πια. Δεν έμαθα ποτέ μου τίποτ’ άλλο. Δεν τόλμησα να υποθέσω τίποτε. Έπειτ’ από κάμποσον καιρό, έμεινα χήρα. Ο πατέρας πέθανε και κείνος, στην Ευρώπη. Σε λίγο, έχασα και τη μητέρα. Εσείς, ακόμα, τότε, ήσαστε παιδί. Έμεινα μόνη. Απ’ την οικογένειά μου, δεν έμεινε παρά ο αδελφός μου.
            Κι από τότε, που λέτε, φίλτατέ μου, μήτε που ξαναγάπησα ποτέ μου…
. . . . . . .  . . . . . . . . . . . . . . . . . .
            Σταμάτησε να λέει. Η κάμαρα, τώρα, είχε μισοσκοτεινιάσει.
            Σήκωσα τα μάτια και την κοίταξα.
            Είπε ακόμα, με φωνή πιο σιγανή:
            — Πέρασαν πόσα χρόνια από τότε; Σαρανταπέντε χρόνια, ακριβώς…
            Έκαμα μια κίνηση μικρή αδημονίας. Εκείνη δε με κοίταζε διόλου. Είχε τα μάτια στυλωμένα στο παράθυρο.
            Έπειτα τα γύρισε με μιας, με κοίταξε κατάματα και πάλι, και με φωνή βαθιά, φανατική, φωνή που δεν την ήξερα ως τώρα, φωνή γριάς τρελής ξεμωραμένης, που μου’ δωσ’ ένα ρίγος στην καρδιά, αν και με κόπο βάσταξα τότε, θαρρώ, τα γέλια, (τώρα που τα θυμάμαι όλ’ αυτά, και που εκείνη είναι πεθαμένη, νιώθω μια βαθύτατη μεταμέλεια), με μάτια που δε μ’ έβλεπαν διόλου, πρόσθεσε ακόμα πιο σιγά :

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

O πιερότος στην ποίηση και τη ζωγραφική. Ρώμος Φιλύρας, Pablo Picassο και Georges Seurat Ο Πιερότος

Ρώμος Φιλύρας, Ο πιερότος

     Ας κάνω και φέτος μία Αποκριάτικη ανάρτηση, αφού βρισκόμαστε στο τέλος των Αποκριών. Για τον γνωστό ήρωα της commedia del' arte, τη φιγούρα του υπηρέτη πιερότου, θα είναι η αναφορά.  Λευκή φαρδιά ενδυμασία με μεγάλα κουμπιά και κρυμένο θλιμένο πρόσωπο πίσω από μάσκα με θλιμένα χαρακτηριστικά είναι η "αποκριάτικη" στολή του πιερότου. Κάποτε συνήθιζαν να ντύνονται "πιερότοι" ή "αρλεκίνοι" (ο πονηρός αρλεκίνος ήταν ο φίλος του πιερότου, αντίποδας ως προς το χαρακτήρα) και κολομπίνες (η κολομπίνα ήταν η αγαπημένη του πιερότου, την οποία όμως κατάφερε τελικά να κερδίσει ο αρλεκίνος).
Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού αιώνα ποιητές (κυρίως εκπρόσωποι του συμβολισμού), αλλά και ζωγράφοι εμπνεύστηκαν από τη μορφή του πιερότου και τις έδωσαν συμβολική διάσταση. Ιδού, λοιπόν, το γνωστό ποίημα του Ρώμου Φιλύρα (1898-1942) "Ο πιερότος", ενός ελάσσονα και χαμηλόφωνου ποιητή, που αγαπώ ιδιαίτερα (Για τον Ρώμο Φιλύρα, βλ. http://annagelopoulou.blogspot.gr/2013/12/blog-post_15.html.)

Το ποίημα του Ρώμου Φιλύρα Ο πιερότος  δημοσιεύτηκε το 1921.

Πιερότοι εσύ κι εγώ κι άλλοι κοντά του,
κι αυτός τόσο σωστός μ’ άσπρη ζακέτα,
παίζαμε με τη φόρμα του, ρίχναμε κάτου
τ’ ομοίωμά του –χρώμα σε παλέτα.

