Άννας Αγγελοπούλου Ιστολόγιο Χάριν Λόγου και Τέχνης, Χάριν Φίλων

"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.
Το βρήκα γραμμένο σ᾽ένα ξεχασμένο λεύκωμα της μητέρας μου. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 τέτοια αποφθέγματα σημείωναν οι μικρές μαθήτριες...
Γιατί θέλω ένα ιστολόγιο; Γιατί η ανάγκη μιας τέτοιου είδους επικοινωνίας;
Θα πω μόνο ότι στην αρχή σκέφτηκα να είναι ένα ιστολόγιο που να απευθύνεται στους συναδέλφους μου, δηλαδή μόνο σε φιλολόγους... "Χάριν φίλων" του λόγου, δηλαδή. Στη συνέχεια σκέφτηκα να είναι και "χάριν φίλων" της τέχνης. Τελικά, όμως, αποφάσισα να απευθύνεται και σε πολλούς άλλους: στους πρώην και επόμενους μαθητές μου, σε όσους αγαπούν να ονειρεύονται, σε όσους πιστεύουν ακόμα στο όραμα της παιδείας, σε όσους επέλεξαν να είναι εκπαιδευτικοί από αγάπη, σε όσους αγαπούν να ταξιδεύουν, και κυρίως σε όσους αγαπούν την ανάγνωση ή μάλλον τις αναγνώσεις...σε όσους παντού και πάντα θα διαβάζουν...θα διαβάζουν κείμενα στα βιβλία, κείμενα στις εικόνες, κείμενα στα πρόσωπα των ανθρώπων... Άλλωστε, η ανάγνωση είναι ταξίδι, όχι ένα αλλά πολλά ταξίδια...
Τελικά, το ιστολόγιο αυτό απευθύνεται στα αγαπημένα πρόσωπα της ζωής μας... Απευθύνεται ακόμα σε φίλους, γνωστούς και άγνωστους, σε πρόσωπα που συνάντησα, συναντώ καθημερινά, θα συναντήσω στο μέλλον ή που δε θα συναντήσω ποτέ.
Καλά ταξίδια, λοιπόν, με βιβλία, εικόνες, μουσικές και κυρίως με όνειρα!


Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Ποιήματα για τον πόλεμο. Ένα ποίημα του Θωμά Γκόρπα και ένα ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου

Ποιήματα για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο στο Αλβανικό Μέτωπο
Θωμάς Γκόρπας, Νικηφόρος Βρεττάκος

Δεν μου ταιριάζουν το ηρωικό πνεύμα και ο εορταστικός-πανηγυρικός χαρακτήρας των ημερών για το "Έπος" του 40. Για αυτό, επιλέγω δύο αντιηρωικά ποιήματα, δύο ποιήματα αντιπολεμικά (υπάρχουν πολλά), για να θυμόμαστε ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν "νικητές" και "νικημένοι".  Ο πόλεμος είναι άδικος, είναι σκληρός, είναι οδυνηρός για όλους. Ο πόλεμος σημαίνει θάνατος. 


Τραυματίας. 1940. Τουλάχιστον δεν σκοτώθηκε. Φωτογραφία της Βούλας Παπαϊωάννου. 
Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη.


Με συγκινεί ο ρεαλισμός του Γκόρπα και η απομυθοποίηση του ελληνοϊταλικού πολέμου. 
Με συγκινεί, όμως, και ο λυρισμός του Νικηφόρου Βρεττάκου.

Θωμάς Γκόρπας, Το αλβανικό 
“Λένε κάποια τραγούδια και ιστορικά βιβλία
πως ο στρατός μας θαυματούργησε στην Αλβανία.
Αλλ’ ο πατέρας μου κανένα θαύμα δε θυμόταν
κι όταν τον ρώταγα τον πόλεμο τον καταριόταν.
– Ποιοι ήταν πατέρα οι νικηταί και ποιοι οι ηττημένοι;
– Στον πόλεμο, παιδί μου, υπάρχουν μόνο σκοτωμένοι…
Τα κρυοπαγήματα και τα κουρέλια του θυμόταν.
– Και τα ανδραγαθήματα; Ρωτούσα. Αποκρινόταν:
– Μπορεί οι νεκροί που τάφηκαν μέσα στο χιόνι
που πολεμήσαν μοναχοί και που πεθάναν μόνοι…
– Κ’ η Παναγία που σας προστάτευε πού ήτανε πατέρα
δεν ήταν δίπλα σας όταν φωνάζατε αέρα;
– Ίσως την έβλεπαν οι στρατηγοί την Παναγία
όταν μας ψάχνανε στους χάρτες μέσα στα γραφεία…”.

Θωμάς Γκόρπας, Ποιήματα, Κέδρος


Θεραπεία κρυοπαγημάτων των στρατιωτών. 1940-41. Aυτοί ήταν τυχεροί. Φωτογραφία της Βούλας Παπαϊωάννου. Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη.

