Άννας Αγγελοπούλου Ιστολόγιο Χάριν Λόγου και Τέχνης, Χάριν Φίλων

"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.
Το βρήκα γραμμένο σ᾽ένα ξεχασμένο λεύκωμα της μητέρας μου. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 τέτοια αποφθέγματα σημείωναν οι μικρές μαθήτριες...
Γιατί θέλω ένα ιστολόγιο; Γιατί η ανάγκη μιας τέτοιου είδους επικοινωνίας;
Θα πω μόνο ότι στην αρχή σκέφτηκα να είναι ένα ιστολόγιο που να απευθύνεται στους συναδέλφους μου, δηλαδή μόνο σε φιλολόγους... "Χάριν φίλων" του λόγου, δηλαδή. Στη συνέχεια σκέφτηκα να είναι και "χάριν φίλων" της τέχνης. Τελικά, όμως, αποφάσισα να απευθύνεται και σε πολλούς άλλους: στους πρώην και επόμενους μαθητές μου, σε όσους αγαπούν να ονειρεύονται, σε όσους πιστεύουν ακόμα στο όραμα της παιδείας, σε όσους επέλεξαν να είναι εκπαιδευτικοί από αγάπη, σε όσους αγαπούν να ταξιδεύουν, και κυρίως σε όσους αγαπούν την ανάγνωση ή μάλλον τις αναγνώσεις...σε όσους παντού και πάντα θα διαβάζουν...θα διαβάζουν κείμενα στα βιβλία, κείμενα στις εικόνες, κείμενα στα πρόσωπα των ανθρώπων... Άλλωστε, η ανάγνωση είναι ταξίδι, όχι ένα αλλά πολλά ταξίδια...
Τελικά, το ιστολόγιο αυτό απευθύνεται στα αγαπημένα πρόσωπα της ζωής μας... Απευθύνεται ακόμα σε φίλους, γνωστούς και άγνωστους, σε πρόσωπα που συνάντησα, συναντώ καθημερινά, θα συναντήσω στο μέλλον ή που δε θα συναντήσω ποτέ.
Καλά ταξίδια, λοιπόν, με βιβλία, εικόνες, μουσικές και κυρίως με όνειρα!


Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

Ποιήματα του W.H. Auden για τους πρόσφυγες και τον ρατσισμό. Προσφυγικό μπλουζ και Κοίτα ξένε

  Συνεχίζω με ποιήματα για τους πρόσφυγες και τον ρατσισμό. Το Προσφυγικό Μπλουζ είναι ένα υπέροχο ερωτικό ποίημα του Αγγλοαμερικανού ποιητή W.H.Auden (Γουίστον Χιου Άντεν), που μιλά για την "άτυχη" αγάπη δύο φυγάδων-προσφύγων που προσπαθούν να γλυτώσουν από το ναζιστικό καθεστώς. 

 W. H. Auden (1907-1973). To 1939 έφυγε από το Λονδίνο για τις ΗΠΑ για να αποφύγει τον πόλεμο. Το Προσφυγικό Μπλουζ είναι γραμμένο το 1939. Θεωρείται ένα από τα πιο αγαπημένα ποιήματα σε αγγλική γλώσσα.

Πανόραμα Αγγλικής Ποίησης-A Panorama of English Poetry, επιμέλεια-μετάφραση του Πάνου Καραγιώργου, εκδ. Τυποθήτω-Gutenberg (Δάρδανος), Αθήνα 2002. Δίγλωση έκδοση. Στο βιβλίο αυτό ανθολογούνται γνωστά ποιήματα της αγγλικής λογοτεχνίας σε μετάφραση γνωστών Ελλήνων ποιητών. Το ποίημα του Ώντεν Προσφυγικό Μπλουζ ανθολογείται σε μετάφραση του ποιητή Κλείτου Κύρου. Βλ. http://www.dardanosnet.gr/book_details.php?id=1164

Edvard Munch, Ερωτευμένοι του δρόμου. 1900. Ιδιωτική Συλλογή.

  Ουίσταν Χιου Ώντεν (W.H. Auden), ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ ΜΠΛΟΥΖ

Πες πως η πόλη αυτή έχει δέκα εκατομμύρια ψυχές
άλλοι ζούνε σε μέγαρα, άλλοι σε τρύπες μικρές
κ όμως δεν έχει θέση για μας, αγάπη μου, δεν έχει θέση για εμάς.

