Άννας Αγγελοπούλου Ιστολόγιο Χάριν Λόγου και Τέχνης, Χάριν Φίλων

"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.
Το βρήκα γραμμένο σ᾽ένα ξεχασμένο λεύκωμα της μητέρας μου. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 τέτοια αποφθέγματα σημείωναν οι μικρές μαθήτριες...
Γιατί θέλω ένα ιστολόγιο; Γιατί η ανάγκη μιας τέτοιου είδους επικοινωνίας;
Θα πω μόνο ότι στην αρχή σκέφτηκα να είναι ένα ιστολόγιο που να απευθύνεται στους συναδέλφους μου, δηλαδή μόνο σε φιλολόγους... "Χάριν φίλων" του λόγου, δηλαδή. Στη συνέχεια σκέφτηκα να είναι και "χάριν φίλων" της τέχνης. Τελικά, όμως, αποφάσισα να απευθύνεται και σε πολλούς άλλους: στους πρώην και επόμενους μαθητές μου, σε όσους αγαπούν να ονειρεύονται, σε όσους πιστεύουν ακόμα στο όραμα της παιδείας, σε όσους επέλεξαν να είναι εκπαιδευτικοί από αγάπη, σε όσους αγαπούν να ταξιδεύουν, και κυρίως σε όσους αγαπούν την ανάγνωση ή μάλλον τις αναγνώσεις...σε όσους παντού και πάντα θα διαβάζουν...θα διαβάζουν κείμενα στα βιβλία, κείμενα στις εικόνες, κείμενα στα πρόσωπα των ανθρώπων... Άλλωστε, η ανάγνωση είναι ταξίδι, όχι ένα αλλά πολλά ταξίδια...
Τελικά, το ιστολόγιο αυτό απευθύνεται στα αγαπημένα πρόσωπα της ζωής μας... Απευθύνεται ακόμα σε φίλους, γνωστούς και άγνωστους, σε πρόσωπα που συνάντησα, συναντώ καθημερινά, θα συναντήσω στο μέλλον ή που δε θα συναντήσω ποτέ.
Καλά ταξίδια, λοιπόν, με βιβλία, εικόνες, μουσικές και κυρίως με όνειρα!


Σάββατο, 14 Ιουλίου 2018

Άλλοτε η θάλασσα. Ένα ποίημα του Γιώργου Σαραντάρη και πίνακες του Albert Edelfelt

Γιώργος Σαραντάρης, Άλλοτε η θάλασσα

 ...Άλλοτε η θάλασσα...τότε που ήμαστε παιδιά και χαιρόμαστε την καλοκαιρινή θάλασσα, που παίζαμε στην ακρογιαλιά και ονειρευόμαστε ταξίδια, τότε που τα όνειρά μας ήταν ταξίδια συναρπαστικά με δυνατές συγκινήσεις...

   Aς ταξιδέψουμε σε θάλασσες μακρινές, θάλασσες ονειρεμένες και μαγικές με τους στίχους του αγαπημένου μου ποιητή Γιώργου Σαραντάρη και με τις εικόνες, ενός σημαντικού Φινλανδού ζωγράφου, του Albert Edelfelt (1854-1905)

Albert Edelfelt (1854-1905), Παιδιά που παίζουν στη θάλασσα. 1884. Ateneum Art Gallery. Helsinki.

Albert Edelfelt (1854-1905), Οι κατασκευαστές καραβιών. 1886. Ιδιωτική Συλλογή.

Albert Edelfelt (1854-1905), Η μικρή βάρκα. 1884.


Ἄλλοτε ἡ θάλασσα μᾶς εἶχε σηκώσει στὰ φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στὸν ὕπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τὰ πουλιὰ στὸν ἀγέρα
Τὶς ἡμέρες κολυμπούσαμε μέσα στὶς φωνὲς καὶ τὰ χρώματα
Τὰ βράδια ξαπλώναμε κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ τὰ σύννεφα
Τὶς νύχτες ξυπνούσαμε γιὰ νὰ τραγουδήσουμε
Ἦταν τότε ὁ καιρὸς τρικυμία χαλασμὸς κόσμου
Καὶ μονάχα ὕστερα ἡσυχία
Ἀλλὰ ἐμεῖς πηγαίναμε χωρὶς νὰ μᾶς ἐμποδίζει κανεὶς
Νὰ σκορπᾶμε καὶ νὰ παίρνουμε χαρὰ
Ἀπὸ τοὺς βράχους ὡς τὰ βουνὰ μᾶς ὁδηγοῦσε ὁ Γαλαξίας
Καὶ ὅταν ἔλειπε ἡ θάλασσα ἦταν κοντὰ ὁ Θεός.

Από τη συλλογὴ Σὰν Πνοὴ τοῦ Ἀέρα, 1999.Ἐπιμέλεια καὶ Ἀνθολόγηση Μαρία Ἰατροῦ. Ἐκδόσεις ΕΡΜΗΣ, Ἀθήνα 1999.



Albert Edelfelt(1854-1905), Καλοκαιρινό βράδυ στο Ηammar. 1885. Eθνική Πινακοθήκη Δανίας. Κοπεγχάγη.




