Άννας Αγγελοπούλου Ιστολόγιο Χάριν Λόγου και Τέχνης, Χάριν Φίλων

"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.
Το βρήκα γραμμένο σ᾽ένα ξεχασμένο λεύκωμα της μητέρας μου. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 τέτοια αποφθέγματα σημείωναν οι μικρές μαθήτριες...
Γιατί θέλω ένα ιστολόγιο; Γιατί η ανάγκη μιας τέτοιου είδους επικοινωνίας;
Θα πω μόνο ότι στην αρχή σκέφτηκα να είναι ένα ιστολόγιο που να απευθύνεται στους συναδέλφους μου, δηλαδή μόνο σε φιλολόγους... "Χάριν φίλων" του λόγου, δηλαδή. Στη συνέχεια σκέφτηκα να είναι και "χάριν φίλων" της τέχνης. Τελικά, όμως, αποφάσισα να απευθύνεται και σε πολλούς άλλους: στους πρώην και επόμενους μαθητές μου, σε όσους αγαπούν να ονειρεύονται, σε όσους πιστεύουν ακόμα στο όραμα της παιδείας, σε όσους επέλεξαν να είναι εκπαιδευτικοί από αγάπη, σε όσους αγαπούν να ταξιδεύουν, και κυρίως σε όσους αγαπούν την ανάγνωση ή μάλλον τις αναγνώσεις...σε όσους παντού και πάντα θα διαβάζουν...θα διαβάζουν κείμενα στα βιβλία, κείμενα στις εικόνες, κείμενα στα πρόσωπα των ανθρώπων... Άλλωστε, η ανάγνωση είναι ταξίδι, όχι ένα αλλά πολλά ταξίδια...
Τελικά, το ιστολόγιο αυτό απευθύνεται στα αγαπημένα πρόσωπα της ζωής μας... Απευθύνεται ακόμα σε φίλους, γνωστούς και άγνωστους, σε πρόσωπα που συνάντησα, συναντώ καθημερινά, θα συναντήσω στο μέλλον ή που δε θα συναντήσω ποτέ.
Καλά ταξίδια, λοιπόν, με βιβλία, εικόνες, μουσικές και κυρίως με όνειρα!


Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

Το δάσος στην ποίηση και τη ζωγραφική: Το δάσος πέρα από τον κόσμο

"Το δάσος πέρα από τον κόσμο": Μία νουβέλα του William Morris σε εικονογράφηση του Edward Burne Jones και δύο ποιήματα για το δάσος του Γιώργου Σαραντάρη


   Σήμερα σκέφτηκα να ταξιδέψουμε στο φανταστικό λυρικό κόσμο δύο αγαπημένων Προραφαηλιτών Βρετανών καλλιτεχνών, του William Morris (1834-1896) και του Edward Burne Jones (1833-1898), και ενός Έλληνα αγαπημένου μου ποιητή, του τρυφερού Γιώργου Σαραντάρη. Oι δύο Βρετανοί καλλιτέχνες θεωρούνται εμβληματικές μορφές της ύστερης φάσης του προραφαηλιτικού κινήματος. Ο William Morris ήταν κυρίως σχεδιαστής (υφασμάτων, επίπλων και διαφόρων άλλων αντικειμένων της καθημερινής οικιακής ζωής), ζωγράφος, ποιητής και πεζογράφος, διανοητής του σοσιαλισμού στην Αγγλία, ενώ ο φίλος και συνεργάτης του, Edward Burne Jones ήταν ζωγράφος,  σχεδιαστής και χαράκτης με πολύ μεγάλο έργο που επηρέασε πολλούς νεότερους καλλιτέχνες.
    "To δάσος πέρα από τον κόσμο" είναι μία νουβέλα φαντασίας που έγραψε ο Morris (θεωρείται από τα πρώτα κείμενα φαντασίας) και εικονογράφησε με χαρακτικά ο φίλος του Edward Burne Jones.
Σελίδες από τη νουβέλα φαντασίας του William Morris "To δάσος πέρα από τον κόσμο" (The Wood Beyond the World, Kelmscott Press Edition 1894).  Εικονογράφηση από τον Edward Burne Jones. Το βιβλίο εκδόθηκε από τις εκδόσεις Kelmscott που ανήκαν στον William Morris. Ο εκδοτικός οίκος-εργαστήριο είχε την έδρα στο Kelmscott όπου είχε την εξοχική του κατοικία ο William Morris.
O φανταστικός κόσμος του μαγικού δάσους που περιγράφεται στη νουβέλα και η αριστοτεχνική εικονογράφηση του βιβλίου μου θύμισαν τους λυρικούς στίχους του Γιώργου Σαραντάρη.  Ένας κόσμος ονειρικός, πέρα και πάνω από την πραγματικότητα, ένας κόσμο μαγικός και υπερβατικός, μία ουτοπία είναι το Δάσος.


Γιώργος Σαραντάρης, Δάσος
Λιτά,
τα δέντρα,

τα σκόρπια φύλλα
όχι λυπητερά·
κι όμως βουβά
θανάσιμα·
περπατώ και συλλέγω
χρυσή σιωπή.



Edward Burne Jones, λεπτομέρεια εικόνας από τη νουβέλα του William Morris "Το δάσος πέρα από τον κόσμο". 1894.

Γιώργος Σαραντάρης, Του δάσους εκατέβηκε το δάκρυ
Του δάσους εκατέβηκε το δάκρυ
Και στην πεδιάδα σκίρτησαν τα δέντρα
Αγγίξαμε τα όνειρα στην πλάση
Και μόλις ξύπνησαν τ’ αστέρια.


Edward Burne Jones, Eικόνα από τη νουβέλα του William Morris "Το δάσος πέρα από τον κόσμο". 1894.

