Τρόπος εξέτασης του μαθήματος «Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία» Γ ΓΕΛ Πανελ. Εξετάσεις 2019-20

Κυριακή 19 Ιουνίου 2016

Ελληνικός ιμπρεσιονισμός. Παιδιά που παίζουν στην παραλία. Πίνακες του Περικλή Πανταζή και του Θεόφραστου Τριανταφυλλίδη και το "Ευλογημένο καράβι" του Θεόφραστου Τριανταφυλλίδη

Ελληνικός ιμπρεσιονισμός. Στην  παραλία

  Θα συνεχίσω με ταξίδια στη θάλασσα, ταξίδια συμβολικά, ταξίδια ονειρεμένα και φανταστικά. Αφορμή της ανάρτησης ένας πίνακας ενός αγαπημένου ζωγράφου, του Περικλή Πανταζή (1849-1884) που συνειρμικά με οδήγησε σ' ένα αγαπημένο ποιηματάκι των παιδικών μου χρόνων, "To ευλογημένο καράβι" του Ζαχαρία Παπαντωνίου.
   Μία υπέροχη θαλασσινή σκηνή δια χειρός ενός σημαντικού ζωγράφου της νεοελληνικής τέχνης, ο οποίος θεωρείται ο πρώτος που ξέφυγε από τον Ακαδημαϊσμό της Σχολής του Μονάχου και πέρασε στην επιρροή του τότε μοντέρνου κινήματος, του γαλλικού ιμπρεσιονισμού. Μετά από τις σπουδές του στην Αθήνα και το Παρίσι, εγκαταστάθηκε στο Βέλγιο (έχοντας συστατική επιστολή του Γάλλου ζωγράφου Μανέ) όπου και διακρίθηκε για το έργο του.
  Δύο κομψοντυμένες γυναίκες περπατούν στην παραλία, η μία κρατά ροζ ομπρέλα. Πίσω τους και σε πρώτο πλάνο βλέπουμε τρία παιδάκια, ένα κορίτσι και δύο αγόρια να παίζουν με ένα καραβάκι, ένα ιστιοφόρο. Σύμβολο του ταξιδιού και της ενηλικίωσης το καράβι, ήταν κάποτε αγαπημένο παιχνίδι των παιδιών που ονειρεύονταν τη φυγή από τον κόσμο των ανηλίκων στον κόσμο των ενηλίκων και περίμεναν ανυπόμονα την ώρα της ανεξαρτησίας από τους δεσμούς της οικογένειας για να ριχτούν στην περιπέτεια της ζωής και να ζήσουν τη συγκίνηση του ταξιδιού στο άγνωστο...

Περικλής Πανταζής, Στην παραλία, 1879. Συλλογή Εμφιετζόγλου. Κτήμα του Βορρέ. Το καράβι παιχνίδι στην παραλία, ενώ στο βάθος διακρίνουμε (από τον καπνό) να ταξιδεύει στη θάλασσα ένα πραγματικό καράβι-ατμόπλοιο.

Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Το ευλογημένο καράβι

«Πού πας, καραβάκι, με τέτοιον καιρό;
Σε μάχεται η θάλασσα, δεν τη φοβάσαι;
Άνεμοι σφυρίζουν και πέφτει νερό,
πού πας, καραβάκι, με τέτοιον καιρό;»
 
«Για χώρα πηγαίνω πολύ μακρινή.
Θα φέξουνε φάροι πολλοί να περάσω.
Βοριάδες, νοτιάδες θα βρω, μα θα φτάσω
με πρίμο αγεράκι, μ’ ακέριο πανί.»
 
 «Κι οι κάβοι αν σου στήσουν τη νύχτα καρτέρι;
Απάνω σου αν πέσει το κύμα θεριό
και πάρει τους ναύτες και τον τιμονιέρη;
Πού πας, καραβάκι, με τέτοιον καιρό;»
 
«Ψηλά στο εκκλησάκι του βράχου, που ασπρίζει,
για μένα έχουν κάμει κρυφή λειτουργία·
ορθός ο Χριστός το τιμόνι μου αγγίζει,
στην πλώρη μου στέκει η παρθένα Μαρία.»

Περικλής Πανταζής, Στην παραλία. 

Περικλής Πανταζής, Στην παραλία. 