Κυριακή, 8 Ιουλίου 2018

Η Θεσσαλονίκη στο έργο του Κωνσταντίνου Μαλέα

Εικόνες της Θεσσαλονίκης στο έργο του Κωνσταντίνου Μαλέα

   Ο Κωνσταντίνος Μαλέας (Κωνσταντινούπολη 1879-Αθήνα 1928) θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους, εισηγητής, μαζί με τον Κωνσταντίνο Παρθένη, του μοντερνισμού στη νεοελληνική ζωγραφική. Οι σπουδές του στο Παρίσι τον έφεραν σε επαφή με τα σύγχρονα ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά κινήματα και ιδιαίτερα τον μεταϊμπρεσιανισμό. Το  Νοέμβριο του 1913, αφού την ίδια χρονιά έχει παντρευτεί την Ελένη Τζορμπατζή από τη Σμύρνη, εγκαθίσταται στην πρόσφατα απελευθερωμένη Θεσσαλονίκη  με τους βαλκανικούς πολέμους (απελευθερώθηκε στις 26 Οκτωβρίου του 1912) ως αρχιμηχανικός του Δήμου Θεσσαλονίκης. Μετά τη μεγάλη πυρκαγιά (Αύγουστος του 1917) εγκαταλείπει τη Θεσσαλονίκη για να εγκατασταθεί στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του 1917. Λέγεται ότι η πυρκαγιά του 1917 κατέστρεψε σημαντικό αριθμό των έργων του. Πάντως, από την περίοδο  της διαμονής του στη Θεσσαλονίκη (1913-1917) διασώθηκαν κάποιοι πίνακες που απεικονίζουν διάφορες όψεις της πόλης, η οποία διατηρούσε ακόμα τα χαρακτηριστικά μίας οθωμανικής μεγαλούπολης.
   

Κωνσταντίνος Μαλέας, Ηλιοβασίλεμα στη Θεσσαλονίκη. 1913.  Μία μαγική εικόνα της πόλης. 

    Ο ζωγράφος γυρνάει με το καβαλέτο του στους δρόμους στις παρυφές της παλιάς Άνω πόλης, περιηγείται τα βυζαντινά κάστρα και τις παλιές βυζαντινές εκκλησιές που είχαν μετατραπεί σε τζαμιά την εποχή των Οθωμανών και διατηρούσαν ακόμα τους μιναρέδες. Ζωγραφίζει όψεις της πόλης από ψηλά μέχρι το Θερμαϊκό με τα απόκοσμα χρώματα του δειλινού και τα βυζαντινά κάστρα από κάτω προς τα πάνω με τα χρώματα του πρωινού, εικόνες από τα σοκάκια με τα παλιά σπίτια  και τα βυζαντινά εκκλησάκια της Άνω Πόλης. 
   Ας δούμε τους πίνακες του Κωνσταντίνου Μαλέα σε συνδυασμό με παλιές καρτ ποστάλ της ίδιας εποχής.

Κωνσταντίνος Μαλέας, Άγιοι Απόστολοι. Θεσσαλονίκη. 1914-1917.

Οι Άγιοι Απόστολοι της Θεσσαλονίκης ως τζαμί. 1917.  Παλιά καρτ ποστάλ.


Kωνσταντίνος Μαλέας, Άγιος Γεώργιος. 1914-1917.

Ναός Αγίου Γεωργίου. Η Ροτόντα.  Θεσσαλονίκη. Αμέσως μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης.

Kωνσταντίνος Μαλέας, Ο Άγιος Γεώργιος από το πλατάνι. 1914-1917.

Kωνσταντίνος Μαλέας, Η Αγία Αικατερίνη. Θεσσαλονίκη. 1914-1917.

Η Αγία Αικατερίνη της Θεσσαλονίκης στις αρχές του 20ού αιώνα. Θεσσαλονίκη.

Κωνσταντίνος Μαλέας, Ο προφήτης Ηλίας. Θεσσαλονίκη. 1914-1917.

R. W. Schultz, S.H. Barnsley, Ο Προφήτης Ηλίας ως τζαμί. 1889-1890. Θεσσαλονίκη.


Kωνσταντίνος Μαλέας, Η Άνω Πόλη.

Κωνσταντίνος Μαλέας, Τα τείχη της Θεσσαλονίκης.

Κωνσταντίνος Μαλέας, Τα μνήματα των καταχτητάδων. 1917.

Θεσσαλονίκη. Τουρκικά μνήματα. 1917. Καρτ ποστάλ.

Κωνσταντίνος Μαλέας, Μνήματα έξω από τη Θεσσαλονίκη. 


Τρίτη, 3 Ιουλίου 2018

Καλοκαιρινές λιακάδες. Νικηφόρος Βρεττάκος και Lillian Genth

  Στο φως της καλοκαιρινής λιακάδας. Νικηφόρος Βρεττἀκος, "O Χορός του Κορυδαλλού"
και πίνακες για το καλοκαίρι της  Lillian Mathilde Genth (1876-1953)

    Ήλθε και ο Ιούλιος! Είναι για ακόμη μια φορά Καλοκαίρι. Ας κάνω μία αισιόδοξη καλοκαιρινή ανάρτηση, με φως και αγάπη. Σκέφτομαι ένα ποιητή που έχει πολλές αναφορές στην ποίησή του για το φως και την αγάπη, τον τρυφερό Νικηφόρο Βρεττάκο. Επιλέγω αποσπάσματα από το ποιητικό έργο "Ο Xορός του Κορυδαλλού" και τα συνοδεύω με εικόνες της Αμερικανίδας ιμπρεσιονίστριας ζωγράφου Lillian Mathilde Genth (1876-1953).

Lillian Genth (1876-1953), Καλοκαιρινό πρωινό.  Στο φως του πρωινού ήλιου, σκεφτική στην παραλία.


Lillian Genth (1876-1953),  Καλοκαιρινό απόγευμα. Σε περισυλλογή στη λιακάδα του καλοκαιρινού απογεύματος .

"... Μου βάσταξες τις σκαλωσιές του ήλιου – ώσπου αναλήφθηκα.
Είδα τον κόσμο από το ύψος του τελευταίου φωτός.
Είσαι συ, που με βοήθησες ν’ ανακαλύψω λοιπόν
πως ο κόσμος γυρίζει έξω απ’ τη νύχτα.
Πως ο άνθρωπος είναι ένα σύστημα ήλιου. Πως όλα
τα κύτταρά μου είναι λίμνες που αναδίνουνε φως…

Lillian Genth (1876-1953),  Μαζεύοντας λουλούδια. Καλοκαίρι.