Στρατιώτες και ημιαγωγοί. 1940-1941. Οι συνθήκες στο Ελληνοαλβανικό Μέτωπο ήταν ιδιαίτερα δύσκολες. Ορεινές διαδρομές σε δύσβατα και δυσπρόσιτα μέρη, χιόνι, παγετός και ψύχος. ...Και οι σφαίρες, τα κανόνια  του εχθρού... Φωτογραφία του Δημήτρη Χαρισιάδη. Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη.

Στρατιωτικό νοσοκομιακό αυτοκίνητο στο Μέτωπο. 1940.  Δεν μπορούσε, όμως, να φθάσει στις πλαγιές των χιονισμένων βουνών. Φωτογραφία του Δημήτρη Χαρισιάδη. Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη.


"Η Παναγιά μαζί σου". Επιστράτευση. 1940. Τον αποχαιρετά δίνοντας του να φιλήσει την εικονίτσα. Άραγε, επέστρεψε από το Μέτωπο; Φωτογραφία της Βούλας Παπαϊωάννου. Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη.


Νικηφόρος Βρεττάκος, Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο Αλβανικό μέτωπο
«Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε;
Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας
βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο
με μια ποδιά ζεστασιά και κατιφέδες από το σπίτι μας.
Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντιλιού: ένας κόσμος χαμένος.
Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκαλιασμένες.
Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ’ τα υψώματα του Μοράβα,
ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ’ τ’ αρπάγια της Τρεμπεσίνας.
Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο, διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.
(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).»

Δε θα μου πήγαινε αυτή η προσβολή περασμένη υπό μάλης,
δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ,
γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος,
αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν
αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα
μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ’ το χέρι του θεού
να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του.
Η νύχτα μας βελονιάζει τα κόκαλα μέσα στ’ αμπριά.
εκεί μέσα μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ’ ασπαζόμαστε
μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας το κλουβί στο παράθυρο,
τα μάτια των κοριτσιών, το φράχτη του κήπου μας, όλα τα σύνορα μας, τ
ην Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα, που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ’ το χιόνι,
που μας διπλώνει στη μπόλια της πριν απ’ το θάνατο.
Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα επιζήσουμε.
Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας αμέτρητοι,
Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι.
Το ότι πέθαναν, δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκεί,
με τις λύπες, τα δάκρυα και τις κουβέντες τους.
Ο ήλιος σας θα ‘ναι ακριβά πληρωμένος.
Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά, σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε.
(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).


Επιστράτευση. 1940. Αποχαιρετά τα δύο μικρά παιδιά του. Φαίνεται να λέει κάτι στο μεγαλύτερο, το αγοράκι στα δεξιά. Άραγε, επέστρεψε από το Μέτωπο; Φωτογραφία της Βούλας Παπαϊωάννου. Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη.

Στρατιώτης δίπλα σε παράθυρο. 1940. Μάλλον γράφει γράμμα. Μία καλλιτεχνική φωτογραφία του Δ. Χαρισιάδη. Υπέροχη η θέα από το παράθυρο. Ο πόλεμος, όμως, είναι πάντα παρών. Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη.




http://www.benaki.gr/index.asp?lang=gr&id=10201

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

28 Οκτωβρίου 1940: Η αρχή του τέλους του ποιητή Γιώργου Σαραντάρη. Ο Οδυσσέας Ελύτης και η Μελισσάνθη για το τέλος του Γιώργου Σαραντάρη

28η Οκτωβρίου 1940: Η αρχή του τέλους του ποιητή Γιώργου Σαραντάρη

   Με αφορμή την εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940 θέλω να κάνω μία ανάρτηση αφιερωμένη στον αγαπημένο μου ποιητή Γιώργο Σαραντάρη (1908-1941). Μία ανάρτηση όχι και τόσο ηρωική, καθόλου ηρωική θα έλεγα. Ο Γιώργος Σαραντάρης ήταν ανάμεσα σ' αυτούς που "με το χαμόγελο στα χείλη" ξεκίνησαν για να πολεμήσουν εναντίον των Ιταλών στο μέτωπο της ελληνοαλβανικής μεθορίου. Βέβαια, δεν είμαι σίγουρη για το αν ο ίδιος χαμογελούσε...

Ο Γιώργος Σαραντάρης (αριστερά, φορά γυαλιά) στην Καλαμπάκα με δύο άλλους 
στρατιώτες, καθ' οδόν για το πολεμικό μέτωπο. 26/10/2016. Στην πραγματικότητα του έμεναν λίγοι μήνες ζωής.

Ο ευαίσθητος διανοούμενος δεν θα αντέξει τις σκληρές συνθήκες του πολέμου και της πρώτης γραμμής  και ούτε θα μπορέσει να προσαρμοστεί στην ομαδική ζωή του στρατού. Θα αρρωστήσει βαριά εξαιτίας των κακουχιών και θα επιστρέψει στην Αθήνα όπου θα πεθάνει σε ιδιωτική κλινική στις 26 Φεβρουαρίου του 1941. Ήταν μόλις τριάντα δύο χρονών.

   Ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης γνώριζε τον Γιώργο Σαραντάρη και εκτιμούσε το πρωτοποριακό ποιητικό του έργο. Φαίνεται ότι ο Ελύτης γνωρίστηκε με τον Γιώργο Σαραντάρη τη δεκαετία του 1930, όταν ο τελευταίος ήλθε από την Ιταλία στην Αθήνα.