Frederick Hollyer (1837-1933), Oι δύο μεγάλοι Προραφαηλίτες καλλιτέχνες, φίλοι και συνεργάτες. Δεξιά ο Μorris και αριστερά ο Βurne Jones. 1890. Φωτογραφία του Frederick Hollyer (1837-1933).

http://morrisedition.lib.uiowa.edu/woodbeyondworld.html
http://morrisedition.lib.uiowa.edu/Images/WoodBeyondWorld/WBWKelmspageflip.html
https://en.wikipedia.org/wiki/The_Wood_Beyond_the_World
https://commons.wikimedia.org/wiki/File:The_wood_beyond_the_world.jpg
http://preraphaelitesisterhood.com/pre-raphaelite-reading-project-the-well-at-the-worlds-end/
https://en.wikipedia.org/wiki/William_Morris

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

Φοβάμαι. Ένα ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη για το Πολυτεχνείο

Η άλλη μέρα από τις 17 Νοεμβρίου

   Τον Νοέμβρη του 1983, δέκα χρόνια μετά τα γεγονότα στο Πολυτεχνείο κατά της δικτατορίας, ο Μανόλης Αναγνωστάκης γράφει με πικρία και σαρκασμό το "αντιηρωικό" ποίημα Φοβάμαι. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι από την επόμενη μέρα της 17ης Νοεμβρίου ξεκίνησε από πολλούς η εκμετάλλευση ενός από τα σημαντικότερα γεγονότα λαϊκής  διαμαρτυρίας και αντίστασης της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Αναρωτιέμαι τι θα σκεφτόταν σήμερα ο μεγάλος αγωνιστής ποιητής.

Κώστας Μαλάμος (1913-2007), Την άλλη μέρα. Μουσείο Βορρέ.

Μανόλη Αναγνωστάκη, Φοβάμαι

Φοβάμαι τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου 'κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα 'σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.

Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

Το ποίημα «Φοβάμαι» γράφτηκε τον Νοέμβρη του 1983 και δημοσιεύτηκε στην εφημ. Αυγή.

Βάσω Κατράκη, Το κορίτσι με το περιστέρι. 1979.


http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/manolhs_anagnwstakhs_poems.htm#ΦΟΒΑΜΑΙ
http://www.sarantakos.com/istoria/polyt17n/anagnwstakhs_fobamai.html
https://paletaart3.wordpress.com/2014/02/08/μαλάμος-κώστας-kostas-malamos-1913-2007-part-ii/#jp-carousel-437

Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

Ο Ηρακλής κι εμείς. Ένα ποίημα του Γιάννη Ρίτσου για την εξορία

Ο Γιάννης Ρίτσος στην εξορία

   Ο Γιάννης Ρίτσος (1929-1990) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της νεοελληνικής λογοτεχνίας με έργο μεγάλο, πολυδιάστατο και πολύμορφο. Η πολιτική του ταυτότητα καθόρισε ριζικά την πορεία της ζωής του και επηρέασε την ποίησή του. Πολλές φορές συνελήφθη, εκτοπίστηκε, εξορίστηκε, κρατήθηκε κατ' οίκον περιορισμό, λόγω της αριστερής ιδεολογίας. Τον Ιούλιο του 1948 συνελήφθη και εκτοπίστηκε στο Κοντοπούλι της Λήμνου, στη συνέχεια, τον Μάιο του 1949 μεταφέρθηκε στην Μακρόνησο όπου έμενε ως το 1950, ενώ την περίοδο 1951-1952 ήταν εξόριστος στο νησί Άη Στράτη.. Παρά τις σκληρές συνθήκες διαβίωσης και την ασθενή υγεία (είχε προσβληθεί σε νεανική ηλικία από φυματίωση και είχε νοσηλευτεί στο σανατόριο "Σωτηρία" στην Αθήνα), ο Ρίτσος αρνήθηκε να υπογράψει "δήλωση μετανοίας" για την ιδεολογία του και παρέμεινε στην εξορία (1948-1952),  όπου συναντήθηκε και με άλλους αριστερούς καλλιτέχνες, όπως για παράδειγμα τον ηθοποιό Μάνο Κατράκη, τους ποιητές και συγγραφείς Τάσο Λειβαδίτη, Γιάννη Καρούζο, Άρη Αλεξάνδρου, Μενέλαο Λουντέμη κ.ά.  Εικόνες από την εξορία αποτυπώνονται στα ποιητικά  κείμενα, αλλά και σε σχέδια που ζωγράφιζε, όταν ήταν εξόριστος.
   Κατά την περίοδο της δικτατορίας (1967-1974) εξορίστηκε στη Γυάρο, στη συνέχεια εκτοπίστηκε στη Λέρο και τη Σάμο, ενώ τέλος έμεινε σε κατ'οίκον περιορισμό στην Αθήνα.

Από αριστερά: Μάνος Κατράκης, Γιάννης Ρίτσος, Μάνθος Κέτης στη Μακρόνησο.
 1949-1950.

Ο Γιάννης Ρίτσος στην εξορία. Άη Στράτης. 1951.

Την περίοδο του εκτοπισμού του στη Λέρο ο Γιάννης Ρίτσος γράφει το παρακάτω αρχαιόθεμα ποίημα "Ο Ηρακλής κι εμείς"...