…Όλα λένε: «Αγάπη». Κι όταν γράφω «αγάπη» δεν έχω πια άλλο.
Αλλά εγώ σ’ αγαπώ. Και γι’ αυτό κομματιάζω
τη λέξη «αγάπη» σε χιλιάδες ρινίσματα
και ζυμώνω τα χρώματα, όχι σαν να ’ναι να ειπώ ή να γράψω, αλλά
σα να ’μαι ο παντοκράτορας ενός μεγάλου περιβολιού
και να θέλουν τα χέρια μου να υφάνουνε κρίνα…"

Aποσπάσματα από το ποιητικό έργο "Ο Χορός του Κορυδαλλού" που ανήκει στην ποιητική συλλογή "O Χρόνος και το Ποτάμι". 1957.


Lillian Genth (1876-1953), Καλοκαιρινή μελωδία. 

Lillian Genth (1876-1953), Σε σκιερό μέρος.

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018

Το Καλοκαίρι στην ποίηση. Γιώργος Θέμελης, Ξυπνάς το αιώνιο καλοκαίρι

Το Καλοκαίρι στην ποίηση και τη ζωγραφική.  "Ξυπνάς το αιώνιο Καλοκαίρι" του Γιάννη Θέμελη και πίνακες ζωγραφικής του Frank Weston Benson

   Περάσαμε στο Καλοκαίρι, στο "αιώνιο Καλοκαίρι", όπως το ονομάζει ο ποιητής Γιώργος Θέμελης (1900-1976). Ας θυμηθούμε το ποίημά του μαζί με πίνακες ζωγραφικής ενός αγαπημένου ζωγράφου, του Αμερικανού ιμπρεσιονιστή Frank Weston Benson (1862-1951).

Frank Weston Benson (1862-1951), Καλοκαίρι. 1890. Smithsonian Art Museum.

Γιώργος Θέμελης (1900-1976), Ξυπνάς το αιώνιο καλοκαίρι

Ξυπνάς το αιώνιο καλοκαίρι,
ανατέλλοντας έναν άλλο ήλιο,
κάνοντας πιο όμορφα, πιο θαυμαστά τα μάτια,
καθώς ελπίζουν να σε ιδούν, κρεμώντας μια
λευκή αντηλιά...

Κι είναι η σκιά σου αυτό το φως το ειρηνικό που
πέφτει
στους κάμπους - στεφανωμένους με πορφυρή
αιωνιότητα...


Κι είναι η σκιά σου αυτό το φως που με τυλίγει,
και με σηκώνει, με κρεμνάει ψηλά,
στην άνοιξη του κόρφου του!...


Από τη συλλογή "Άνθρωποι και πουλιά" (1947)

Frank Weston Benson (1862-1951), Λιακάδα. 1909. Indianapolis Art Museum.

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

S. John Lavery, Μπάνια στο Lido της Βενετίας


Το καλοκαίρι στη ζωγραφική: Μπάνια στο Lido της Βενετίας

   Μία σκηνή από την κοσμοπολίτικη παραλία του Lido της Βενετίας στις αρχές του 20ού αιώνα απεικονίζει ο Ιρλανδός ζωγράφος Sir John Lavery.

S. John Lavery, Μπάνια στο Lido. Βενετία. 1912. Ιδιωτική Συλλογή 

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

Στην παραλία. Ένα ποίημα του Samuel Beckett και πίνακες ζωγραφικής του John Lavery

Στην παραλία. Beckett και Lavery

   Δύο Ιρλανδοί καλλιτέχνες συναντώνται στην ανάρτησή μου.  Ένα άτιτλο ποίημα του Ιρλανδού θεατρικού συγγραφέα Samuel Beckett (1906-1989) συνοδεύεται από πίνακες του Ιρλανδού ζωγράφου John Lavery (1856-1941) που απεικονίζουν σκηνές στην παραλία.  
    Ο Μπέκετ, αν και είναι γνωστός κυρίως για τα θεατρικά του έργα (το θεατρικό του έργο "Περιμένοντας τον Γκοντό" θεωρείται εμβληματικό δραματικό κείμενο για το μοντέρνο θέατρο, το επονομαζόμενο "θέατρο του παραλόγου"), έχει γράψει και ποιήματα. Ο ίδιος, χαριτολογώντας,  τα ονόμαζε "ποιήματα συνοδευόμενα από σαχλοκουβέντες". Πρόκειται για ολιγόστιχα ποιήματα, που διακρίνονται από βαθύτατα στοχαστική διάθεση και μελαγχολικό τόνο, όπως άλλωστε και τα θεατρικά του έργα... Επιλέγω να παρουσιάσω σε δύο μεταφραστικές εκδοχές ένα αγαπημένο μου ποίημα για τις ονειρικές του εικόνες μέσω των οποίων ο ποιητής μιλά για την αναπόφευκτη προσωρινότητα της ανθρώπινης ζωής και εκφράζει την αίσθηση του εφήμερου της κάθε στιγμής....

John Lavery (1856-1941),  To νέο φεγγάρι.

John Lavery (1856-1941), Στους λόφους. 1911.


Είμαι αυτή η ροή της άμμου που γλιστράει
ανάμεσα στο βότσαλο και στον αμμόλοφο
η καλοκαιρινή βροχή πέφτει πάνω στη ζωή μου
πάνω σ' εμένα η ζωή μου που μου ξεφεύγει με 
καταδιώκει
και θα σβήσει τη μέρα που άρχισε

αγαπημένη στιγμή σε βλέπω
μέσα σ' αυτό το παραπέτασμα της ομίχλης που χάνεται
όπου δε θα 'χω παρά να πατήσω σ' αυτά τα μακριά
κινούμενα κατώφλια
και θα ζήσω
όσο ν' ανοιγοκλείσει μια πόρτα

Μετάφραση: Γιώργος Βίλλιος
Βλ. Samuel Beckett, Ποιήματα συνοδευόμενα από σαχλοκουβέντες. Εκδόσεις Ερατώ.

John Lavery, Ώρα θαλασσινού μπάνιου στο Λίντο. Βενετία. 1912.

John Lavery (1856-1941), Μία μέρα με άνεμο. Γύρω στα 1908.