Φτιάναμ’ εμείς τη στάση του μαζί του,
ήταν τυχαία και το σύμβολό μας˙
στο πέταγμα, στην τοποθέτησή του,
είχε τον ξένο μορφασμό και το δικό μας.

Ήταν ειρωνικός, μα και θλιμμένος,
στο παλκοσένικο ένας μώμος τραγικός,
ήταν ολοφυρόμενος, απεγνωσμένος,
σαν εμπροστά σε θαύμα, εκστατικός.

Ανάμπαιζε με τη δική του κάθε πόζα,
ενώ την είχε πάρει από τεχνίτη,
και στα κοιτάγματά του τα σκαμπρόζα
εμάντευες το δύσκολο και ψηλομύτη.

Ήταν αυτός, ολόκληρος κι ωραίος,
ανθρώπινος πολύ στη μπατιστένια
στολή του, στα κουμπιά του, φευγαλέος,
βραχνάς απ΄ τους βαθύτερους στην έννοια.

Κι έξαφνα, καθώς έγερνε, ήταν όλος
μια σκεπτική κι επιγνωσμένη εικόνα,
διανοητικός κι όμως μαριόλος,
δίπλωνε χαριέστατα το γόνα.

Georges Seurat, Πιερότος με λευκή πίπα. 1883. Ιδιωτική Συλλογή.

Σα να’ ταν ανεμπόδιστος στην πλάση,
χωρίς την ψεύτικην ευγένεια και τη γνώση,
ελεύθερος να κλάψει ή να γελάσει,
δίχως ν’ ακούσει σχόλια ή ν’ αρθρώσει.

Είχε του θετικού την παρουσία,
το ρεμβασμό ενός όντος νοητικού,
ευπρέπεια πολλή, ετοιμολογία,
κι ύφος κρυψίνου σ’ έμπασμα ιερού.

Άλλοτε είχε αυθάδεια μεγάλη
κι έπαιρνε η φάτσα του έκφραση πικρή,
περιφρονούσε τις κυρίες όπου οι άλλοι
θαυμάζανε, και του φαινόντουσαν μικροί!

Είχε χολή σε υπόσταση πανένια,
πλαστογραφούσε υπόκριση ρητή,
κι εσυγχυζότανε σα νιόκοπη γαρντένια
με τεχνητή καμέλια στο κουτί.

Είχε πρωθύστερη η μορφή του σημασία,
κι όμως μας απατούσε όλους μαζί,
κι ενώ ήταν άνθρωπος σωστός, ουσία
γυρεύαμε και θέλαμε να ζη…

P. Picasso, Ο πιερρότος. 1918. Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης. Ν. Υόρκη. Εμβληματικό έργο ενός μεγάλη καλλιτέχνη. Ο θλιμένος μοναχικός πιερότος κάθεται σκεπτικός και σχεδόν παραιτημένος, κρατώντας στο ένα χέρι τη μάσκα. Η μάσκα κρύβει την ανείπωτη θλίψη...

http://www.moma.org/collection/object.php?object_id=78427
http://www.wikigallery.org/wiki/painting_250918/Georges-Seurat/Pierrot-with-a-White-Pipe
http://www.sansimera.gr/anthology/109

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Γυναίκες που διαβάζουν. Πίνακες του Jean Baptiste Corot

Kοπέλες που διαβάζουν

   Επιστρέφω σ' ένα αγαπημένο θέμα. Στους πίνακες ζωγραφικής που απεικονίζουν γυναίκες που διαβάζουν. Eπιλέγω έργα του Γάλλου "υπαιθριστή" ζωγράφου Jean Baptiste Camille Corot (1796-1875). Ο Corot υπήρξε κεντρική μορφή της γαλλικής ζωγραφικής με θέμα τοπία της γαλλικής υπαίθρου και προσωπογραφίες, κυρίως γυναικών. Με καταβολές στον νεοκλασικισμό, η επιρροή του οποίου είναι προφανής στο έργο του, ο Corot "άνοιξε δρόμους" για τους Γάλλους ιμπρεσιονιστές ζωγράφους της επόμενης περιόδου, ζωγραφίζοντας εικόνες από τοπία στην ύπαιθρο.
   Στους παρακάτω πίνακες βλέπουμε τις προσωπογραφίες νεαρών γυναικών να διαβάζουν με προσήλωση και αφοσίωση το βιβλίο τους. Έχω την εντύπωση ότι η αίσθηση της μελαγχολίας κυριαρχεί…