Γιάννης Ρίτσος, Ο Ηρακλής κι εμείς

Μεγάλος και τρανός, σου λένε, τέκνο Θεού, κι ένα σωρό δασκάλοι από πάνω: —ο γερο-Λίνος, γιος του Απόλλωνα, ναν του μαθαίνει γράμματα· ο Εύρυτοςτην τέχνη του τοξότη· ο Εύμολπος, γιος του Φιλάμμωνα,τραγούδι και λύρα· και, το πιο σπουδαίο απ’ όλα, ο γιος του Ερμή, ο Αρπάλυκος,που τα παχιά, τα τρομερά του φρύδια πιάναν το μισό του κούτελο,του ’μαθε για τα καλά την τέχνη των Αργείων: — την τρικλοποδιά· — με τούτηνκερδίζονται τα πιο πολλά, στην πυγμαχία, στην πάλη, και στα Γράμματα ακόμα.Όμως εμείς, τέκνα θνητών, δίχως δασκάλους, με δικιά μας μόνο θέλησημ’ επιμονή κι επιλογή και βάσανα, γίναμε αυτό που γίναμε. Καθόλουδε νιώθουμε πιο κάτου, μήτε χαμηλώνουμε τα μάτια. Μόνεςπεργαμηνές μας: τρεις λέξεις: Μακρόνησος, Γυάρος και Λέρος. Κι αν αδέξιοιμια μέρα σάς φανούν οι στίχοι μας, θυμηθείτε μονάχα πως γραφτήκανκάτω απ’ τη μύτη των φρουρών, και με τη λόγχη πάντα στο πλευρό μας.Κι ούτε χρειάζονται δικαιολογίες, —πάρτε τους γυμνούς, έτσι όπως είναι,—πιότερα ο Θουκυδίδης ο στεγνός θα σας πει απ’ τον περίτεχνο τον Ξενοφώντα.
Λέρος, 23.III.68
"Μόνες περγαμηνές μας: τρεις λέξεις: Μακρόνησος, Γυάρος και Λέρος". Από αριστερά: Μάνος Κατράκης, Γιάννης Ρίτσος, Δημήτρης Φωτιάδης, Μενέλαος Λουντέμης στον Άη Στράτη. 1951.

Ο Γιάννης Ρίτσος στον Άη Στράτη. 1952.


Ο Γιάννης Ρίτσος στη Μακρόνησο. Ο δεύτερος καθισμένος από αριστερά. Δίπλα του από δεξιά ο Μάνος Κατράκης. 1950.

Δύο ποιητές στην εξορία. Ο Γιάννης Ρίτσος και ο Τάσος Λειβαδίτης στον Άη Στράτη. 1951. 


Ο Γιάννης Ρίτσος και ο Μάνος Κατράκης εξόριστοι στη Μακρόνησο. 1949-1950.

Ο Γιάννης Ρίτσος (στο κέντρο) στον Άη Στράτη. 1951-1952.

Ο Γιάννης Ρίτσος με εξόριστους στον Άη Στράτη. 1952.

Ο Γιάννης Ρίτσος στο Καρλόβασι της Σάμου. 1968.


Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

Τα χρυσάνθεμα στην ποίηση και τη ζωγραφική. Ένα ποίημα της Μαρίας Πολυδούρη

Χρυσάνθεμα 

Βρισκόμαστε πια στην εποχή των χρυσανθέμων. Ο καιρός των χρυσανθέμων έχει ήδη φθάσει.  Αγαπημένο λουλούδι που συνδέεται με το Φθινόπωρο και έχει εμπνεύσει πολλούς καλλιτέχνες, ζωγράφους και ποιητές.

Sergius Pauser (1896-1970), Κυρία με χρυσάνθεμα. 1935.

Μαρία Πολυδούρη, ΧΡΥΣΑΝΘΕΜΑ



Ὠχρὴ πορφύρα! Καὶ τὸ δάκρι μαγικὸ

πετράδι ἔχει γενῆ στὴ φορεσιά σας.
Τί κι᾿ ἂν φορᾶτε διάδημα βασιλικὸ
στὴ μαύρη χειμωνιὰ τὴν ὀμορφιά σας.



Τοῦ ξανθοῦ Ἡλίου τὸ φιλὶ διαβατικὸ

κι ἂν παίξη στὰ χρυσόξανθα μαλλιά σας,
δὲ θἆναι ἐλπίδα, οὔτε ὄνειρο θἆναι γλυκό,
μόνο πιὸ κρύα θὰ νοιῶστε τὴ χιονιά σας.



Ὠχρὴ πορφύρα! Καὶ ὁ βορηᾶς ποὺ τὸ «ὠσαννὰ»

σᾶς τραγουδάει μ᾿ ὅλα τὰ λουλούδια,
τὰ φύλλα σας μαδάει πρὶν μαραθοῦν.



Κι ὅσα πετράδια ἡ πάχνη ἀφήνει ταπεινά,

δοξαστικὰ ὅσα ἡ θύελλα τραγούδια,
στὴν ἄχαρη καρδιά σας δάκρια ἀνθοῦν...


Harold Harvey (1874-1941), Μαζεύοντας χρυσάνθεμα. 1915. Ιδιωτική Συλλογή.







Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

Εθελοντές στους Βαλκανικούς Πολέμους. Παλιές φωτογραφίες

Έλληνες από τις ΗΠΑ εθελοντές στους βαλκανικούς πολέμους

   Οι παλιές φωτογραφίες και καρτ ποστάλ από ιστορικά γεγονότα είναι από τα αγαπημένα μου θέματα. Για αυτό, σας παρουσιάζω μία σειρά από φωτογραφίες που απεικονίζουν Έλληνες μετανάστες των Η.Π.Α. να ετοιμάζονται να αναχωρήσουν για την Ελλάδα, για να καταταχθούν στον ελληνικό στρατό ως εθελοντές για τους βαλκανικούς πολέμους.
   Η είδηση της κήρυξης του πρώτου βαλκανικού πολέμου στις αρχές του Οκτωβρίου του 1912 και του στρατιωτικού συνασπισμού των βαλκανικών κρατών (Ελλάδας, Σερβίας, Μαυροβουνίου και Βουλγαρίας) εναντίον της άλλοτε κραταιάς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τους Έλληνες μετανάστες των Η.Π.Α. Εκατοντάδες Έλληνες έσπευσαν να αναχωρήσουν από το λιμάνι της Νέας Υόρκης για να λάβουν μέρος στον πόλεμο και να αγωνισθούν για την απελευθέρωση της Μακεδονίας και της Ηπείρου. Η νικηφόρα προέλαση του ελληνικού στρατού και οι μεγάλες στρατιωτικές επιτυχίες (μέσα σε λίγες ημέρες, στα τέλη Οκτωβρίου του 1912 η Θεσσαλονίκη είχε παραδοθεί στον ελληνικό στρατό) είχαν ισχυρή απήχηση στους Έλληνες των ΗΠΑ και ενδυνάμωσαν τον ενθουσιασμό τους.
   Οι παρακάτω φωτογραφίες, οι οποίες προέρχονται από το φωτογραφικό αρχείο της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσο, διασώζουν εικόνες από ενθουσιώδεις Έλληνες να συγκεντρώνονται στη Νέα Υόρκη για να επιστρέψουν με πλοίο στην πατρίδα.