Ακολουθώ τη ροή της άμμου που γλιστρά
Ανάμεσα αμμόλοφο και βότσαλο
Η θερινή βροχή βρέχει τη ζωή μου
Εμένα τη ζωή μου που μου διαφεύγει με καταδιώκει
Απ’ όταν άρχισε μέχρι που να τελειώσει 


Σε βλέπω αγαπημένη στιγμή
Μέσα σ’ αυτό το παραπέτασμα ομίχλης που διαλύεται
Όπου θα σταματήσω να πατώ αυτά τα μακριά κινούμενα κατώφλια
Θα ζήσω τόσο όσο διαρκεί το ανοιγοκλείσιμο μιας πόρτας

Samuel Beckett, Ποιήματα συνοδευόμενα από σαχλοκουβέντες. Μετάφραση: Iωάννα Αβραμίδου

John Lavery (1856-1941), Στην αμμουδιά. 1917.

John Lavery (1856-1941), Βράδυ στην παραλία. 1920.


Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

Ο πόνος της μητέρας στην ελληνική ποίηση. Ο Επιτάφιος του Γιάννη Ρίτσου και ο ματωμένος Μάης του 1936

Μέρα Μαγιού του 1936. Όταν η τέχνη συναντά την ιστορία
Από μία  φωτογραφία σ΄ ένα ποίημα
Από ένα ποίημα σε μία μουσική σύνθεση

     Είναι γνωστό ότι ο μήνας Μάιος συνδέεται με τους αγώνες των εργαζομένων και κυρίως του εργατικού κινήματος για την εξασφάλιση των εργασιακών δικαιωμάτων. Η πρώτη μέρα του μήνα, η Πρωτομαγιά, είναι για τον λεγόμενο Δυτικό Κόσμο η μέρα εορτασμού των εργατικών δικαιωμάτων που κατακτήθηκαν με σκληρούς αγώνες. Αφού, λοιπόν, βρισκόμαστε στις τελευταίες μέρες του Μάη, σκέφτομαι να τον αποχαιρετήσουμε με μία ανάρτηση που τα τελευταία χρόνια, κάθε Μάιο σχεδιάζω, αλλά δεν προλαβαίνω να κάνω.
     Θα μιλήσω για τα γεγονότα της πανεργατικής απεργίας που διαδραματίστηκαν τον Μάιο του 1936 στη Θεσσαλονίκη, στα οποία αναφέρονται πολλές σελίδες του έντυπου και ηλεκτρονικού λόγου. ... Θα εστιάσω κυρίως σε μία σκηνή που διαδραματίστηκε κατά τη διάρκεια των ένθερμων διαδηλώσεων-διαμαρτυριών στο ιστορικό κέντρο της πόλης στις 9 του Μάη του 1936. Η εικόνα διασώθηκε στη συλλογική ιστορική μνήμη, γιατί αποτυπώθηκε σε φωτογραφικό στιγμιότυπο και δημοσιεύτηκε στον τύπο της εποχής, προκαλώντας δυνατή συγκίνηση και μεγάλη απήχηση στο αναγνωστικό κοινό.  Μία μητέρα έχει γονατίσει στο δρόμο δίπλα στο σώμα του σκοτωμένου παιδιού της και θρηνεί σπαρακτικά  για τον άδικο χαμό του. Πρόκειται στην πραγματικότητα για μία εικόνα που προϋπήρχε βαθειά εντυπωμένη στη συλλογική συνείδηση για αιώνες, μία είκονα που ανακαλεί στη μνήμη σκηνές από την αρχαία ελληνική ποιητική παράδοση (ομηρικά έπη, τραγωδίες) αλλά και τον Επιτάφιο θρήνο της Παναγίας.
     Η δημοσίευση της φωτογραφίας εμπνέει τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο να δημιουργήσει μία ποιητική σύνθεση που έγινε γνωστή με τον τίτλο "Επιτάφιος".  Χάρη στην Τέχνη και συγκεκριμένα μέσω του ποιητικού λόγου, μία πληροφορία, η οποία είχε γίνει είδηση για το ευρύ κοινό, ξεπερνά το εφήμερο και διασώζεται στο διηνεκές. Χάρη στην Τέχνη, μία πληροφορία από τη μικροϊστορία ξεπερνά το τοπικό και προσωπικό πλαίσιο και αποκτά καθολικό χαρακτήρα. Μία φωτογραφία, που απεικονίζει πρόσωπα σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο, μεταφέρει την εικόνα μίας στιγμής από την πραγματικότητα και πυροδοτεί τη συγκίνηση του ποιητή με αποτέλεσμα την ποιητική έκφραση. Ο ποιητής προσλαμβάνει την πραγματικότητα της φωτογραφίας και την αναπλαισιώνει στη δική του πραγματικότητα,   αφαιρώντας και συνθέτοντας. Ο ποιητικός λόγος αφαιρεί στοιχεία από την ταυτότητα του ιστορικού γεγονότος και μεταφέρει όχι την ίδια τη φωτογραφία, αλλά την προσλαμβάνουσα "εικόνα" της μάνας. Ο θρήνος, ο σπαραγμός της μάνας για τον άδικο χαμό του γιου της μία μέρα της Άνοιξης, μια μέρα του Μαγιού προσλαμβάνεται και εκφράζεται ως επιτάφιος θρήνος και λαϊκό μοιρολόι....

Το φύλλο της εφημερίδας "Ριζοσπάστης" με ημερομηνία 10 Μαϊου του 1936. Αναφέρεται στα αιματηρά γεγονότα της προηγούμενης ημέρας στη Θεσσαλονίκη και δημοσιεύει φωτογραφίες με στιγμιότυπα από δρόμους του ιστορικού κέντρου της πόλης όπου διαδραματίστηκαν τα επεισόδια της διαδήλωσης.  Οι δυνάμεις της χωροφυλακής χτυπούν τους άοπλους διαδηλωτές της εργατικής απεργίας με αποτέλεσμα νεκρούς στους δρόμους...

   Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος σε συνέντευξή του το 1983 θυμάται:  «...Είδα μια φωτογραφία. Είχε δημοσιευθεί στον «Ριζοσπάστη» στις 10 Μάη του 1936. Διάβασα τις περιγραφές, διάβασα για την πρώτη μεγάλη οργανωμένη εξέγερση την εργατική, που από καπνεργατική απεργία έγινε πανεργατική απεργία. Και με συνεπήρε τόσο πολύ που την ίδια ημέρα άρχισα να γράφω τον «Επιτάφιο». Με όλο τον προηγούμενο εξοπλισμό, ήμουν προετοιμασμένος από τα παιδικά μου χρόνια, έτοιμος ο δεκαπεντασύλλαβος, το κρητικό θέατρο, η Ερωφίλη, ο Ερωτόκριτος, ο Σολωμός, οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» πάλι σε δεκαπεντασύλλαβο. Όλα αυτά τα πράγματα είχαν προετοιμαστεί, ήταν έτοιμα και δεν κατάλαβα πως βγήκαν. Μέσα σε δύο εικοσιτετράωρα, σχεδόν χωρίς να φάω και να κοιμηθώ, και πολλές φορές κλαίγοντας σαν μοιρολογίστρα Μανιάτισσα έγραψα τον «Επιτάφιο», τα πρώτα 14 ποιήματα».

Λεπτομέρεια της φωτογραφίας  που αποτέλεσε πηγή έμπνευσης του Ρίτσου για τη σύνθεση του ποιητικού έργου "Επιτάφιου".  Στις 9 Μαΐου του 1936 η μάνα του νεκρού διαδηλωτή Τάσου Τούση έχει γονατίσει στο δρόμο και θρηνεί τον γιο της. Ο Τούσης ήταν αυτοκινητιστής που συμμετείχε στην πανεργατική απεργία και τη διαδήλωση στη Θεσσαλονίκη.   Οι σύντροφοί του έχουν τοποθετήσει το σώμα του πάνω στο φύλλο μίας πόρτας που είχαν ξυλώσει από κάπου, για να τον μεταφέρουν. Ο ποιητής συγκλονίζεται από την εικόνα του θρήνου της μάνας και συνθέτει μία ποιητική σύνθεση με χαρακτηριστικά Επιτάφιου Θρήνου και λαϊκού μοιρολογιού.

Οι διαδηλώσεις στη Θεσσαλονίκη συνεχίστηκαν και την επόμενη ημέρα κατά τη διάρκεια της κηδείας των νεκρών διαδηλωτών. Φωτογραφία της 10ης Μαΐου του 1936.  Από τον Απρίλιο είχαν ξεκινήσει οι κινητοποιήσεις και οι απεργίες των καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη που στη συνέχεια επεκτάθηκαν σε άλλες πόλεις. Διεκδικούσαν καλύτερες συνθήκες εργασίας, όπως οκτάωρο εργασίας. Το Μάιο 

Φύλλο της εφημερίδας "Μακεδονία" με ημερομηνία 12 Μαΐου 1936. Ένα φωτογραφικό ρεπορτάζ στους δρόμους της Θεσσαλονίκης με στιγμιότυπα από τα "αιματηρά γεγονότα του αγωνιώδους τριημέρου" στη Θεσσαλονίκη. Τελικά οι καπνέμποροι δέχθησαν τα αιτήματα των καπνεργατών. 

  Η αρχική μορφή της ποιητικής σύνθεσης του Γιάννη Ρίτσου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Ριζοσπάστης" της 12ης Μαΐου 1936 με τον τίτλο «Μοιρολόι» και αφιέρωση Στους ηρωϊκούς εργάτες της Θεσσαλονίκης 

Το φύλλο της εφημερίδας "Ριζοσπάστη" με ημερομηνία 12 Μαΐου 1936, στο οποίο δημοσιεύεται το "Μοιρολόι" του Γιάννη Ρίτσου.  Αποτελείται από τρία ποιητικά άσματα με 44 στίχους.

   Ακολουθεί η πρώτη έκδοση  του ποιητικού έργου με τον τίτλο «Επιτάφιος" από τον εκδοτικό οίκο του "Ριζοσπάστη" τον Ιούνιο του 1936. Η έκταση του έργου είναι πολύ μεγαλύτερη. Αποτελείται από 14 άσματα και 224 στίχους.  Είκοσι χρόνια αργότερα, το 1956, από τις εκδόσεις "Κέδρος" κυκλοφόρησε η οριστική έκδοση του έργου με έξι επιπλέον άσματα. Η οριστική αυτή έκδοση περιλαμβάνει 20 άσματα, τα οποία αποτελούνται από 8 δίστιχα το καθένα, εκτός από το 19ο και το 20ο άσμα, που αποτελούνται από 9 δίστιχα. Ο στίχος είναι ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος ομοικατάληκτος και είναι εμφανείς οι επιρροές από την Κρητική Λογοτεχνία, τον Διονύσιο Σολωμό, τα δημοτικά μοιρολόγια. Ο τίτλος "Επιτάφιος"  αναμφισβήτητα αποτελεί αναφορά στον Χριστιανικό Επιτάφιο και στον θρήνο της Μάνας-Παναγίας.

 
Μία ακόμα φωτογραφία από το μοιρολόι της μάνας στις 9 Μαΐου του 1936. Θα μπορούσε να είναι η Θέτιδα, η Ιοκάστη, η ίδια η Παναγία, μία οποιαδήποτε μάνα σε οποιαδήποτε χρονολογία σε κάθε τόπο που θρηνεί για τον άδικο χαμό του αγωνιστή γιού της...


   Με τα παρακάτω  λόγια προλογίζει ο Γιάννης Ρίτσος την πρώτη έκδοση του ποιητικού του έργου "Επιτάφιος" από τις εκδόσεις του Ριζοσπάστη τον Ιούνιο του 1936.