Jean Camille Baptiste Corot, Kοπέλα που διαβάζει. Oscar Reinhart Μουσείο. Winterthur. Ελβετία. Η γλυκύτατη κοπέλα διαβάζει καθισμένη μάλλον σε μια πέτρα στην εξοχή. Το βλέμμα του ζωγράφου επικεντρώνει στη γυναικεία μορφή, ενώ το περίγραμμα του τοπίου είναι ασαφές. Αριστοτεχνικές οι λεπτομέρειες της ενδυμασίας της κοπέλας και του χτενίσματος της.

Jean Baptiste Camille Corot, Κοπέλα που διαβάζει. 1869-1870. Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης. Μία ακόμα νεαρή γυναίκα διαβάζει στην εξοχή. Και εδώ κυριαρχεί η γυναικεία μορφή, μπορούμε όμως να διακρίνουμε λεπτομέρειες από το τοπίο πίσω της. Για παράδειγμα, βλέπουμε μία βάρκα με ανδρική φιγούρα στο ποτάμι.

Jean Baptiste Camille Corot, Γυναίκα που διαβάζει. 1868. Εθνική Πινακοθήκη Τέχνης. Ουάσινγκτον. Η γυναίκα διαβάζει σε κλειστό χώρο. Οι πινελιές του πίνακα είναι σχεδόν ιμπρεσιονιστικές. Το βιβλίο βρίσκεται στο τραπέζι. Πίσω της διακρίνουμε έναν πίνακα που απεικονίζει τοπίο.

Jean Baptiste Camille Corot, Κορίτσι που διαβάζει. 1850. Ιδιωτική Συλλογή. Η κοπέλα διαβάζει σε κλειστό χώρο. Ο χώρος διαγράφεται με "ασαφείς" γραμμές. Το βλέμμα μου πηγαίνει στην κορδέλα των μαλλιών της κοπέλας και στα χέρια της που κρατούν τρυφερά το μικρό βιβλίο.

 Jean Baptiste Camille Corot, Γυναίκα που διαβάζει περπατώντας δίπλα στο ποτάμι. 1870-74. Ιδιωτική Συλλογή. Ο τοπιογράφος Corot ζωγραφίζει ένα τοπίο με ποτάμι. Η γυναικεία φιγούρα διαβάζει περπατώντας...

Jean Baptiste Camille Corot, Γυναίκα  που έχει διακόψει το διάβασμα. 1870. Ινστιτούτο Τέχνης του Σικάγο.
 Αινιγματική η έκφραση του προσώπου της γυναίκας. Bρίσκεται στο εσωτερικό ενός δωματίου. Έχει διακόψει το διάβασμα του βιβλίου. Τι να σκέφτεται, άραγε; Ο ζωγράφος αποδίδει με λεπτομέρεια τα κοσμήματά της.

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

Ο έρωτας στη ζωγραφική. Ερωτευμένα ζευγάρια του Vincent Van Gogh

Oι ερωτευμένοι. Πίνακες του Vincent Van Gogh

   Η γυναίκα τον αγκαλιάζει από τον ώμο και μαζί πορεύονται αργά στο δρόμο τους, έχοντας γυρισμένοι την πλάτη στους θεατές. Ένα ζευγάρι αγροτών βαδίζει στην ύπαιθρο. Με συγκινεί η τρυφερότητα της κίνησης του χεριού της γυναίκας και η κλίση των σωμάτων τους. Φαίνονται και οι δύο κουρασμένοι, να προσπαθούν να στηρίξουν ο ένας τον άλλο. Είναι μάλλον κάποιας ηλικίας και ίσως κουρασμένοι από το μόχθο της αγροτικής ζωής. Έχουν όμως δικαίωμα να αγαπιούνται και να είναι ερωτευμένοι.
       "Δύο ερωτευμένοι" ονομάζεται ο πίνακας του μεγάλου Ολλανδού ζωγράφου Vincent Van Gogh.