Έλληνες μετανάστες στη Νέα Υόρκη ετοιμάζονται να επιστρέψουν στην Ελλάδα για να καταταγούν ως εθελοντές στο βαλκανικό πόλεμο. Οκτώβριος 1912.

Έλληνες μετανάστες στη Νέα Υόρκη με  ελληνικές σημαίες ετοιμάζονται να αναχωρήσουν για την πατρίδα. Πηγαίνουν εθελοντές στο πρώτο βαλκανικό πόλεμο. Οκτώβριος του 1912.

Είναι έτοιμοι για τον Πόλεμο!Έλληνες της Νέας Υόρκης ετοιμάζονται να αναχωρήσουν για την πατρίδα. Οκτώβριος του 1912.

 Με ελληνικές σημαίες και με πανό που γράφουν "Ζήτω ο Πόλεμος" ξεκινούν με ενθουσιασμό το ταξίδι της επιστροφής.

Έλληνες εθελοντές έξω από το ναυτιλιακό πρακτορείο έκδοσης εισιτηρίων στη Νέα Υόρκη. Είναι έτοιμοι να επιστρέψουν στην Ελλάδα για να λάβουν μέρος στον πρώτο βαλκανικό πόλεμο. Οκτώβριος 1912. Διακρίνονται οι αποσκευές τους.

Έλληνες εθελοντές στο καράβι "Martha Washington". Επιστρέφουν στην Ελλάδα για να πολεμήσουν στο βαλκανικό πόλεμο. 1912.

Έλληνες εθελοντές αναχωρούν από τη Νέα Υόρκη με το καράβι Madonna. Οκτώβριος 1912.


Έλληνες εθελοντές έχουν επιβιβασθεί  στο καράβι Madonna. Η ελληνική σημαία κυματίζει. Οκτώβριος 1912. Bain News Service Εκδότης.
Έλληνες εθελοντές στο καράβι "Martha Washington". Αναχωρούν για να λάβουν μέρος στον πρώτο βαλκανικό πόλεμο. 1912.

Έλληνες μετανάστες που έλαβαν μέρος ως εθελοντές στους βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913.

Κράτα τοΚράτα τοΚράτα τοΚράτα το

Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου 2017

Τα χρυσάνθεμα στην ποίηση και τη ζωγραφική

Ένα ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη και πίνακες ζωγραφικής με θέμα τα χρυσάνθεμα


Stanhope Alexander Forbes (1857-1947), Μαζεύοντας χρυσάνθεμα. 1903. Ιδιωτική Συλλογή.

Κώστα Καρυωτάκη, Όταν ήρθες


Ἐσβῆναν τὰ χρυσάνθεμα σὰν πόθοι
στὸν κῆπον ὅταν ἦρθες. Ἐγελοῦσες
γαλήνια, σὰ λευκὸ χαμολουλούδι.



Ἀμίλητος, τὴ μέσα μου μαυρίλα
τὴν ἔκανα γλυκύτατο τραγούδι
κι ἀπάνω σου τὸ λέγανε τὰ φύλλα.
Από τα "Ανέκδοτα"


Daniel Ridgway Knight (1839-1924), Xρυσάνθεμα. Ιδιωτική Συλλογή.

Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

Έλληνες ποιητές και καλλιτέχνες στο Αλβανικό Μέτωπο. Οδυσσέας Ελύτης και Γιάννης Τσαρούχης

Εικόνες από το Αλβανικό Μέτωπο και τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο. Το "Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας" και η
"Παναγία της Νίκης"  του Γιάννη Τσαρούχη

    Εικόνες και σκηνές από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο  στην Αλβανία την περίοδο 1940-1941 έχουν αποτυπωθεί στο έργο των Ελλήνων λογοτεχνών και καλλιτεχνών που υπηρέτησαν στο Αλβανικό Μέτωπο. Επιλέγω να αναφερθώ σε δύο κορυφαίους εκπροσώπους της νεοελληνικής τέχνης, στον ποιητή Οδυσσέα Ελύτη και στον ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη, οι οποίοι βίωσαν τις σκληρές συνθήκες του πολέμου στην Αλβανία.

Ο Οδυσσέας Ελύτης κατατάχθηκε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός μόλις κηρύχθηκε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος, στις 28 Οκτωβρίου του 1940, και αμέσως βρέθηκε στο μέτωπο. Κατά τη διάρκεια του πολέμου νόσησε βαριά από κοιλιακό τύφο και στις 26 Φεβρουαρίου μεταφέρεται ασθενής σε πολύ σοβαρή κατάσταση στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων και στη συνέχεια, έπειτα από μία πολύ δύσκολη και επίπονη πορεία, κατά τη διάρκεια της οποίας έφθασε πολύ κοντά στο θάνατο, καταλήγει στην Αθήνα. Η συμμετοχή του στον πόλεμο και οι οδυνηρές στιγμές που βίωσε είχαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του ποιητικού του έργου και επηρέασαν την κοσμοθεωρία και την ποιητική του θεματολογία.

Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης (Ελύτης) με στρατιωτική στολή στο Αλβανικό Μέτωπο. Δέλβινο.  1940-1941 (στη μέση).
   