"Θεσσαλονίκη. Μάης τοῦ 1936. Μιὰ μάνα, καταμεσὶς τοῦ δρόμου, μοιρολογάει τὸ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της καὶ πάνω της, βουΐζουν καὶ σπάζουν τὰ κύματα τῶν διαδηλωτῶν - τῶν ἀπεργῶν καπνεργατῶν. Ἐκείνη συνεχίζει τὸ θρῆνο της."...



Η πρώτη έκδοση του "Επιτάφιου" από το εκδοτικό οίκο του "Ριζοσπάστη" τον Ιούνιο του 1936. Χαρακτικό του Λυδάκη.

Ξυλογραφία του Τάσσου από την 30η έκδοση του "Επιτάφιου", Κέδρος 1979.


   Επιλέγω τα πρώτα αποσπάσματα από την τελική έκδοση του Επιταφίου. Κάποιοι από τους στίχους είναι γνωστοί στο ευρύ κοινό, γιατί έχουν μελοποιηθεί και τραγουδηθεί.

I
Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,

Πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα που πικρά σου λέω;

Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
που μάντευες τί πέρναγε κάτου απ’ το τσίνορό μου,

Τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα
και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;

Πουλί μου, εσύ που μου ’φερνες νεράκι στην παλάμη
πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;

Στη στράτα εδώ καταμεσίς τ’ άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.

Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κ’ είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.

Δε μου μιλείς κ’ η δόλια εγώ τον κόρφο, δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιε μου, μπήγω.

II
Κορώνα μου, αντιστύλι μου, χαρά των γερατειώ μου,
ήλιε της βαρυχειμωνιάς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Πώς μ’ άφησες να σέρνουμαι και να πονώ μονάχη
χωρίς γουλιά, σταλιά νερό και φως κι ανθό κι αστάχυ;

Με τα ματάκια σου έβλεπα της ζωής κάθε λουλούδι,
με τα χειλάκια σου έλεγα τ’ αυγερινό τραγούδι.

Με τα χεράκια σου τα δυο, τα χιλιοχαϊδεμένα,
όλη τη γης αγκάλιαζα κι όλ’ είτανε για μένα.

Νιότη απ’ τη νιότη σου έπαιρνα κι ακόμη αχνογελούσα,
τα γερατειά δεν τρόμαζα, το θάνατο αψηφούσα.

Και τώρα πού θα κρατηθώ, πού θα σταθώ, πού θα ’μπω,
που απόμεινα ξερό δεντρί σε χιονισμένο κάμπο;

Γιε μου, αν δε σου ’ναι βολετό να ’ρθεις ξανά σιμά μου,
πάρε μαζί σου εμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.

Κι αν είν’ τα πόδια μου λιγνά, μπορώ να πορπατήσω
κι αν κουραστείς, στον κόρφο μου, γλυκά θα σε κρατήσω.

III
Μαλλιά σγουρά που πάνω τους τα δάχτυλα περνούσα
τις νύχτες που κοιμόσουνα και πλάι σου ξαγρυπνούσα,

Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο και κοντυλογραμμένο,
—καμάρα που το βλέμμα μου κούρνιαζε αναπαμένο,

Μάτια γλαρά που μέσα τους αντίφεγγαν τα μάκρη
πρωινού ουρανού, και πάσκιζα μην τα θαμπώσει δάκρυ,

Χείλι μου μοσκομύριστο που ως λάλαγες ανθίζαν
λιθάρια και ξερόδεντρα κι αηδόνια φτερουγίζαν,

Στήθεια πλατιά σαν τα στρωτά φτερούγια της τρυγόνας
που πάνωθέ τους κόπαζε κ’ η πίκρα μου κι ο αγώνας,

Μπούτια γερά σαν πέρδικες κλειστές στα παντελόνια
που οι κόρες τα καμάρωναν το δείλι απ’ τα μπαλκόνια,

Και γω, μη μου βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο άντρα,
σου κρέμαγα το φυλαχτό με τη γαλάζια χάντρα,

Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ’ ευωδιαστό μου δάσο,
πώς να πιστέψω η άμοιρη πως μπόραε να σε χάσω;


Ξυλογραφία του Τάσσου από την 30η έκδοση του "Επιτάφιου", Κέδρος 1979.

 IV 
Γιέ μου, ποιά Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιά μοῦ τὄχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιά στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;

Πουρνό-πουρνό μοῦ ξύπνησες, μοῦ πλύθηκες, μοῦ ἐλούστης
πριχοῦ σημάνει τὴν αὐγὴ μακρυά ὁ καμπανοκρούστης.

Κοίταες μὴν ἔφεξε συχνά-πυκνά ἀπ᾿ τὸ παραθύρι
καὶ βιαζόσουν σὰ νἄτανε νὰ πᾶς σὲ πανηγύρι.

Εἶχες τὰ μάτια σκοτεινά, σφιγμένο τὸ σαγόνι
κι εἴσουν στὴν τόλμη σου γλυκός, ταῦρος μαζί κι ἀηδόνι.

Καὶ γὼ ἡ φτωχειά κ᾿ ἡ ἀνέμελη καὶ γὼ ἡ τρελλή κ᾿ ἡ σκύλα,
σοὔψηνα τὸ φασκόμηλο κι ἀχνή ἡ ματιά μου ἐφίλα

Μιά-μιά τὶς χάρες σου, καλέ, καὶ τὸ λαμπρό σου θώρι
κι ἀγάλλομουν καὶ γέλαγα σὰν τρυφερούλα κόρη.

Κι οὐδέ κακόβαλα στιγμή κι οὐδ᾿ ἔτρεξα ξοπίσω
τὰ στήθεια μου νὰ βάλω μπρός τὰ βόλια νὰ κρατήσω.

Κι ἔφτασ᾿ ἀργὰ κι, ὤ, ποὺ ποτές μὴν ἔφτανε τέτοια ὥρα
κι, ὤ, κάλλιο νὰ γκρεμίζονταν στὸ καύκαλό μου ἡ χώρα.

 V 
Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα,
καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα.