   Ο Πανταζής έχει ζωγραφίσει τη σκηνή με παιδιά να παίζουν στην παραλία σε διάφορες παραλλαγές και εκδοχές... (Βλ. επίσης στο http://annagelopoulou.blogspot.gr/search/label/Περικλής%20Πανταζής%20%28Periclès%20Pantazis%29)

Περικλής Πανταζής, Στην ακτή. Ιδιωτική Συλλογή.

...και δύο ακόμα πίνακες με παιδιά στην παραλία, ενός επίσης σημαντικού Έλληνα ζωγράφου, του Θεόφραστου Τριανταφυλλίδη (1881-1955), που θεωρείται από τους εισηγητές του μοντερνισμού στη νεοελληνική τέχνη. Τα έργα του απηχούν επιρροές από τον ιμπρεσιονισμό, αλλά κάποιες φορές κινούνται στην ατμόσφαιρα του εξπρεσιονισμού. Για το ιδιαίτερο έργο του Θρασύβουλου Τριανταφυλλίδη, βλ. και άλλες αναρτήσεις στο http://annagelopoulou.blogspot.gr/search/label/Θεόφραστος%20Τριανταφυλλίδης

Θεόφραστος Τριανταφυλλίδης, Παιδάκια στην παραλία. 


Θεόφραστος Τριανταφυλλίδης, Παιδιά στην παραλία. 1919. Εθνική Πινακοθήκη.

http://www.snhell.gr/kids/content.asp?id=22&cat_id=2
http://www.eikastikon.gr/zografiki/pantazis.html

4 σχόλια:

  1. Κάθε πίνακας του Πανταζή διηγείται μια ιστορία. Όπως και το ποίημα:

    Ένα καράβι μια φορά

    Αυτό κι αν είν’ απ’ τ’ άγραφα, τ’ απίστευτα του κόσμου
    αυτό κι αν είν’ απ’ τα τρελά που δίπλα μας περνούν.
    Άραγε πράγματι έγινε ή το ‘βρα μοναχός μου
    για ένα καράβι μια φορά που βγήκε στη στεριά;

    Δεν ήτανε ναυάγιο να πεις, μες στο σκοτάδι,
    δεν έγινε ατύχημα όπως καμιά φορά.
    Απλά, κάτι απίστευτο συνέβη ένα βράδυ
    κι ένα καράβι σάλταρε και βγήκε απ’ τα νερά.

    Και μες στους δρόμους γλίστρησε σαν δέντρο ανθισμένο
    λες κι είχε ρόδες να κυλά σε δρόμους και στενά
    και, βρε παιδί μου, νόμιζες πως ήτανε πατίνι
    έτσι γλυκά κι ανάλαφρα και μες στα σκοτεινά.

    Ήτανε βράδυ Ανάστασης μ’ αέρα μυρωμένο
    από κερί κι ανθόνερο και τ’ άνθη πασχαλιάς
    και όλοι ετοιμάζονταν να δουν το Σταυρωμένο
    προτού ανεβεί στους ουρανούς του κόσμου ο βασιλιάς.

    “Έλα Χριστέ και Κύριε”, φωνάζαν οι γερόντοι
    “και τι θα δουν τα μάτια μας σ’ αυτήν εδώ τη γη.
    Πού ακούστηκε στα χρόνια μας μέσα στην ανθρωπότη
    ο καπετάνιος στη στεριά καράβι να οδηγεί!”.

    “Είναι μια ανακάλυψη”, φώναζαν κάποιοι άλλοι.
    “Ίσως να είναι μαγικό”, φώναζαν οι γριές
    και το σταυρό τους κάνανε κι ένιωθαν παραζάλη
    που τα κλειδιά μαγκώνανε μέσα στις κλειδαριές.

    Αδειάσανε οι εκκλησιές, άδειασε κι η πλατεία
    κι ο κόσμος όλος έτρεχε να δει τι είχε συμβεί,
    να εξηγήσει και να βρει τη μυστική αιτία
    που ένα καράβι μπόρεσε τις σκάλες ν’ ανεβεί.

    Τα πάνω κάτω έφερε κι έμοιαζε σαλιγκάρι
    κι έτσι το καραβάκι μας περνούσε τα στενά,
    σαν κρέμα οδοντόπαστας χυνότανε με χάρη
    στροφές, στροφούλες έκανε φορώντας γιορτινά.

    Ώσπου, επιτέλους, άρχισαν να βγαίνουν ταξιδιώτες,
    κορίτσια μέσα στ’ άσπρα τους κι αγόρια μες στα μπλε,
    παλιές κυρίες με φτερά και ταπεινοί νησιώτες
    που ήρθαν για την Ανάσταση και να μας δουν, καλέ!