   Στην "Αυτοπροσωπογραφία σε προφορικό λόγο", ο Οδυσσέας Ελύτης σημειώνει χαρακτηριστικά: "...Η Αλβανία, για τη σωματική μου υπόσταση ήταν μια περιπέτεια αβάσταχτη, αλλά για την ψυχική μου όμως ιστορία, μια τομή βαθιά... έγινε αιτία ο πόλεμος να συνειδητοποιήσω τι είναι ο αγώνας, ο ομαδικός πλέον και όχι ο προσωπικός. Θέλω να πω τι σημαίνει να μάχεσαι ενταγμένος σε μιαν ομάδα, που έχει ορισμένα ιδανικά, και να μάχεσαι κι εσύ γι’ αυτά..."

Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης (Ελύτης) με στρατιωτική στολή στο Αλβανικό Μέτωπο. 1941.


   Την Άνοιξη του 1941, ύστερα από τη διάσωση και την επιστροφή του στην Αθήνα, ο  Ελύτης άρχισε να συνθέτει τρία ποιητικά έργα με θέμα τον Αλβανικό πόλεμο, την "Αλβανιάδα", τη "Βαρβαρία" και το πιο γνωστό "Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας".  Η "Βαρβαρία" δεν δημοσιεύτηκε ποτέ και φαίνεται ότι έχει καταστραφεί. Η "Αλβανιάδα" περιελάμβανε τρία μέρη από τα οποία μόνο το ένα δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 1962 στην Πανσπουδαστική και τα υπόλοιπα καταστράφηκαν. 
  Το «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» δημοσιεύτηκε στις σελίδες του περιοδικού Τετράδιο (τεύχος 2) που εκδόθηκε στην Αθήνα αμέσως μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1945. Το έργο κυκλοφόρησε σε αυτοτελή έκδοση 17 χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευση, δηλαδή το 1962, από τον εκδοτικό οίκο της Αθήνας Ίκαρο.  Τρία χρόνια νωρίτερα, το 1959, είχε εκδοθεί και το εμβληματικό ποιητικό έργο της νεοελληνικής λογοτεχνίας,  «Το Άξιον Εστί», στο οποίο επίσης διασώζονται ηρωικές "εικόνες" του Ελληνισμού από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και την Κατοχή. 

Ο Ανθυπολοχαγός Οδυσσέας Αλεπουδέλης (Ελύτης) με στρατιωτική στολή στο Αλβανικό Μέτωπο. 1940-41.  Ο μελετητής της νεοελληνικής λογοτεχνίας Mario Vitti θεωρεί ότι  το «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» γράφηκε γύρω στα 1943. Επικό-ηρωικό έργο, αλλά και λυρικό, ένας θρήνος και ύμνος ταυτόχρονα για την απώλεια στον πόλεμο, για τον ηρωικό θάνατο ενός μαχητή.

Οδυσσέα Ελύτη,
"Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας"


 
Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
Που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
Kαθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
Kι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες
 
Eκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
Kαι μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη και νερό
Που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
Mα όλος ο κόπος τ’ ουρανού
Όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
Πρωί, στα πόδια του βουνού
 
Tώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.
 
Tώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
Πιάνει και σβήνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της·
Mες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
Aπό λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια·
Bράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
Kόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.
 
Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό 
Θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου
 
Tα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψίχες τ’ ουρανού.

Φωτογραφία του Δημήτρη Χαρισιάδη. Τα βουνά στην Οστροβίτσα. Αλβανία. 1940-1941. Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη.



Τώρα μες στα θολά νερά μια ταραχή ανεβαίνει·

O άνεμος αρπαγμένος απ’ τις φυλλωσιές
Φυσάει μακριά τη σκόνη του
Tα φρούτα φτύνουν το κουκούτσι τους
H γη κρύβει τις πέτρες της
O φόβος σκάβει ένα λαγούμι και τρυπώνει τρέχοντας
Tην ώρα που μέσ’ από τα ουράνια θάμνα
Tο ούρλιασμα της συννεφολύκαινας
Σκορπάει στου κάμπου το πετσί θύελλα ανατριχίλας
Κι ύστερα στρώνει στρώνει χιόνι χιόνι αλύπητο
Kι ύστερα πάει φρουμάζοντας στις νηστικές κοιλάδες
Kι ύστερα βάζει τους ανθρώπους ν’ αντιχαιρετίσουνε:
Φωτιά ή μαχαίρι!

Γι’ αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν
Kακό θ’ ανάψει εδώ. Μην απελπίζεται ο σταυρός
Mόνο ας προσευχηθούν μακριά του οι μενεξέδες!

Γ´
Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή
Λιώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης
O Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο

Kάθε βροντή ένας θάνατος καβάλα στον αέρα
Kάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ
Στο θάνατο ―κι η μοίρα ό,τι θέλει ας πει.

Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κι ήβρε το θάρρος
Kαταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μες στον ήλιο
Kιάλια, τηλέμετρα, όλμοι, κέρωσαν!

Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!
Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!
Το κράνος κύλησε από την αριστερή μεριά...

Στο χώμα μόνο μια στιγμή ταράχτηκαν οι ρίζες
Ύστερα σκόρπισε ο καπνός κι η μέρα πήε δειλά
Nα ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια

Mα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη οχιά
Mόλις σταμάτησε για λίγο μες στα δόντια ο θάνατος―
Kι ύστερα χύθηκε μεμιάς ώς τα χλωμά του νύχια! 


Φωτογραφία του Δημήτρη Χαρισιάδη. Στρατιώτης με ξιφολόγχη Αλβανία. 1940-1941. Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη.

Δ´
Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη
M’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
M’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί
Mοιάζει μπαξές που τού ’φυγαν άξαφνα τα πουλιά
Mοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά
Mοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
Mόλις είπανε «γεια παιδιά» τα ματοτσίνορα 
Kι η απορία μαρμάρωσε...
 
Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Αιώνες μαύροι γύρω του
Aλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή 
Kι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
Aκούν με προσοχή·
Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε
Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.
 