Είχαμε κάποτε μια πατρίδα και μας φαίνονταν όλα καλά,
ψάξε μέσα στον Άτλαντα και θα την εβρείς κειδά
τώρα να πάμε εκεί δεν μπορούμε, αγάπη μου, να πάμε εκεί δεν μπορούμε.

Στο κοιμητήρι του χωριού ένα σμιλάγκι μεγαλώνει
κάθε άνοιξη απ' την αρχή μες στο άνθος φουντώνει
τα παλιά διαβατήρια δεν μπορούν να το κάνουν, αγάπη μου, δεν μπορούν να το κάνουν.

Ο πρόξενος είπε χτυπώντας το γραφείο του εμπρός
"Αν δεν έχεις το διαβατήριο, τυπικά θεωρείσαι νεκρός"
όμως να που ακόμα ζούμε, αγάπη μου, να που ακόμα ζούμε.

Πήγα σε μια επιτροπή, έκαστα να ξαποστάσω
με παρακάλεσαν ευγενικά του χρόνου να ξαναπεράσω
όμως σήμερα πού θα πάμε, αγάπη μου, σήμερα πού θα πάμε;

Ήρθα σε μια συγκέντρωση' σηκώθηκε ο ομιλητής να πει
"Αν τους αφήσουμε να μπουν, θε να μας κλέψουν το ψωμί"
Μιλούσε για σένα και για μένα, αγάπη μου, για σένα και για μένα.

Σαν ν' άκουσα μπουμπουνητά στα ουράνια να κατρακυλούν
ήταν ο Χίτλερ στην Ευρώπη, που έλεγε "Πρέπει να εξοντωθούν"
Α, μας είχε στο νου του, αγάπη μου, μας είχε στο νου του.

Είδα μια σκυλίτσα που φορούσε μια ζακέτα κουμπωμένη,
είδα μια πόρτα ολάνοιχτη και μια γάτα να μπαίνει:
όμως δεν ήταν Γερμανοεβραίοι, αγάπη μου, δεν ήταν Γερμανοεβραίοι.

Τράβηξα στο λιμάνι, στο μόλο στάθηκα μπροστά,
είδα τα ψάρια να τρέχουν στο νερό, δε ζούνε στη σκλαβιά:
μόλις τρία μέτρα μακριά μου, αγάπη μου, τρία μέτρα μακριά μου.

Περπάτησα σ' ένα δάσος, είδα στα δένδρα τα πουλιά'
δεν είχανε πολιτικούς και κελαηδούσαν χαρωπά:
δεν ήταν άνθρωποι σαν και μας, αγάπη μου, δεν ήταν σαν και μας.

Στον ύπνο μου ονειρεύτηκα χιλιώροφα κτίρια
με χίλιες πόρτες και χίλια παραθύρια
ούτε ένα δεν ήταν δικό μας, αγάπη μου, δεν ήταν δικό μας.

Στάθηκα μες στο χιόνι που 'πεφτε σε μια ανοιχτή πεδιάδα
δέκα χιλιάδες στρατιώτες βάδιζαν στην αράδα:
Ψάχναν για μας τους δυο, αγάπη μου, ψάχναν για μας τους δυο.

                          μτφρ
. Κλείτος
Κύρου


P. Picasso, Οι Ερωτευμένοι, 1923. Εθνική Πινακοθήκη Τέχνης. Ουάσιγκτον .


Γ. Χ. Ώντεν, Το πένθιμο μπλουζ, μεταφρ. Ερρίκος Σοφράς, εκδ. Κίχλη 2015. Δώδεκα ποιήματα του Αγγλοαμερικανού ποιητή Ώντεν ανθολογούνται στο βιβλίο αυτό με υπέροχη απόδοση από τον Ερρίκο Σοφρά. Τα οκτώ ποιήματα προέρχονται από τη συλλογή "Μια άλλη φορά" ("Another Time") που ο Ώντεν εξέδωσε στις ΗΠΑ το 1940, λίγους μήνες μετά την εγκατάστασή του εκεί. Το προσφυγικό μπλουζ ανήκει σ' αυτή τη συλλογή. Βλ. http://www.poiein.gr/archives/32446/index.html και http://www.politeianet.gr/books/9786185004354-auden-wystan-hugh-wh-auden-kichli-penthimo-mplouz-251102