  Ο Ελύτης πίστευε ότι ο Σαραντάρης ήταν η αγνότερη πνευματική μορφή που είχε γνωρίσει. Εκτιμούσε όχι μόνο το έργο του, αλλά και την έμφυτη ευγένεια της προσωπικότητας του. Συγκλονισμένος από το θάνατο του Σαραντάρη, ο Ελύτης θα αναφερθεί με καταγγελτικό ύφος στις δύσκολες στιγμές που πέρασε ο Σαραντάρης στους λίγους μήνες της υπηρεσίας του στο μέτωπο.  Στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του "Ανοιχτά Χαρτιά" (α' έκδοση 1974) ο Ελύτης γράφει για το θάνατο του Γιώργου Σαραντάρη:

«…Ήταν η πιο άδικη απώλεια. Θα προσπεράσω λοιπόν για να τις ξαναπιάσω, ίσως κάποτε κι αλλού, τις σκληρές μέρες της Αλβανίας. Όμως θέλω τη στιγμή αυτή, απροκάλυπτα, να καταγγείλω το επιστρατευτικό σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη και που, δεν ξέρω πως, κατάφερε να κρατήσει στα Γραφεία και στις Επιμελητείες όλο τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό κι ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραυστο διανοούμενο που μόλις στεκότανε στα πόδια του, που είχε όμως προφτάσει να κάνει τις πιο πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της. Ήταν σχεδόν μια δολοφονία. Ο Γιώργος Σαραντάρης ήταν διπλωματούχος ιταλικού πανεπιστημίου- ο μόνος ίσως σε ολόκληρο το στράτευμα-, θα μπορούσε να ‘ναι περιζήτητος σε οποιαδήποτε από τις Υπηρεσίες που είχαν αναλάβει την αντικατασκοπεία, ή την ανάκριση των Ιταλών αιχμαλώτων. Αλλά όχι. Έπρεπε να φορτωθεί το γυλιό και τον οπλισμό των τριάντα οκάδων, για να χαθεί παραπατώντας μέσα στα χιονισμένα φαράγγια ένας ακόμη ποιητής, ένας ακόμη αθώος στο δρόμο του μαρτυρίου.
Γιώργος Σαραντάρης. Σε ηλικία 22 ετών ήλθε από την Ιταλία, όπου ήταν εγκατεστημένη η οικογένειά του, στην Αθήνα.

...Και ο Ελύτης συνεχίζει...

"Φαίνεται ότι πέρασε φριχτές ώρες. Τα χοντρά μυωπικά του γυαλιά, που χωρίς αυτά δεν μπορούσε να κάνει βήμα, τα' χασε μέσα στην παραζάλη. Φώναζε «βοήθεια» στους άλλους φαντάρους, αυτός ο Χριστιανός φώναζε «αδέρφια», και τα «αδέρφια» τον κοροϊδεύανε, τα πιο αδίστακτα βαλθήκανε κιόλας να του κλέβουνε κουβέρτες, μάλλινα, οτιδήποτε χρήσιμο   μπορούσε ο δόλιος να κουβαλεί. Απόμεινε σαν το κατατρεγμένο πουλί μέσα στην παγωνιά. Χωρίς να βαρυγκομήσει. Χωρίς να ξεστομίσει ένα πικρό λόγο. Περήφανος, μ’ ένα σώμα ελάχιστο και μια μεγάλη ψυχή, που τον κράτησε όσο που να τραγουδήσει ακόμη λίγο: «εγώ που οδοιπόρησα με τους ποιμένες της Πρεμετής»- κι ύστερα ν’ ανεβεί Στους τόπους “που αναγγέλλουν τον ουρανό και συνομιλούν με τον ήλιο”…».
Γιώργος Σαραντάρης. Από το Ελληνικό Λογοτεχνικό Ιστορικό Αρχείο.



  Τον Ιανουάριο του 1941 ο Σαραντάρης νοσηλεύεται στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Από εκεί αλληλογραφεί με την ποιήτρια Μελισσάνθη. 
               
Επιστολή του Γιώργου Σαραντάρη με ημερομηνία 20-1-1941.

Αγαπητή μου φίλη,


Νοσηλεύομαι από βρογχίτιδα εδώ και λίγες μέρες. Δεν κατέχω, αν θα μείνω λίγο ή πολύν καιρό. ή αν ύστερα θα πάρω άδεια να έρθω στην Αθήνα ή όχι. Σ' ευχαριστώ, αν και πολύ καθυστερημένα, για τα γράμματά σου, που μου έκαναν πολύ καλό σε στιγμές που ένοιωθα τον εαυτό μου ολομόναχο.

Θα 'θελα να σ' έβλεπα, να κουβεντιάσω μαζί σου. Άλλοτε έκανες λάθος μεγαλώνοντας άλλους στα γράμματά σου, αυτή τη φορά έκανες λάθος μεγαλώνοντας εμένα. Αλλά, ας ελπίσουμε ν' ανταμώσουμε γρήγορα ο ένας τον άλλο, να σφίξουμε τα χέρια μας, ας ελπίσουμε πως θα έχουμε υγεία.