Ἡ μπλέ σου ἡ μπλούζα τῆς δουλειᾶς στὴν πόρτα κρεμασμένη
θὰ καρτεράει τὴ σάρκα σου τὴ μαρμαρογλυμμένη.

Θὰ καρτεράει τὸ κρύο νερό τὸ δροσερό σου στόμα,
θὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ γάτα μας στὰ πόδια σου νὰ παίξει
κι ὁ ἥλιος ἀργός θὰ καρτερᾷ στὰ μάτια σου νὰ φέξει.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ ρούγα μας τ᾿ ἁδρό περπάτημά σου
κ᾿ οἱ γρίλιες οἱ μισάνοιχτες τ᾿ ἀηδονολάλημά σου.

Καὶ τὰ συντρόφια σου, καλέ, ποὺ τὶς βραδιές ἐρχόνταν
καὶ λέαν καὶ λέαν κι ἀπ᾿ τὰ ἴδια τοὺς τὰ λόγια ἐφλογιζόνταν

Καὶ μπάζανε στὸ σπίτι μας τὸ φῶς, τὴν πλάση ἀκέρια,
παιδί μου, θὰ σὲ καρτερᾶν νὰ κάνετε νυχτέρια.

Καὶ γὼ θὰ καρτεράω σκυφτὴ βραδὶ καὶ μεσημέρι
νἀρθεῖ ὁ καλός μου, ὁ θάνατος, κοντά σου νὰ μὲ φέρει.

Ξυλογραφία του Τάσσου από την 30η έκδοση του "Επιτάφιου", Κέδρος 1979.


VI 
Μέρα Μαγιοῦ μοῦ μίσεψες, μέρα Μαγιοῦ σὲ χάνω,
ἄνοιξη, γιέ, που ἀγάπαγες κι ἀνέβαινες ἀπάνω

Στὸ λιακωτό καὶ κοίταζες καὶ δίχως νὰ χορταίνεις
ἄρμεγες μὲ τὰ μάτια σου τὸ φῶς τῆς οἰκουμένης

Καὶ μὲ τὸ δάχτυλο ἁπλωτό μοῦ τἄδειχνες ἕνα-ἕνα
τὰ ὅσα γλυκά, τὰ ὅσα καλά κι ἀχνά καὶ ροδισμένα

Καὶ μοὔδειχνες τὴ θάλασσα νὰ φέγγει πέρα, λάδι,
καὶ τὰ δεντρά καὶ τὰ βουνά στὸ γαλανό μαγνάδι

Καὶ τὰ μικρά καὶ τὰ φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αὐτές τὶς διαμαντόπετρες που ἵδρωνε δίπλα ἡ στάμνα.

Μά, γιόκα μου, κι ἂν μοὔδειχνες τ' ἀστέρια καὶ τὰ πλάτια,
τἄβλεπα ἐγὼ πιό λαμπερά στὰ θαλασσιά σου μάτια.

Καὶ μοῦ ἱστοροῦσες μὲ φωνὴ γλυκειά, ζεστή κι ἀντρίκια
τόσα ὅσα μήτε τοῦ γιαλοῦ δέ φτάνουν τὰ χαλίκια

Καὶ μοὔλεες, γιέ, πὼς ὅλ' αὐτά τὰ ὡραῖα θἆναι δικά μας,
καὶ τώρα ἐσβήστης κ' ἔσβησε τὸ φέγγος κ’ ἡ φωτιά μας.


VII 
Εἴσουν καλός κ' εἴσουν γλυκός, κι εἶχες τίς χάρες ὅλες,
ὅλα τὰ χάδια τοῦ αγεριοῦ, τοῦ κήπου ὅλες τίς βιόλες.

Τό πόδι ἐλαφροπάτητο σάν τρυφερούλι ἐλάφι,
πάταγε τὸ κατώφλι μας κι ἔλαμπε σὰ χρυσάφι.

Πῶς θὰ γυρίσω μοναχή στὸ ἐμραδιακό καλύβι;
Ἔπεσε ἡ νύχτα στὴν αὐγή καὶ τὸ στρατί μοῦ κρύβει

Ὤχ, δὲν ἀκούστηκε ποτές καὶ δέ μπορεῖ νὰ γίνει
νὰ καίγουνται τὰ χείλια μου καὶ νἆμαι μπρός στὴν κρήνη,

Νἆμαι κοντά σου, ἀγόρι μου, καὶ νὰ σὲ κράζω ὠιμένα,
καὶ σύ μήτε νὰ νοιάζεσαι γιὰ τὴ φτωχούλα ἐμένα.

Κανείς μὴ γγίξει ἀπάνω του, παιδί μου εἶναι δικό μου.
Σιωπή∙ σιωπή∙ κουράστηκε, κοιμᾶται τὸ μωρό μου.

Ποιός μοῦ τὸ πῆρε; Ποιός μπορεῖ νὰ μοῦ τὸ πάρει ἐμένα;
Ἄσπρισαν τὰ χειλάκια του, τὰ μάτια του κλεισμένα.

Δόστε μου ἀϊτοί, νύχια, φτερά γιὰ νάν τους κυνηγήσω
καὶ τὴν καρδιά τους, μύγδαλο νάν τηνε ροκανίσω.

VIII 
Ποῦ πέταξε τ' ἀγόρι μου; ποῦ πῆγε; ποῦ μ' ἀφήνει;
Χωρίς πουλάκι τὸ κλουβί, χωρίς νεράκι ἡ κρήνη.

Δέν ἔμενες, καρδοῦλα μου, στ' ἄσπρο μικρούλι σπίτι,
νὰ σ' ἔχω σάν ἀφέντη μου, νὰ σ' ἔχω σάν σπουργίτι,

Νὰ ταΐζω σε στὴ φοῦχτα ου σπυρί-σπυρἰ τὴ ζωή μου
καὶ μὲς στὸν ἴσκιο σου νὰ ζῶ, καμαρωτό δεντρί μου.