Το ίδιο ποίημα του Ώντεν, 
σε μετάφραση του Ερρίκου Σοφρά.
 Προσφυγικό Μπλουζ 
Έστω πως η πόλη αυτή έχει δέκα εκατομμύρια ψυχές,
Κάποιοι ζουν σε μέγαρα, κάποιοι σε καταπακτές:
Μα δεν υπάρχει τόπος για μας, αγάπη, 
μα δεν υπάρχει τόπος για μας.
   Κάποτε είχαμε πατρίδα και τη νομίζαμε μοναδική,
Μες το χάρτη όποιος κοιτάξει κάπου θα τη βρει:
Δεν μπορούμε να πάμε τώρα εκεί, αγάπη, 
δεν μπορούμε να πάμε εκεί τώρα.

Στο κοιμητήρι του χωριού ο γέρο ίταμος φυτρώνει,
Κάθε που μπαίνει η άνοιξη ανθεί και ξανανιώνει: 
Τα παλιά διαβατήρια όμως όχι, αγάπη, τα παλιά διαβατήρια όμως όχι.

Είπε ο πρόξενος κτυπώντας το τραπέζι νευρικός:
"Αν δεν έχεις διαβατήριο, είσαι τυπικά νεκρός":
Αλλά εμείς είμαστε ακόμα ζωντανοί, αγάπη, εμείς είμαστε ακόμα ζωντανοί.

Πήγα σε μία επιτροπή, μου προσφέραν να καθίσω
Ευγενικά μου ζήτησαν του χρόνου να ξαναγυρίσω:
Μα που να πάμε σήμερα, αγάπη, που να πάμε σήμερα; 

Σε μία δημόσια συγκέντρωση πρόσεξα τον ομιλητή:
"Αν τους αφήσουμε να μπουν, θα μας κλέψουν το ψωμί"
Για σένα και για μένα μιλούσε, αγάπη, για σένα και για μένα μιλούσε.

Λες και άκουσα το αστροπελέκι στα ύψη να βρυχιέται
Πάνω απ'από την Ευρώπη ο Χίτλερ, "Να πεθάνουν", καταριέται
Εμάς είχε στο νου, αγάπη, εμάς είχε στο νου.

Είδα ένα κανίς, φόραε ζακέτα με καρφίτσα κουμπωμένη
Είδα την πόρτα ανοιχτή και μια γάτα να μπαίνει
Μα δεν ήσαν Γερμανοεβραίοι, αγάπη, δεν ήσαν Γερμανεβραίοι.

Τράβηξα για το λιμάνι, στάθηκα στην προκυμαία,
Είδα τα ψάρια να κολυμπούν, ήσαν σαν πάντα ελεύθερα:
Μόνο τρία μέτρα μακριά μου, αγάπη, μόνο τρία μέτρα μακριά μου.

Περπάτησα στο δάσος, είδα στα δέντρα τα πουλιά
Πολιτικούς δεν είχανε και κελαηδούσανε γλυκά:
Δεν ήταν ανθρώπινη φυλή, αγάπη, δεν ήταν ανθρώπινη φυλή.

Στ'όνειρό μου είδα ένα κτίριο με χίλιους ορόφους,
Με πόρτες και παράθυρα για χιλιάδες ανθρώπους
απ'όλα αυτά δικό μας, αγάπη, τίποτα απ'όλα αυτά δικό μας.

Στάθηκα σε μια πεδιάδα και γύρω έπεφτε χιόνι
Έναν ολόκληρο στρατό έβλεπα να ζυγώνει:
Εμάς τους δυο ψάχναν, αγάπη, εμάς τους δυο.  

Edvard Munch, Προς το δάσος ΙΙ. Εθνική Πινακοθήκη Τέχνης της Βικτώρια. Μελβούρνη.


P. Picasso, Aγκαλιά. 1900. Μουσείο Τέχνης Πούσκιν. Μόσχα.


Ένα ακόμα υπέροχο ποίημα του Ώντεν, γιατί όλοι τελικά είμαστε "ξένοι" και μόνοι.


