Άννας Αγγελοπούλου Ιστολόγιο Χάριν Λόγου και Τέχνης, Χάριν Φίλων

"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.
Το βρήκα γραμμένο σ᾽ένα ξεχασμένο λεύκωμα της μητέρας μου. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 τέτοια αποφθέγματα σημείωναν οι μικρές μαθήτριες...
Γιατί θέλω ένα ιστολόγιο; Γιατί η ανάγκη μιας τέτοιου είδους επικοινωνίας;
Θα πω μόνο ότι στην αρχή σκέφτηκα να είναι ένα ιστολόγιο που να απευθύνεται στους συναδέλφους μου, δηλαδή μόνο σε φιλολόγους... "Χάριν φίλων" του λόγου, δηλαδή. Στη συνέχεια σκέφτηκα να είναι και "χάριν φίλων" της τέχνης. Τελικά, όμως, αποφάσισα να απευθύνεται και σε πολλούς άλλους: στους πρώην και επόμενους μαθητές μου, σε όσους αγαπούν να ονειρεύονται, σε όσους πιστεύουν ακόμα στο όραμα της παιδείας, σε όσους επέλεξαν να είναι εκπαιδευτικοί από αγάπη, σε όσους αγαπούν να ταξιδεύουν, και κυρίως σε όσους αγαπούν την ανάγνωση ή μάλλον τις αναγνώσεις...σε όσους παντού και πάντα θα διαβάζουν...θα διαβάζουν κείμενα στα βιβλία, κείμενα στις εικόνες, κείμενα στα πρόσωπα των ανθρώπων... Άλλωστε, η ανάγνωση είναι ταξίδι, όχι ένα αλλά πολλά ταξίδια...
Τελικά, το ιστολόγιο αυτό απευθύνεται στα αγαπημένα πρόσωπα της ζωής μας... Απευθύνεται ακόμα σε φίλους, γνωστούς και άγνωστους, σε πρόσωπα που συνάντησα, συναντώ καθημερινά, θα συναντήσω στο μέλλον ή που δε θα συναντήσω ποτέ.
Καλά ταξίδια, λοιπόν, με βιβλία, εικόνες, μουσικές και κυρίως με όνειρα!


Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

Άστεγοι και πεινασμένοι. Πίνακες του Samuel Luke Fildes

Εικόνες φτώχειας από τον Samuel Luke Fildes. Άστεγοι και πεινασμένοι στο Λονδίνο της Βικτωριανής εποχής.

  Θυμίζουν σκηνές από έργα του Καρόλου Ντίκενς.  Απελπισμένοι άνεργοι, άστεγοι και πεινασμένοι ανθρώποι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, παγώνουν στους σκοτεινούς δρόμους  του Λονδίνου της Βικτωριανής εποχής. Στην πρωτεύουσα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, στο κέντρο της βιομηχανικής επανάστασης, η φτώχεια και η δυστυχία του ανώνυμου πλήθους απεικονίζεται με ρεαλισμό από κάποιους Βρεττανούς ζωγράφους, ανάμεσα στους οποίους συμπεριλαμβάνεται ο Samuel Luke Fildes (1844-1927).
  Στην παρακάτω χαρακτικό ο Fildes παρουσιάζει μία ομάδα αναξιοπαθούντων ανθρώπων να στέκονται στην ουρά έξω από ένα αστυνομικό τμήμα, για να πάρουν εισιτήριο εισόδου σε ειδική πτέρυγα πτωχοκομείου όπου θα μπορούσαν να περάσουν προσωρινά τη νύχτα τους. Ρακένδυτοι και κουρελήδες, ντυμένοι με λεπτά ρούχα τρέμουν από το κρύο και συνωστίζονται ο ένας δίπλα στον άλλο για να ζεσταθούν. Ο δρόμος γυαλίζει και μάλλον πρέπει να είναι χιονισμένος. Δύο μητέρες αγκαλιάζουν τα κακόμοιρα παιδιά τους, ένας άνδρας κρατά στην αγκαλιά του ένα κοριτσάκι με γυμνά πόδια, ενώ δίπλα του προφανώς στέκεται η γυναίκα του που αγκαλιάζει ένα μεγαλύτερο κορίτσι. Ένα εξουθενωμένο αγοράκι έχει καθήσει στο έδαφος…Στην άκρη αριστερά διακρίνονται δύο αστυνομικοί...
   
Samuel Luke Fildes, Άστεγοι και πεινασμένοι. 1869. Εικόνα-χαρακτικό για το περιοδικό "The Graphic". Λονδίνο.