Κάτω απ’ τα πέντε κέδρα
Xωρίς άλλα κεριά
Kείτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη·
Άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα
Στο πλάι το μισοτελειωμένο μπράτσο
Kι ανάμεσ’ απ’ τα φρύδια―
Mικρό πικρό πηγάδι, δαχτυλιά της μοίρας
Mικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο
Πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!
Ω! μην κοιτάτε, ω μην κοιτάτε από πού του-
Aπό πού του ’φυγε η ζωή. Μην πείτε πώς
Mην πείτε πώς ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή Έτσι λοιπόν η μια
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή παράτησε την άλλη
Kι ο ήλιος ο παντοτινός έτσι μεμιάς τον κόσμο!
  

Ήλιε δεν ήσουν ο παντοτινός;
Πουλί δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει;
Λάμψη δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου;
Κι εσύ περβόλι ωδείο των λουλουδιών
Kι εσύ ρίζα σγουρή φλογέρα της μαγνόλιας!
 
Έτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δέντρο
Kαι το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
Kι ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
Kαι τα δυο μάτια πάνε να δακρύσουν―
Γιατί, ρωτάει ο αϊτός, πού ’ναι το παλικάρι;
Κι όλα τ’ αϊτόπουλ’ απορούν πού ’ναι το παλικάρι!
Γιατί, ρωτάει στενάζοντας η μάνα, πού ’ναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν πού να ’ναι το παιδί!
Γιατί, ρωτάει ο σύντροφος, πού να ’ναι ο αδερφός μου;
Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν πού να ’ναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός
Πιάνουν το χέρι και παγώνει
Παν να δαγκάσουνε ψωμί κι εκείνο στάζει από αίμα
Kοιτούν μακριά τον ουρανό κι εκείνος μελανιάζει
Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος
Γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί
Γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!


Φωτογραφία του Δημήτρη Χαρισιάδη. Στρατιώτης διαβάζει γράμμα. Αλβανία. 1940-1941. Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη.

ΣT´ 
Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
Mια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του·
Bγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
Kαι το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα...
Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι
Kαβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
Kι ήρθαν από της γης τα πέρατα
Oι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
Eκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά
Eκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

Ήταν γερό παιδί·
Tις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα
Λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων
Ήταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του
Που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης,
Πιάνοντας ύστερα χορό μ’ όλες τις νύφες λεύκες
Ώσπου ν’ ακούσει και να χύσ’ η αυγή το φως μες στα μαλλιά του
H αυγή που μ’ ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε
Στη σέλα δυο μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο
Nα βάφει τα λουλούδια
Ή πάλι με στοργή να σιγονανουρίζει
Tις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν...
Α τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του
Τι χάρτης περηφάνιας το γυμνό του στήθος
Όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα...

Ήταν γενναίο παιδί.
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
Mε τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
Kαι με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
(Φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)
Mε τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
Kαι την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
―Φωτιά στην άνομη φωτιά!―
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Tα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Tο κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Kαι το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
Kαι τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν
Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί!

Φωτογραφία του Δημήτρη Χαρισιάδη. Στρατιώτης με ξιφολόγχη. Κορυτσά. Αλβανία. 1940-1941. Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη.


Τα δέντρα είναι από κάρβουνο που η νύχτα δεν κορώνει.
Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
Tίποτε. Μες στην παγωνιά κουρνιάζουν τα βουνά
Γονατισμένα. Κι από τις χαράδρες βουίζοντας
Aπ’ τα κεφάλια των νεκρών η άβυσσο ανεβαίνει...
Δεν κλαίει πια ούτ’ η Λύπη. Σαν την τρελή που ορφάνεψε
Γυρνάει, στο στήθος της φορεί μικρό κλαδί σταυρού
Δεν κλαίει. Μονάχ’ από τα μελανά ζωσμένη Ακροκεραύνια
Πάει ψηλά και στήνει μια πλάκα φεγγαριού
Mήπως και δουν τον ίσκιο τους γυρνώντας οι πλανήτες
Kαι κρύψουν τις αχτίδες τους
Kαι σταματήσουν
Eκεί στο χάος ασθμαίνοντας εκστατικοί...
 
Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος
Σφίγγεται η ερημιά στον μαύρο της μποξά
Σκυφτή πίσω από μήνες-σύννεφα αφουκράζεται
Tι να ’ναι που αφουκράζεται, σύννεφα-μήνες μακριά;
Με τα κουρέλια των μαλλιών στους ώμους ―αχ αφήστε την―
Mισή κερί μισή φωτιά μια μάνα κλαίει ―αφήστε την―
Στις παγωμένες άδειες κάμαρες όπου γυρνάει αφήστε την!
Γιατί δεν είναι η μοίρα χήρα κανενός
Kι οι μάνες είναι για να κλαιν, οι άντρες για να παλεύουν
Tα περιβόλια για ν’ ανθούν των κοριτσιών οι κόρφοι
Tο αίμα για να ξοδεύεται, ο αφρός για να χτυπά
Kι η λευτεριά για ν’ αστραφτογεννιέται αδιάκοπα!
 

Πέστε λοιπόν στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Tώρα που πια η πατρίδα του σκοτείνιασε στη γη
Aν θέλει να μη χάσει από την περηφάνια του·
Ή τότε πάλι με χώμα και νερό
Aς γαλαζοβολήσει αλλού μιαν αδελφούλα Ελλάδα!
Πέστε στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Mην καταπροσωπήσει πια μήτε μια μαργαρίτα
Στη μαργαρίτα πέστε νά ’βγει μ’ άλλη παρθενιά
Mη λερωθεί από δάχτυλα που δεν της πάνε!
 