Στρατ. Σαραντάρης Γεώργιος
Νοσοκομείον "Παιδαγωγικής Ακαδημίας"
Ιωάννινα


(η επιστολή έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό Ευθύνη, τχ. 234 Ιούνιος 1991-η αλληλογραφία του Σαραντάρη με τη Μελισσάνθη διασώζεται στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο)



  Δυστυχώς, η ελπίδα του για καλή υγεία διαψεύστηκε. Η υγεία του χειροτέρεψε...Επέστρεψε στην Αθήνα...Νοσηλεύτηκε σε ιδιωτική κλινική και σε λίγες ημέρες πέθανε...

Φωτογραφία της ποιήτριας Μελισσάνθης (ψευδώνυμο της Ήβης Κούγια Σκανδαλάκη, 1907-1990). 1939. Λέγεται ότι ο Σαραντάρης και η Μελισσάνθη είχαν ερωτική σχέση.

Ο Σαραντάρης επέστρεψε σχεδόν ετοιμοθάνατος από το μέτωπο στην Αθήνα με αναρρωτική άδεια. Μάλλον είχε τύφο. Νοσηλεύτηκε σε μία ιδιωτική κλινική όπου τον επισκέπτονταν συγγενείς και φίλοι.  Ο πρώτος εξάδελφός του, Παναγιώτης Σαραντάρης, μας πληροφορεί:
"Το τέλος του ήταν πολύ κοντά. Εμείς, οι συγγενείς και οι φίλοι, περιτριγυρίζαμε το κρεβάτι του και κλαίγαμε βουβά. Μας είδε και με το γλυκό του χαμόγελο, γεμάτος ειρήνη και πίστη, άρχισε εκείνος να μας παρηγορεί και να μας ενδυναμώνει, παροτρύνοντας μας να μην κλαίμε, διότι η ζωή δεν τελειώνει στον κόσμο αυτό, είναι αιώνια και συνεχίζεται, διότι μετά τον θάνατό του θα ζήσει μιαν άλλη, μεγαλύτερη χαρά". 

Η Μελισσάνθη πήγαινε με άλλους λογοτέχνες και τον έβλεπαν καθημερινά πριν τον θάνατό του και διηγείται πως μια μέρα της είπε: "Είδα τον άλλο χώρο! Υπάρχει. Πρέπει να εξαγνιστούμε για να γίνομε άξιοι αυτής της άλλης ζωής, Μελισσάνθη!".-

Δεκαπέντε χρόνια περίπου μετά το θάνατο του Σαραντάρη, το 1955 ο Οδυσσέας Ελύτης θυμάται με συγκίνηση τον ποιητή που πέθανε στα τριάντα δύο χρόνιά του, χωρίς να γίνει γνωστό το έργο του, και γράφει στη μνήμη του ένα ποίημα. Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή "Ετεροθαλή" που εκδόθηκε το 1974. Στην εικόνα το εξώφυλλο της τέταρτης έκδοσης με προμετωπίδα του Χατζηκυριάκου Γκίκα.

Οδυσσέας Ελύτης, Γιώργος Σαραντάρης

Θ΄ανάψω δάφνες να φλομώσει ο ουρανός
Μήπως και μυριστείς πατρίδα και γυρίσεις
Μέσ΄απ΄τα δέντρα που σε γνώριζαν και που γι΄αυτό
Τη στιγμή του θανάτου σου άξαφνα τινάξανε άνθος

Εμάς τους γύφτους άσε μας
Τους "οικούντας εν τοις κοίλοις"
Τι δε νογάμε από γιορτή

Και τα πουλιά δε βάνουμε προσάναμμα
Μα στον ύπνο μας καθώς μας είχες μυήσει
Δώθε από τη φθορά πλέκουμε τους κισσούς
Μακριά σου πιο κι απ' το Α του Κενταύρου

"Ως εν τινι φρουρά εσμεν"
Μαργωμένοι μες στο χρόνο
Κι από τραγούδι αμάθητοι

Μόνος εσύ ο αιρετικός της ύλης αλλ'
Ομόθρησκος των αετών το ύστερο άλμα
Τόλμησες. Κι οι ποιμένες σ' είδανε της Πρεμετής
Μες στης άλλης χαράς το φως να οδοιπορείς πιο νέος

Τι κι αν ο κόσμος μάταιος
Έχεις μιλήσει ελληνικά
Ως "εις τον έπειτα χρόνον"

Κι από την ομιλία σου ακόμη
Βγαίνουν θυμίαμα οι θαλασσινοί κρίνοι
Και κάποιες θρυλικές κοπέλες κατά σέ
Μυστικά στρέφουνε τον καθρέφτη του ήλιου.
1955