   Το χαρακτικό "Άστεγοι και πεινασμένοι" δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του κοινωνικού περιοδικού "The Graphic" τον Δεκέμβριο του 1869. Ήταν η εικόνα που συνόδευε ένα άρθρο του περιοδικού με θέμα τον Νόμο για τους άστεγους που ίσχυε από το 1864. Σύμφωνα με τον νόμο αυτό, οι άστεγοι είχαν δικαίωμα να καταφύγουν σε ειδικές πτέρυγες των πτωχοκομείων για να περάσουν τη νύχτα. Πρώτα, όμως, έπρεπε να προμηθευτούν από το αστυνομικό τμήμα άδεια εισόδου. Η άδεια εισόδου ίσχυε μόνο για μία διανυκτέρευση και έπρεπε να ανανεώνεται κάθε βράδυ. Οι οικογένειες απέφευγαν να καταφύγουν για μόνιμη διαμονή στα πτωχοκομεία, γιατί έπρεπε να χωρισθούν. Οι άνδρες διέμεναν χωριστά από τις γυναίκες, όπως και τα παιδιά συγκεντρώνονταν σε ξεχωριστά πτωχοκομεία. Τη διαμονή  και διατροφή τους στα πτωχοκομεία, είτε αυτή ήταν μόνιμη είτε περιστασιακή, ξεχρέωναν προσφέροντας εργασία υπό εξαιρετικά δύσκολες και δυσάρεστες συνθήκες.

Samuel Luke Fildes, Άστεγοι και πεινασμένοι. 1869. Μία ζωγραφική επιχρωματισμένη παραλλαγή του ίδιου χαρακτικού.

   Το χαρακτικό του Fildes "Άστεγοι και πεινασμένοι" εντυπωσίασε τον γνωστό ζωγράφο και επίσης συνεργάτη του περιοδικού John Everrett Millais, ο οποίος σύστησε τον μέχρι τότε μάλλον άσημο εικονογράφο στον δημοφιλή συγγραφέα Κάρολο Ντίκενς. Ο Ντίκενς ενθουσιάστημε με την τεχνική δεινότητα του χαράκτη-εικονογράφου και αναγνώρισε την κοινή θεματική του έργου με τα βιβλία του. Για αυτό ανέθεσε στον Fildes να εικονογραφήσει το βιβλίο του "Το μυστήριο του Edwin Drood". O Fildes πρόλαβε να σχεδιάσει δώδεκα εικόνες για το βιβλίο, αλλά η έκδοση του βιβλίου δεν ολοκληρώθηκε, λόγω του ξαφνικού θανάτου του Ντίκενς.

   Ο Fildes, εκτός από την εικονογράφηση περιοδικών, εφημερίδων και βιβλίων, ασχολήθηκε και με τη ζωγραφική. Το χαρακτικό "Άστεγοι και πεινασμένοι" υπήρξε η βάση για τον πίνακα ζωγραφικής με τον τίτλο "Οι αιτούντες να μείνουν σε πρόχειρη πτέρυγα πτωχοκομείου".
Samuel Luke Fildes, Οι αιτούντες να μείνουν σε πρόχειρη πτέρυγα πτωχοκομείου. 1874. Πανεπιστήμιο του Holloway. Λονδίνο.
   
Μία ακόμα παραλλαγή του ίδιου πίνακα. Στην άκρη αριστερά διακρίνουμε έναν αστυνομικό να ελέγχει την άδεια εισόδου ενός άστεγου που έχει αιτηθεί να περάσει μία βραδιά σε πτωχοκομείο.

Samuel Luke Fildes, Οι αιτούντες να μείνουν σε πρόχειρη πτέρυγα πτωχοκομείου. Μετά το 1908. Πινακοθήκη Tate Britain. Λονδίνο. 

...Και τρεις παλιές φωτογραφίες με σκηνές από αγγλικά πτωχοκομεία
(βλ. http://www.workhouses.org.uk/life/food.shtml και http://www.workhouses.org.uk/education/)

Γυναίκες σε τραπεζαρία πτωχοκομείου. 1897.

Άνδρες σε τραπεζαρία πτωχοκομείου. 1900.


Μικρά αγόρια στην τραπεζαρία πτωχοκομείου. 1909.

2 σχόλια:

  1. ΦΤΩΧΕΙΑ

    Όταν κοίταξα τη φτώχεια μου:
    Τις μπότες μου και την κοιλιά της γυναίκας μου,
    Το ποντίκι το πιασμένο στην παγίδα
    Και το πρόσωπο του παιδιού μου ενώ κοιμάται,
    Ήξερα πως τίποτα δεν μπορεί να με πληγώσει πια.
    Μπορώ να κινήσω μέσα στη νύχτα
    Χωρίς ελπίδα,
    Χωρίς διεύθυνση.

    Τίποτα δεν μπορεί να με πληγώσει πια.
    Ξέρω πως ζω.

    Είναι ένα δώρο
    Που πια δε φοβάμαι
    Ν' ανοίξω.

    Charles Simic -μτφρ.: Σ. Λ. Σκαρτσής

    ΑπάντησηΔιαγραφή