Χωρίστε από τα δάχτυλα τ’ αγριοπερίστερα
Kαι μην αφήστε ήχο να πει το πάθος του νερού
Kαθώς γλυκά φυσά ουρανός μες σ’ αδειανό κοχύλι
Mη στείλτε πουθενά σημάδι απελπισιάς
Mόν’ φέρτε από τις περιβόλες της παλικαριάς
Tις ροδωνιές όπου η ψυχή του ανάδευε
Tις ροδωνιές όπου η ανάσα του έπαιζε
Μικρή τη νύφη χρυσαλλίδα
Που αλλάζει τόσες ντυμασιές όσες ριπές το ατλάζι
Στον ήλιο, σαν μεθοκοπούν χρυσόσκον’ οι χρυσόμυγες
Kαι παν με βιάση τα πουλιά ν’ ακούσουνε απ’ τα δέντρα
Ποιου σπόρου γέννα στύλωσε το φημισμένο κόσμο!
 
Φωτογραφία του Δημήτρη Χαρισιάδη. Στρατιώτης μπροστά σε ανοιχτό παράθυρο. Αλβανία. 1940-1941. Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη.

Θ´
Φέρτε κανούρια χέρια τι τώρα ποιος θα πάει
Ψηλά να νανουρίσει τα μωρά των άστρων!
Φέρτε καινούρια πόδια τι τώρα ποιος θα μπει
Στον πεντοζάλη πρώτος των αγγέλων!
Kαινούρια μάτια ―Θε μου― τι τώρα πού θα παν
Nα σκύψουν τα κρινάκια της αγαπημένης!
Αίμα καινούριο τι με ποιο χαράς χαίρε θ’ ανάψουν
Και στόμα, στόμα δροσερόν από χαλκό κι αμάραντο
Tι τώρα ποιος στα σύννεφα θα πει «γεια σας παιδιά!»
 
Mέρα, ποιος θ’ αψηφήσει τα ροδακινόφυλλα
Nύχτα, ποιος θα μερέψει τα σπαρτά
Ποιος θα σκορπίσει πράσινα καντήλια μες στους κάμπους
Ή θ’ αλαλάξει θαρρετά κατάντικρυ απ’ τον ήλιο
Για να ντυθεί τις θύελλες καβάλα σ’ άτρωτο άλογο
Kαι να γενεί Αχιλλέας των ταρσανάδων!
Ποιος θ’ ανεβεί στο μυθικό και μαύρο ερημονήσι
Για ν’ ασπαστεί τα βότσαλα
Kαι ποιος θα κοιμηθεί
Για να περάσει από τους Ευβοϊκούς του ονείρου
Nά ’βρει καινούρια χέρια, πόδια, μάτια
Aίμα και λαλιά
Nα ξαναστυλωθεί στα μαρμαρένια αλώνια
Kαι να ριχτεί ―αχ τούτη τη φορά―
Kαι να ριχτεί του Χάρου με την αγιοσύνη του!


Ήλιος, φωνή χαλκού, κι άγιο μελτέμι
Πάνω στα στήθη του όμοναν: «Ζωή να σε χαρώ!»
Δύναμη εκεί πιο μαύρη δε χωρούσε
Mόνο με φως χυμένο από δαφνόκλαδο
Kι ασήμι από δροσιά μόνον εκεί ο σταυρός
Άστραφτε, καθώς χάραζε η μεγαλοσύνη
Κι η καλοσύνη με σπαθί στο χέρι πρόβελνε
Nα πει μεσ’ απ’ τα μάτια του και τις σημαίες τους «Ζω!»
 
Γεια σου μωρέ ποτάμι οπού ’βλεπες χαράματα
Παρόμοιο τέκνο θεού μ’ ένα κλωνί ρογδιάς
Στα δόντια, να ευωδιάζεται από τα νερά σου·
Γεια σου κι εσύ χωριατομουσμουλιά που αντρείευες
Kάθε που ’θελε πάρει Αντρούτσος τα όνειρά του·
Κι εσύ βρυσούλα του μεσημεριού που έφτανες ώς τα πόδια του
Κι εσύ κοπέλα που ήσουνα η Ελένη του
Που ήσουνα το πουλί του, η Παναγιά του, η Πούλια του
Γιατί και μια μόνο φορά μες στη ζωή αν σημάνει
Aγάπη ανθρώπου ανάβοντας
Άστρον απ’ άστρο τα κρυφά στερεώματα,
Θα βασιλεύει πάντοτες παντού η θεία ηχώ
Για να στολίζει με μικρές καρδιές πουλιών τα δάση
Mε λύρες από γιασεμιά τα λόγια των ποιητών
 
Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει―
Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει ανάβοντας! 

Φωτογραφία του Δημήτρη Χαρισιάδη. Στρατιώτες στα χιόνια. Αλβανία 1940-1941. Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη.

IA´
Κείνοι που επράξαν το κακό ― γιατί τους είχε πάρει
Tα μάτια η θλίψη πήγαιναν τρικλίζοντας
Γιατί τους είχε πάρει
Tη θλίψη ο τρόμος χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο
Πίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωπο
Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια
Eκεί που γδύν’ η θάλασσα τ’ αμπέλια και τα ηφαίστεια
Στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι
Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα
Mυρίζονται τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά
Όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!
 
Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά
M’ αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
Παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένο άνεμο
Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
Mε πικραμένα μάτια·
Τους πήρε μαύρο σύγνεφο ― δεν είχαν πίσω τους αυτοί
Θειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή
Mάνα που να ’χει σφάξει με τα χέρια της
Ή μάνα μάνας που με το βυζί γυμνό
Xορεύοντας να ’χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!
 
Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Mα κείνος που τ’ αντίκρισε στους δρόμους τ’ ουρανού
Aνεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!
  
IB´
Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Aνεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος...
 