Και ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης είχε υπηρετήσει ως έφεδρος αξιωματικός στο μέτωπο. Στη φωτογραφία ο ανθυπολοχαγός Οδυσσέας Αλεπουδέλης στο Δέλβινο της Ηπείρου (στο μέσο).  Ο Ελύτης αρρώστησε από τύφο και νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο των Ιωαννίνων, όπως και ο Σαραντάρης. Μόνο που ο Ελύτης επιβίωσε...


http://allilografia.blogspot.gr/2014/01/blog-post_29.html
http://odysseas-elitis.weebly.com/taualpha-epsilontauepsilonrhoomicronthetaalphalambda942-1974.html
http://paterikos.blogspot.gr/2014/02/blog-post_25.html
http://diastixo.gr/arthra/925-sarantaris-elitis
http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=461&t=268
https://tasakos.com/2013/07/03/για-τον-γιώργο-σαραντάρη-τον-φίλο-μιας/
http://www.vakxikon.gr/γιώργος-σαραντάρης-ποιητής-στη-σκια/
http://www.toperiodiko.gr/γιώργος-σαραντάρης-ιταλός-έλληνας-ή-σ/#.WBOmXsf4k1g
http://www.kathimerini.gr/789225/article/politismos/vivlio/o-vios-toy-efedroy-od-alepoydelh
Θ' ανάψω δάφνε

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

Εικόνες από τη Θεσσαλονίκη. Πολύκλειτος Ρέγκος και Τόλης Νικηφόρου

Πολύκλειτος Ρέγκος και Τόλης Νικηφόρου. Εικόνες της Θεσσαλονίκης στο έργο ενός ζωγράφου και ενός ποιητή.

Πολύκλειτος Ρέγκος, Άη Δημήτριος. 1935.

Πολύκλειτος Ρέγκος, η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου. Χαρακτικό.

   Επειδή σήμερα εορτάζει η Θεσσαλονίκη τον πολιούχο της Άγιο Δημήτριο και την απελευθέρωσή της από τον ελληνικό στρατό κατά τον πρώτο βαλκανικό πόλεμο, σκέφτηκα να παρουσιάσω κάποιες εικόνες-όψεις της πόλης, έτσι όπως παρουσιάζονται στα έργα του Πολύκλειτου Ρέγκου (1903-1984), ενός σημαντικού μοντερνιστή ζωγράφου και χαράκτη που πέρασε πολλά χρόνια της ζωής του στη Θεσσαλονίκη (γεννήθηκε  στη Νάξο, αλλά από το 1913 εγκαταστήθηκε με την πατρική οικογένειά του μόνιμα στη Θεσσαλονίκη.
    Θα συνοδέψω τους πίνακες με τους στίχους ενός ποιητή από τη Θεσσαλονίκη, του Τόλη Νικηφόρου (γεννήθηκε το 1938). Επιλέγω δύο ποιήματα από την ποιητική συλλογή  "Μυστικά και θαύματα ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας (2007).  Τα ποιήματα διακρίνονται από βαθύτατη νοσταλγία για τη Θεσσαλονίκη παλιότερων εποχών, ενώ για την πόλη σκιαγραφείται μία εικόνα "ουτοπίας", την οποία φαίνεται να ενσταρνίζεται και ο Πολύκλειτος Ρέγκος,

Πολύκλειτος Ρέγκος, η Πλατεία Δικαστηρίων. Θεσσαλονίκη.

Πολύκλειτος Ρέγκος, όψη της Θεσσαλονίκης.

Τόλης Νικηφόρου, Κίτρινο ξωτικό κόκκινος χρόνος 

το ξωτικό της Εγνατίας που χάθηκε
καμιά φορά το σούρουπο ξαναγυρίζει
λουσμένο στα θολά νερά του χρόνου

στο κίτρινό του πέρασμα μες στην ομίχλη
στο χώμα στρώνονται και πάλι οι ράγες
αρχίζει από το χτες ένα ταξίδι ατέλειωτο
ακούγεται μια μουσική
και ξεπροβάλλουν σπίτια σιωπηλά
μια ελευθερία παράνομη
στην κόκκινη καρδιά του χρόνου

στο κίτρινο του πέρασμα μες στην ομίχλη
δακρύζει κείνο το τίποτα της νιότης μας
που ήταν τα πάντα

το ξωτικό της Εγνατίας που χάθηκε
καμιά φορά το σούρουπο ξαναγυρίζει
στις γειτονιές που δεν υπάρχουν πια
κι από το Χαριλάου ως το Βαρδάρι
χτυπάει το καμπανάκι του
σαν φωτισμένο τραμ και σαν κορίτσι
που υπόσχεται τον ουρανό

Πολύκλειτος Ρέγκος, ένα πορτρέτο στην παλιά πόλη της Θεσσαλονίκης. 1928.

Ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα 

ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
και να χαμογελάει μια γλάστρα στο μπαλκόνι
αργά μες στο ψιλόβροχο να ξημερώνει Κυριακή

το χώμα να μυρίζει γειτονιά
και ο ταμπλάς ξεροψημένο σάμαλι
ένας χαρταετός να υψώνεται πάνω απ’ τα κάστρα

νωχελικά να κατεβαίνεις την Αριστοτέλους
να κάθεσαι σε καφενείο της παραλίας
πίσω απ’ τα τζάμια να ρουφάς
αργά, πολύ αργά τον τούρκικο
και να καπνίζεις ένα, δύο, τρία τσιγάρα
με τον καπνό να σε τυλίγει σαν ομίχλη
κοιτάζοντας τα ψαροκάικα και πιο βαθιά τη θάλασσα

ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα

χρώματα σκοτεινά να αναδύονται στο φως
να ονειρεύεσαι ταξίδια

Πολύκλειτος Ρέγκος, Κρίνα από το Σέιχ Σου. 1936.

Πολύκλειτος Ρέγκος, Η καμάρα. 1939.

Πολύκλειτος Ρέγκος, Άη Δημήτριος. 1939.

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

Το Φθινόπωρο στην ποίηση και τη ζωγραφική. Μελισσάνθη.

Φθινόπωρο. Ένα ποίημα της Μελισσάνθης

Η φθινοπωρινή φύση έχει αποτελέσει πηγή έμπνευσης πολλών καλλιτεχνών. Είναι πολυάριθμα τα λογοτεχνικά κείμενα-κυρίως ποιητικά- και τα έργα ζωγραφικής που έχουν ως θέμα τους το Φθινόπωρο.
Robert Lewis Reid (1862-1929), Φθινοπωρινή λιακάδα.

Robert Lewis Reid, Φθινοπωρινό τοπίο με εκκλησία. 1899.


Νομίζω πως βρισκόμαστε πια στην καρδιά του Φθινοπώρου...αγαπημένη μου εποχή... Νομίζω, λοιπόν, ότι ήρθε η ώρα για το ποίημα της Μελισσάνθης (ψευδώνυμο της Ήβης Κούγια Σκανδαλάκη, 1907-1990). 

Νεορομαντικός ποιητικός λόγος, λυρικές εικόνες από τη φθινοπωρινή φύση, στίχοι που υμνούν τις λειτουργίες της φύσης το Φθινόπωρο. Η ποιήτρια απομονώνει λεπτομέρειες του φθινοπωρινού φυσικού τοπίου και τις απεικονίζει σχεδόν μυσταγωγικά και με θρησκευτική λατρεία.

Edward Cucuel (1875-1964), Φθινοπωρινή μοναξιά.


Μελισσάνθη, Φθινόπωρο


Ώρα δειλινού.

Του φθινοπώρου τα νέφη στίβουν το φουστάνι

να στεγνώση τ’ ουρανού

και στου απόβροχου τη σκόλη

βγαίνουν για σεργιάνι

οι σαλίγκαροι όλοι

κάτω απ’ το ξεθωριασμένο παρασόλι

του ήλιου… Τώρα η λάμια

η γη λιάζει τα βρεγμένα της τα χράμια

με των κάμπων τα πλουμίδια

κι από τα χορτάρια
κι από τα ψιλά γρασίδια
οι σταλαματιές γλυστρούνε χάντρες
και μαργαριτάρια
από ουράνια δαχτυλίδια.
Τις μαζώνουν οι νεράιδες οι ανυφάντρες
μες στα υπόγεια τους σεράγια και στ’ ανήλια
πολυέλαιους κι αργυρά καντίλια
σε πλεμμάτια κρυσταλλένιες μπάλλες
μάγισσα γριά κι αράχνη τις κρεμάει μες στυς κουφάλες
και λογής-λογής
ένα-ένα όλα τα ζούδια
ξεφαντώνουν απ’ τη γης
κι απομέσα από τα φλούδια,
κ’ ένας μύρμηκας σκαλώνει σ’ ένα αγκάθι φουντωτό
ν’ αγναντέψη όλο τον κόσμον από τέτοιο λιακωτό!..
Να! Το αυλάκι
κάνει χάζι,
το άχυρο – σχεδία που αράζει
και το δρασκελούν βαθράκοι!..
Κόσμοι ολόκληροι, ζωύφια,
ταξιδεύουν με πιρόγιες τα κελύφια!..
(...Κρύα ανατριχίλα στα νερά
σαν πεταλουδιώνε σμάροι…
Τώρα ο σίφουνας θα πάρη
απ’ τα δέντρα όλα τα φύλλα τα ξερά!
Στα καλάμια τη φλογέρα του σφυράει,
κι όπως πάη, πάη, πάη,
ο άνεμος-τσοπάνος σαλαγάει
σ’ άλλα πια λημέρια –



σ' άλλο τώρα χειμαδιό τα καλοκαίρια!...


Εdward Cucuel, Νύμφη του δάσους.


Robert Lewis Reid (1862-1929), Φθινόπωρο.

Για την ποιήτρια Μελισσάνθη, βλ. https://www.sansimera.gr/biographies/560
https://americangallery20th.wordpress.com/2015/07/31/edward-cucuel-1875-1954-3/
http://www.artnet.com/artists/edward-cucuel/past-auction-results/4

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Γυναικεία πορτρέτα του Gustav Klimt και Καίσαρ Εμμανουήλ. Περαστικές.