 V. Van Gogh, Δυο ερωτευμένοι. Αρλ. 1888. Ιδιωτική Συλλογή.

V. Van Gogh, Κήπος με ερωτευμένα ζευγάρια. Saint Pierre. 1887. Mουσείο Βαν Γκογκ. Άμστερνταμ

Δύο ερωτευμένα ζευγάρια χαίρονται τον έρωτά τους στον κήπο.

V. Van Gogh, Ο κήπος των ποιητών. ΙII. 1888. Ιδιωτική Συλλογή.

Είναι το τρίτο έργο της σειράς Ο κήπος των ποιητών. Απεικονίζει ένα ζευγάρι να κάνει περίπατο.

V. Van Gogh, Ο κήπος των ποιητών. ΙV. 1888.

Ένα σκίτσο. "Ο κήπος των ποιητών" νούμερο 4. Το ζευγάρι των αγροτών βαδίζει...

V. Van Gogh, Δύο μορφές στο δάσος. 1890. Cincinnatti Mουσείο Τέχνης.
   
Μόλις διακρίνονται οι φιγούρες ενός ζευγαριού ανάμεσα στους κορμούς των δένδρων και τη βλάστηση του εδάφους.

V. Van Gogh, Μεσημεριανή ανάπαυση (σύμφωνα με τον Millet). 1890. Mουσείο του Ορσέ. Παρίσι.

...Και ένας διάσημος πίνακας του Van Gogh. Ένα ζευγάρι αγροτών ξεκουράζεται από τον κάματο των αγροτικών εργασιών στον ίσκιο μίας θημωνιάς. Είναι μεσημέρι. Η γυναίκα ακουμπά αποκαμωμένη με τρυφερότητα στο σώμα του άνδρα. Ο Van Gogh είχε ως υπόδειγμα έναν επίσης διάσημο πίνακα ενός επίσης μεγάλου Γάλλου καλλιτέχνη, του J. F. Millet.
J. F. Millet,  Μεσημεριανή ξεκούραση. 1866. Μουσείο Καλών Τεχνών. Βοστόνη.


http://www.wikiart.org/en/vincent-van-gogh/a-pair-of-lovers-arles-1888
http://www.vggallery.com/painting/p_0485.htm
http://www.vangoghmuseum.nl/en/collection/s0019V1962
http://www.vangoghgallery.com/catalog/Painting/656/Undergrowth-with-Two-Figures.html
http://www.cincinnatiartmuseum.org/art/collection/collections/?u=6925549
http://www.vangoghgallery.com/catalog/Painting/331/Noon:-Rest-from-Work-(after-Millet).html
http://www.musee-orsay.fr/en/collections/index-of-works/resultat-collection.html?no_cache=1&zoom=1&tx_damzoom_pi1%5Bzoom%5D=0&tx_damzoom_pi1%5BxmlId%5D=000750&tx_damzoom_pi1%5Bback%5D=en%2Fcollections%2Findex-of-works%2Fresultat-collection.html%3Fno_cache%3D1%26zsz%3D9
http://www.wga.hu/html_m/g/gogh_van/09/arles49.html
http://www.mfa.org/collections/object/noonday-rest-31627

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

Ο έρωτας στην ποίηση. Ερωτικά Ποιήματα του Πάμπλο Νερούδα

Ερωτικά Ποιήματα του Πάμπλο Νερούδα

Edvard Munch, Χωρισμός. 1896. Moυσείο Munch.

Πάμπλο Νερούδα, Το όνειρο

Περπάταγα στην αμμουδιά
κι αποφάσισα να σ' αφήσω

Πατούσα μια λάσπη 
που τρεμούλιαζε,
κι όπως βούλιαζα και ξανάβγαινα
πήρα την απόφαση να φύγεις
από μέσα μου, με βάραινες
σαν πέτρα κοφτερή,
και σχεδίασα το χαμό σου
βήμα βήμα:
θα έκοβα τις ρίζες σου,
θα σ' αμόλογα στον άνεμο μόνη.