    Ήρθαν από τα πέρατα της γης-την Αυστραλία,
    ήρθαν κι απ’ τον Καναδά και την Αμερική
    να δουν την πρώτη αγάπη τους, την πρώτη τους φιλία
    και να μετρούν τα χρόνια τους σαν αριθμητική.

    Μόνο οι παπάδες μείνανε μέσα στα ιερά τους
    και λέγαν τα παράλογα που είχαν ακουστά.
    Μα η ώρα επλησίαζε να πουν “Χριστός Ανέστη”,
    γι’ αυτό και διάβαζαν αργά, σχεδόν συλλαβιστά.

    Κουνούσαν το κεφάλι τους, δεν ξέραν τι συμβαίνει,
    δεν θέλαν να πιστέψουνε αυτό που είπαν δυο-τρεις,
    πως το καράβι της γραμμής μες στη στεριά πηγαίνει
    και μες στους δρόμους άραξε και είναι ν’ απορείς.

    Λίγο πριν την Ανάσταση γέμισε η εκκλησία
    κι οι πασχαλιές κι οι δάφνες της μυρίσανε διπλά,
    μονάχα οι ψάλτες δάσκαλοι ξέραν τη σημασία
    γιατί ο κόσμος είν’ αλλιώς κι έχει πολλά σκαλιά.

    Χρυσές λαμπάδες άναψαν κι έσκασαν βαρελότα
    και το καράβι άρχισε να ρίχνει κανονιές.
    Κόκκινα αυγά τσουγκρίζανε κι ανάψανε τα φώτα
    να φωτιστούν τα πέλαγα κι οι σκοτεινές γωνιές.

    Κι ήρθε και κάποιος άγιος, των ναυτικών προστάτης,
    ο Άγιος Νικόλαος, γέρος θαυματουργός,
    πατώντας μες στη θάλασσα σα να ‘ταν ακροβάτης
    κι άναψε τα βεγγαλικά σαν πυροτεχνουργός.

    Κι ο κόσμος πάει σπίτι του κρατώντας φαναράκια
    κι οι ταξιδιώτες έψαχναν να βρούνε συγγενείς
    και τι χαρά που νιώθανε σ’ αυτά τα μονοπάτια,
    σ’ ενός φιλιού τα κάλεσμα και μιας γνωστής φωνής.

    Πέρασαν χρόνια κι έτρεξαν σαν το νερό στην βρύση
    κι οι κάτοικοι σιγά-σιγά φεύγανε στη σειρά,
    ώσπου εκείνο το νησί έγινε ερημονήσι,
    φωλιά του αγέρα, του βοριά, σε κύματα αρμυρά.

    Μήτε ένας φαροφύλακας δεν το φυλάει τα βράδια,
    μόνο οι μέντες κι οι ροδιές, οι δάφνες κι οι μυρτιές
    πίνουν της νύχτας τη δροσιά και τα πουλιά κοπάδια
    μιλούν για κάποια Ανάσταση και τις παλιές φωτιές.

    Υπάρχει βέβαια το νησί, το δείχνουνε κι οι χάρτες,
    μα τα καράβια προσπερνούν σα να κοιτούν θεριά.
    Τρελαίνεται η πυξίδα τους, φοβούνται οι επιβάτες,
    μα οι καπετάνιοι ξέρουνε και κύμα και στεριά.

    Μένει να πούμε τι έγινε κείνο το καραβάκι,
    μα θα με κοροϊδέψουνε αν πω τι έχει συμβεί.
    Ακούστηκε πως σήκωσε την άγκυρα λιγάκι
    κι ήρθανε, λέει, άγγελοι κι η Παναγιά μαζί.

    Και το ‘χουν στο λιμάνι τους έτοιμο να σαλπάρει
    με ναύτες θαλασσόλυκους, παλιούς θαλασσινούς,
    ν’ αρχίσει δρομολόγια και πέρα απ’ το φεγγάρι
    και πέρα από τα σύννεφα και τους ωκεανούς.

    ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ, Ωκεανίδα 1997

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν το ήξερα το ποίημα του Ελευθερίου. Πράγματι, αφηγείται μία ιστορία ή πολλές ιστορίες, όπως και η κάθε εικόνα...

      Διαγραφή
  2. Πολύ ωραία ανάρτηση !!!
    Καλό Καλοκαίρι και καλή συνέχεια

    ΑπάντησηΔιαγραφή