  Γυναικείες προσωπογραφίες του Klimt και το ποίημα "Περαστικές"

Gustav Klimt, Πορτραίτο της Emilie Floge. 1902. Μουσείο της πόλης της Βιέννης.

Καίσαρ Εμμανουήλ, Περαστικές

του Καλλιτέχνη Α. Κορογιαννάκη

Πρόσωπα ωραία που αφήνουμε στο δρόμο μας,
καθώς τοπία λαμπρά μες απ' το τρένο,
πρόσωπα γυναικεία, σπαρτά είστε ποιήματα
στο ανούσιο, το πεζό της ζωής βιβλίο...

Πρόσωπα αβρά, ιλαρά, επαρμένα, υπέρκομψα,
λουλούδια εξωτικά των πλουσίων κέντρων,
λάγνες, αιθέριες πόζες, φωτοπαίχνιδα
στης ζωής τις μαγικές λαμπρές βιτρίνες...

Πρόσωπα ηδονικά, οργιακά, υπερώριμα,
της ανθισμένης σάρκας φλόγινοι ύμνοι,
που μέσα σε μια άνοιξη έξαφνη των ίμερων
σε κάποιες ανθοκλίνες πάει ο νους σας...

Πρόσωπα ουτοπικά και υπερευαίσθητα
σιωπηλές αναγνώστριες της "Ιζόλδης"
που μέσα σε μια ρόδινη παραίσθηση
θαρείτε ότι ο Τριστάνος ζωντανεύει,

και, τρέμοντας τα χείλη σας προσφέρετε
σ' έναν πολύ κοινό τυχαίο διαβήτη.
Πρόσωπα ευγενικά, χλομά, περίλυπα,
χάρτινα παιγνιδάκια της Χιμαίρας.

Gustav Klimt, Γυναίκα με μαύρο καπέλλο. 1910. Ιδιωτική Συλλογή.

Πρόσωπα ευγενικά, χλομά, περίλυπα,
που η νύχτα θα σας βρει σε κάποιο πάρκα,
που κάποιοι ποιητές θα θέλανε
να σιγοκλαίν μαζί σας, σα βραδιάζει.

Πρόσωπα ασθενικά, δειλά, λιπόθυμα,-
βράδια χωρίς αυγές, άνανθοι κλώνοι,
ζωές που να πεθάνετε, εξεχάσατε,
κι οι τάφοι, πριν να ζήσετε, σας κράζουν...

Πρόσωπα ωραία που αφήνουμε το δρόμο μας,
καθώς τοπία απαλά μεσ' από το τραίνο.
Πρόσωπα γυναικεία, σπαρμένα ποιήματα,
στο ανούσιο το πεζό της ζωής βιβλίο...

Gustav Klimt, γυναίκα με καπέλο και φτερά. 1909. Ιδιωτική Συλλογή.

Gustav Klimt, To πορτρέτο της Hermine-Gallia. 1903



Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Ποιήματα και πίνακες ζωγραφικής για τους ασφόδελους και τους υάκινθους

Ασφόδελοι και Υάκινθοι

G. Hitchcock,  Γυναίκα σε λιβάδι με υάκινθους. Ιδιωτική Συλλογή.

Harold Harvey, Aσφόδελοι και νάρκισοι. Ιδιωτική Συλλογή.

Γιώργος Σεφέρης, Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους

G. Hitchcock,  Γυναίκα σε λιβάδι με υάκινθους. Ιδιωτική Συλλογή.

Δεν έχει ασφοδίλια, μενεξέδες, μήτε υάκινθους·πώς να μιλήσεις με τους πεθαμένους.Οι πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τη γλώσσα των λουλουδιών·γι’ αυτό σωπαίνουνταξιδεύουν και σωπαίνουν, υπομένουν και σωπαίνουνπαρὰ δῆμων ὀνείρων, παρὰ δῆμων ὀνείρων. 
Αν αρχίσω να τραγουδώ θα φωνάξωκι α φωνάξω—Οι αγάπανθοι προστάζουν σιωπή10 σηκώνοντας ένα χεράκι μαβιού μωρού της Αραβίαςή ακόμη τα πατήματα μιας χήνας στον αέρα.
Είναι βαρύ και δύσκολο, δε μου φτάνουν οι ζωντανοί·πρώτα γιατί δε μιλούν, κι ύστεραγιατί πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς15 για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω.Αλλιώς δε γίνεται, μόλις με πάρει ο ύπνοςοι σύντροφοι κόβουνε τους ασημένιους σπάγγουςκαι το φλασκί των ανέμων αδειάζει.Το γεμίζω κι αδειάζει, το γεμίζω κι αδειάζει·20 ξυπνώσαν το χρυσόψαρο κολυμπώνταςμέσα στα χάσματα της αστραπής,κι ο αγέρας κι ο κατακλυσμός και τ’ ανθρώπινα σώματα,κι οι αγάπανθοι καρφωμένοι σαν τις σαΐτες της μοίρας25 στην αξεδίψαστη γηςσυγκλονισμένοι από σπασμωδικά νοήματα,θα ’λεγες είναι φορτωμένοι σ’ ένα παμπάλαιο κάροκατρακυλώντας σε χαλασμένους δρόμους, σε παλιά καλντερίμια,οι αγάπανθοι τ’ ασφοδίλια των νέγρων:30 Πώς να τη μάθω ετούτη τη θρησκεία;