Καμμιᾶς κοπέλας θησαυρό δέ στάθηκες νὰ πάρεις –
ἔφευγες πάντα ἐμπρός λαμπρός καὶ πάντα καβαλλάρης.

Κ' εἴταν χαρά σου νὰ σκορπᾷς, καὶ δόξα σου νὰ παίρνουν –
ν' ἀνασηκώνεις ἀπ' τὴ γῆς τὰ ὅσα βογγοῦν καὶ γέρνουν.

Κι ὅλα τὰ πλούτια σου, γλυκέ, στὸν κόσμο ἐχάριζές τα –
κι ὅλα τὰ χάρισες, κ' ἐμέ μ' ἀφῆκες δίχως ζέστα.

Γιέ μου, δέν ξέρω ἂν πρέπει μου νὰ σκύβω, νὰ σπαράζω,
γιά πρέπει μου ὄρθια νὰ σταθῶ, νὰ σέ χιλιοδοξάζω.

Πότε τὶς χάρες σου, μιά-μιά, τὶς παίζω κομπολόι,
πότε ξανά, λυγμό-λυγμό, τὶς δένω μοιρολόι.

IX 
Ὦ Παναγιά μου, ἂν εἴσουνα, καθὼς ἐγώ μητέρα,
βοήθεια στὸ γιό μου θἄστελνες τὸν Ἄγγελο ἀπὸ πέρα!

Κι, ἄχ, Θέ’ μου, Θέ’ μου, ἄν εἰσουν Θεός κι ἄν εἴμασταν παιδιά σου
θὰ πόναγες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλάσματά σου.

Κι ἄν εἰσουν δίκαιος, δίκαια θὰ μοίραζες τὴν πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδί νὰ φάει καὶ νὰ χορτάσει.

Γιέ μου, καλά μοῦ τἄλεγε τὸ γνωστικό σου ἀχεῖλι
κάθε φορά που ὡρμήνευε, κάθε φορά που ἐμίλει:

Ἐ μ ε ῖ ς ταγίζουμε τὴ ζωή στὸ χέρι περιστέρι,
κ᾿ ἐ μ ε ῖ ς οὔτ᾿ ἕνα ψίχουλο δέν ἔχουμε στὸ χέρι –

Ἐ μ ε ῖ ς κρατᾶμε ὅλη τὴ γῆς μὲς στ᾿ ἀργασμένα μπράτσα
καὶ σκιάχτρα στέκουνται οἱ Θεοί κι ἀφέντη ἔχουνε φάτσα.

Ἄχ, γιέ μου, πιά δέ μοὔμεινε καμμιά χαρά καὶ πίστη –
καὶ τὸ χλωμό καὶ τὸ στερνό καντήλι μας ἐσβήστη.

Καί, τώρα, ἐπά’ σὲ ποιά φωτιά τὰ χέρια μου θ᾿ ἀνοίγω,
τὰ παγωμένα χέρια μου νὰν τὰ ζεστάνω λίγο;

Γιάννης Ρίτσος, Επιτάφιος, Κέδρος 1979. Η 30ή έκδοση του Επιτάφιου από τις εκδόσεις "Κέδρος" με ξυλογραφίες του γνωστού χαράκτη Α. Τάσσου. Ήταν τιμητική έκδοση για τα εβδομήντα χρόνια από τη γέννηση του Ρίτσου (γεννήθηκε το 1909 στη Μονεμβασιά).

   Το 1958 ο Γιάννης Ρίτσος έστειλε ένα αντίτυπο της δεύτερης έκδοσης του βιβλίου (έκδοση "Κέδρος", 1956) στον Μίκη Θεοδωράκη που τότε βρισκόταν για μουσικές σπουδές στο Παρίσι. Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε οκτώ αποσπάσματα της ποιητικής σύνθεσης και στα τέλη του 1959 τα στέλνει στην Αθήνα για να εκδοθούν ως δίσκος από την Columbia με ενορχήστρωση του Μάνου Χατζιδάκι. Ωστόσο, ο πρώτος δίσκος με τον μελοποιημένο Επιτάφιο σε ενορχήστρωση Μάνου Χατζιδάκι και ερμηνεία Νάνα Μούσχουρη φαίνεται ότι δεν ικανοποίησε τον Θεοδωράκη και τον Ρίτσο.

Ο Μίκης Θεοδωράκης στο πιάνο και ο Μανόλης Χιώτης στο μπουζούκι με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.

   Τελικά, ο Μίκης Θεοδωράκης επέστρεψε στην Αθήνα από το Παρίσι και ηχογράφησε το έργο με δική του ενορχήστρωση και ερμηνεία του Γρηγόρη Μπιθικώτση, ενώ χρησιμοποίησε στο μπουζούκι τον Μανόλη Χιώτη. Ο δίσκος κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 1960 και είχε μεγάλη απήχηση.

"Επιτάφιος" σε στίχους Γιάννη Ρίτσου, μουσική και ενορχήστρωση Μίκη Θεοδωράκη. Ερμηνεία Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Καίτη Θύμη. Μπουζούκι Μανώλης Χιώτης. 1960. Πρόκειται για εμβληματικό μουσικό έργο της ελληνικής έντεχνης μουσικής. Από τα πρώτα έργα με μελοποιημένη ποίηση. Χάρη στη μελοποίηση το ευρύ κοινό ήλθε κοντά με την ποίηση.


Η πρώτη έκδοση του έργου. 1960. Το εξώφυλλο του δίσκου με ενορχήστρωση Μάνου Χατζιδάκι. Ο ίδιος έπαιζε στο πιάνο. Τραγούδι η Νάνα Μούσχουρη. Εικονογράφηση του Γιάννη Μόραλη. Ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Γιάννης Ρίτσος δεν ενέκριναν αυτή την εκτέλεση του έργου. 


Το 1963 ακολούθησε η τρίτη μουσική έκδοση του έργου. Σε ερμηνεία της Μαίρης Λίντα. Στο μπουζούκι ο Μανώλης Χιώτης και μικρή ορχήστρα εγχόρδων.

Κράτα τοΚράτα το