Αχ, εκείνο το λεπτό,
 καρδιά μου, ένα όνειρο
με τα τρομερά φτερά του
σε σκέπαζε.

Ένιωθες να σε καταπίνει η λάσπη,
και με φώναζες κι εγώ δεν ερχόμουν,
και χανόσουν, ακίνητη,
ανυπεράσπιστη
μέχρι που πνίγηκες μέσα στο στόμα της άμμου.

Έπειτα
η απόφασή μου συνάντησε το όνειρό σου,
κι από το χωρισμό
που μας έσκιζε την ψυχή,
αναδυθήκαμε καθαροί ξανά, γυμνοί,
αγαπώντας ο ένας τον άλλον
δίχως όνειρο, δίχως άμμο,
ακέραιοι και ακτινοβολώντας,
σημαδεμένοι από τη φωτιά.

Edvard Munch, ζευγάρι στην ακτή. 1906-1907. Εθνική Πινακοθήκη. Βερολίνο

Πάμπλο Νερούδα, Ο άνεμος στο νησί

Ο άνεμος είν' άλογο:
άκου το πώς τρέχει
στη θάλασσα, στον ουρανό.

Θέλει να με πάρει: άκου
πώς περιτρέχει όλη τη γη
για να με πάρει μακριά.

Κρύψε με στην αγκαλιά σου
γι' αυτή τη νύχτα μόνο,
που η βροχή θρυμματίζει
πάνω στη θάλασσα και στη στεριά
τα αμέτρητα στόματά της.

Άκου πως ο άνεμος
με καλεί καλπάζοντας
για να με πάρει μακριά.

Με το μέτωπό σου στο μέτωπό μου,
με τα χείλη σου στα χείλη μου,
δεμένα τα κορμιά μας
στον έρωτα που μας καίει,
άσε τον άνεμο να φύγει
χωρίς να με πάρει μαζί του.

Άσε τον άνεμο να φύγει
αφροστεφανωμένος,
να με καλεί και να με ψάχνει
καλπάζοντας μες στο σκοτάδι,
κι εγώ, βυθισμένος,
στα μεγάλα σου μάτια,
γι' αυτή τη νύχτα μόνο
να ξαποσταίνω, αγάπη μου.

Edvard Munch, Οι μοναχικοί. 1935. Μουσείο Munch.

Πάμπλο Νερούδα, Η βασίλισσα

Σε ονόμασα βασίλισσα.
Υπάρχουν πιο ψηλές από εσένα, πιο ψηλές.
Υπάρχουν πιο αγνές από εσένα, πιο αγνές.
Υπάρχουν πιο ωραίες από εσένα, υπάρχουν ωραιότερες.
Όμως εσύ είσαι η βασίλισσα.

Όταν περπατάς στους δρόμους
κανένας δε σε αναγνωρίζει.
Κανείς δε βλέπει το κρυστάλλινο στέμμα σου,
κανένας δεν κοιτά
το χαλί από κόκκινο χρυσάφι
που πατάς όπου περνάς,
το χαλί που δεν υπάρχει.

Κι όταν φανείς
αντηχούν όλα τα ποτάμια
στο κορμί μου, σείουν
τον ουρανό οι καμπάνες,
κι ένας ύμνος γεμίζει τον κόσμο.

Μόνο εσύ κι εγώ,
μόνο εσύ κι εγώ, αγάπη μου,
τον ακούμε.

Edvard Munch, Περπατώντας στον κήπο. 1930. Ιδιωτική Συλλογή.

Για τα ποιήματα, βλ. Πάμπλο Νερούδα, ερωτικά ποιήματα. Δίγλωσση έκδοση, μετάφραση Αγαθή Δημητρούκα, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2014.

http://www.edvardmunch.org/edvard-munch-paintings.jsp
http://www.wikiart.org/en/edvard-munch/the-lonely-ones-1935
http://www.wikiart.org/en/edvard-munch/couple-on-the-shore-from-the-reinhardt-frieze-1907
http://commons.wikimedia.org/wiki/File:Edvard_Munch_-_Separation_-_Google_Art_Project.jpg
http://www.the-athenaeum.org/art/list.php?m=a&s=tu&aid=1793