G. Hitchcock,  Γυναίκα σε λιβάδι με υάκινθους. 1890-1899.  Ιδιωτική Συλλογή.
Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός είναι η αγάπηέπειτα έρχεται το αίμακι η δίψα για το αίμαπου την κεντρίζει35 το σπέρμα του κορμιού καθώς τ’ αλάτι.Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός είναι το μακρινό ταξίδι·εκείνο το σπίτι περιμένειμ’ ένα γαλάζιο καπνόμ’ ένα σκυλί γερασμένο40 περιμένοντας για να ξεψυχήσει το γυρισμό.Μα πρέπει να μ’ αρμηνέψουν οι πεθαμένοι·είναι οι αγάπανθοι που τους κρατούν αμίλητους,όπως τα βάθη της θάλασσας ή το νερό μες στο ποτήρι.Κι οι σύντροφοι μένουν στα παλάτια της Κίρκης·45 ακριβέ μου Ελπήνωρ! Ηλίθιε, φτωχέ μου Ελπήνωρ!Ή, δεν τους βλέπεις;—«Βοηθήστε μας!»—Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη.
Τράνσβααλ14 Γενάρη 1942

Berthe Morisot, Ασφόδελοι. 1885.

Λορέντζος Μαβίλης, Λήθη

Καλότυχοι οἱ νεκροὶ ποὺ λησμονᾶνε 
τὴν πίκρια τῆς ζωῆς. Ὅντας βυθίσει 
ὁ ἥλιος καὶ τὸ σούρουπο ἀκλουθήσει, 
μὴν τοὺς κλαῖς, ὁ καημός σου ὅσος καὶ νἆναι.

Τέτοιαν ὥρα οἱ ψυχὲς διψοῦν καὶ πᾶνε 
στῆς λησμονιᾶς τὴν κρουσταλλένια βρύση· 
μὰ βοῦρκος τὸ νεράκι θὰ μαυρίσει, 
ἂ στάξει γι᾿ αὐτὲς δάκρυ ὅθε ἀγαπᾶνε.

Κι ἂν πιοῦν θολὸ νερὸ ξαναθυμοῦνται. 
Διαβαίνοντας λιβάδια ἀπὸ ἀσφοδύλι, 
πόνους παλιούς, ποὺ μέσα τους κοιμοῦνται.

Ἂ δὲ μπορεῖς παρὰ νὰ κλαῖς τὸ δείλι, 
τοὺς ζωντανοὺς τὰ μάτια σου ἂς θρηνήσουν: 
Θέλουν μὰ δὲ βολεῖ νὰ λησμονήσουν.

Harold Harvey, Ασφόδελοι.

ΣΆγγελος Σικελιανός, Στη Μαρία Πολυδούρη

Μη στοχαστείς πως ήρτα αργά κοντά σου. Είναι κρυφός
ο δρόμος μου και δεν τον ξέρουν οι άλλοι.
και χρόνια τώρα, ανήξερά Σου, είμαι για Σένα ο αδερφός,
οπού Σου σιάζει μυστικά το προσκεφάλι...

Κι’ αν απ’ την όχτη φαίνεται πως έρχομαι, όπου τη νευρή
των τόξων μου τανύζω
με πείσμα, ενάντια στην οκνιά που με κυκλώνει τη μιαρή,
μα αληθινά, γυρίζω

από την όχτην όπου ανθούν οι θείοι μονάχα ασφοδελοί
κι’ όπου σαλεύει μόνο
όποια μορφή αναδύθηκε για μένα ως πλέρια ανατολή
μέσ’ απ’ τον τέλειο πόνο...

Εκείθεν’ έρχομαι σ’ Εσέ, που ο θάνατός μου κ’ η ζωή
διπλό μου φέγγει αστέρι.
μα γίνοντ’ ένα μέσα μου και τα τυλίγει μια πνοή
σα Σου κρατώ το χέρι,

και συλλογιέμαι πως δεν ήρτα αργά κοντά Σου (με το φως
ή το σκοτάδι αν πρόλαβα), τι φτάνω απ’ τ’ ακρογιάλι
αυτών που μ’ ετοιμάσανε να Σού ‘μαι ο άξιος αδερφός,
και νά ‘μαι πλάι Σου πάλι...



Harold Harvey, Ασφόδελοι. Ιδιωτική Συλλογή.


Harold Harvey, Μαζεύοντας ασφόδελους. Ιδιωτική Συλλογή.

G. Hitchcock,  Γυναίκα σε λιβάδι με υάκινθους. 1890.  Ιδιωτική Συλλογή.

http://www.the-athenaeum.org/art/list.php?m=a&s=tu&aid=431 
http://www.artnet.com/artists/harold-harvey/past-auction-results
https://www.wikiart.org/en/berthe-morisot/daffodils
https://www.bonhams.com/auctions/21467/lot/19/
.