Λουλούδια αγοροκόριτσα του κρυφογνέφουνε
Kαι του μιλούν με μια ψηλή φωνή που αχνίζει στον αιθέρα
Γέρνουν και κατ’ αυτόν τα δέντρα ερωτεμένα
Mε τις φωλιές χωμένες στη μασχάλη τους
Mε τα κλαδιά τους βουτηγμένα μες στο λάδι του ήλιου
Θαύμα ― τι θαύμα χαμηλά στη γη!
Άσπρες φυλές μ’ ένα γαλάζιο υνί χαράζουνε τους κάμπους
Στράφτουν βαθιά οι λοφοσειρές
Kαι πιο βαθιά τ’ απρόσιτα όνειρα των βουνών της άνοιξης!
 
Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος
Tόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του
Φαίνεται μες στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός
Kαι στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων...
Tώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο από το αίμα
Στους όχτους του μονοπατιού συνάζουνται τα ζώα
Γρυλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούνε
Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
Γίγας που κανακεύει τα παιδιά του
 
Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο λένε, το Πάσχα τ’ ουρανού!


Γιάννης Τσαρούχης, Ο Ελύτης με στολή Ανθυπολοχαγού. 1940.

ΙΓ´
Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο―
 
Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μες στη ζωή
Όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα·
Για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθια
Eνώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη·
Για τη νιφάδα που άστραψε μες στο μυαλό κι εσβήστη
Tότες που ακούστηκε μακριά η σφυριγματιά της σφαίρας
Kαι πέταξε ψηλά θρηνώντας η Αλβανίδα πέρδικα!
 
Λένε γι’ αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει
Για τον βαθύ καημό του Έρωτα της ζωής
Που είχε όταν δυνάμωνε μακριά ο αγέρας
Kαι κρώζαν τα πουλιά στου χαλασμένου μύλου τα δοκάρια
Για τις γυναίκες που έπιναν την άγρια μουσική
Στο παραθύρι ορθές σφίγγοντας το μαντίλι τους
Για τις γυναίκες που απελπίζαν την απελπισιά
Προσμένοντας ένα σημάδι μαύρο στην αρχή του κάμπου
 
Ύστερα δυνατά πέταλα έξω απ’ το κατώφλι
Λένε για το ζεστό και αχάιδευτο κεφάλι του
Για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
Tόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!

IΔ´
Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο μες στο αίμα
Tου κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει:
Ελευθερία
Έλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο:
EΛEYΘEPIA
Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος
 
Στεριές ιριδοχτυπημένες πέφτουν στά νερά
Kαράβια μ’ ανοιχτά πανιά πλέουν μες στους λειμώνες
Tα πιο αθώα κορίτσια 
Tρέχουν γυμνά στα μάτια των αντρών
Kι η σεμνότη φωνάζει πίσω από το φράχτη
Παιδιά! δεν είναι άλλη γη ωραιότερη...
 
Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει!
 
Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Oλοένα εκείνος ανεβαίνει·
Τώρα λάμπουνε γύρω του οι πόθοι που ήταν μια φορά
Xαμένοι μες στης αμαρτίας τη μοναξιά·
Γειτόνοι της καρδιάς του οι πόθοι φλέγονται·
Πουλιά τον χαιρετούν, του φαίνονται αδερφάκια του
Άνθρωποι τον φωνάζουν, του φαίνονται συντρόφοι του
«Πουλιά καλά πουλιά μου, εδώ τελειώνει ο θάνατος!»
«Σύντροφοι σύντροφοι καλοί μου, εδώ η ζωή αρχίζει!»
Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γυαλίζει στα μαλλιά του
 
Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο, αύριο: το Πάσχα του Θεού! 

Γιάννης Τσαρούχης, Αυτοπροσωπογραφία. Αλβανία. 17-03-1941.

...Και ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης υπηρέτησε στο Αλβανικό Μέτωπο την περίοδο 1940-1941.  Τις τελευταίες ημέρες του πολέμου, όπως αναφέρει ο ίδιος, κυκλοφόρησε η φήμη ότι  κάποιος στρατιώτης είδε το όραμα της Παναγίας. 

"...Αμέσως δόθηκε διαταγή να χτιστεί εκκλησία στο μέρος που παρουσιάστηκε η Παναγία, ή μάλλον να επισκευαστεί ένας γκρεμισμένος μύλος. Οι μύλοι όλοι στην Αλβανία είναι τετράγωνα κτίρια για καλαμπόκι. Μου πρότεινε ο διοικητής να κάνω τοιχογραφίες, αλλά ήταν πολύ δύσκολο. Το μέρος αυτό εβάλλετο πολύ από τους Ιταλούς και εφοβόμουν. Δέχτηκα όμως να κάνω τέσσερις εικόνες για το τέμπλο, αν βρουν τέσσερις σανίδες. Μπογιές είχε μαζί του ο λοχαγός μου, ο μακαρίτης Γεωργόπουλος, με την ελπίδα ότι θα μπορέσω να κάνω σκηνές από μάχες. Αυτές οι μπογιές εχρησίμευσαν στην αρχή του πολέμου για να καμουφλαριστούν τα νίκελ του αυτοκινήτου του διοικητού. Κι αργότερα, για να κάνω μερικά πορτραίτα του λοχαγού αυτού, που ήταν φιλότεχνος και βιβλιόφιλος. Ύστερα από πολλές έρευνες βρέθηκε ένα καπάκι από κιβώτιο. Εκεί πάνω ζωγράφισα την Παναγία της Νίκης, έχοντας ως πρότυπο μια κακοζωγραφισμένη Παναγία που κυκλοφορούσε σε δελτάρια..."

Ο Γιάννης Τσαρούχης με την εικόνα της "Παναγίας της Νίκης" που ζωγράφισε στο Αλβανικό Μέτωπο. 1941. 

Γιάννης Τσαρούχης, ο λοχαγός μου στην Αλβανία. 1941. Σκίτσο του φιλότεχνου λοχαγού Γεωργόπουλου.

Γιάννης Τσαρούχης, Προσωπογραφία του Λοχαγού Γεωργόπουλου. 

Κράτα τοΚράτα το