W. H. Auden, Κοίτα ξένε


Κοίτα ξένε, τούτο το νησί τώρα

που το φως, καθώς αναπηδάει, αποκαλύπτει για δική σου χαρά,
στάσου ακίνητος
και σιωπηλός,
έτσι που να μπορεί στις διώρυγες τ΄ αυτιού σου
ν΄ αργοκυλάει ωσάν ποτάμι
το λικνιστό τραγούδι της θάλασσας.
Στάσου εδώ στου χωραφιού την άκρη
εκεί που τ' άσπρα βράχια βουτάνε στον αφρό και οι ψηλές προεξοχές τους
αντιστέκονται στην αντριά 
και στο χτύπο της παλίρροιας,
και τα χαλίκια κυνηγάνε τη ρούφνα 

κι ο γλαρός κάθεται για μια στιγμή στις απόκρημνες πλαγιές τους .
Πέρα πολύ, σαν σπόροι που πλένε, τα καράβια
ξεκινούν το καθένα με τη δική του ρότα για βιαστικές ιδιόθελες αποστολές
κι ό,τι μπορεί το μάτι να συλλάβει
μπορεί στ' αλήθεια να εισχωρήσει
και να κινηθεί μέσα στη μνήμη καθώς τούτα τα γνέφια τώρα,
που διαβαίνουν στον καθρέφτη του λιμανιού
κι όλο το καλοκαίρι αργοπλανιώνται στο νερό .
Μετάφραση : Μαρή Ασπιώτη



Edvard Munch, Δύο ανθρώπινες υπάρξεις. Μοναχικοί. 1899. Συλλογή Gundersen.

Edvard Munch, Μελαγχολία ΙΙI, 1902. MOMA (Mουσείο Μοντέρνας Τέχνης. Ν.Υόρκη).

http://www.nga.gov/content/ngaweb/Collection/art-object-page.46667.html
http://celinathens.blogspot.gr/2010/08/refugee-blues.html
http://www.dardanosnet.gr/book_details.php?id=1164
http://www.ngv.vic.gov.au/explore/collection/work/25016/
http://www.wikiart.org/en/pablo-picasso/embrace-1900
http://gundersencollection.com/index.php/gundersen-collection-munch-articles/42-munch-two-human-beings-the-lonely-ones
Ευχαριστώ τη Rosa Mund που μου πρότεινε το ποίημα του Ώντεν.

6 σχόλια:

  1. Τι ωραίο το Κοίτα ξένε. Δεν το ήξερα.


    Πρόσφυγες στην άμμο

    Νύχτωσε στην Ελ Μίνα και πυκνή
    σιωπή ανέβαινε απ' τη μεριά της θάλασσας
    κι αντάμωνε το κάστρο∙ ολημερίς
    ξαπλώνονταν αμίλητο και σκυθρωπό
    σα μουδιασμένο ζώο

    Τότε ξεχώρισα ήχο πνιχτό καθώς το φύλλο
    που τσαλακώνεται μέσα σε χέρια ανάρμοστα
    γρατσούνισμα σε σώμα ακάθαρτο, αρρωστημένο

    Κι είδα έναν Άραβα μικρό, σημαδεμένο
    έφεγγαν χέρια, πρόσωπο, μάτια κι ήταν όλος
    χιλιάδες που άφηναν τη γη τους κι επιστρέφανε
    μέσα στην άμμο, σε σκηνές, στο άσπρο φως.
    Κι όταν μιλούσε δάκρυζε η φωνή και όλο ικέτευε
    για κάποια θέση στη ζωή ή έστω αντίσταση
    στο θάνατο που ερχότανε αργά και τον ρουφούσε

    Μα εγώ έπλενα τα χέρια μου. Άγρια μοναξιά
    τα χρόνια που έφυγαν με είχανε ποτίσει

    Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Από τη συλλογή Ο θάνατος του Μύρωνα (1960)


    *

    Το σκληρό πρόσωπο της ποίησης που λέει αλήθειες, ακόμα και αν δεν μας αρέσει:

    [ασυνόδευτες]

    Οι φακές δεν χρειάζονται ποιήματα για να βράσουν.

    Έχουν μάθει να πηδάνε μόνες τους στην κατσαρόλα,
    να βρέχονται με το ταπεινό λαδάκι, ίσως και μ’ ένα ξερό
    δαφνόφυλλο που το ’σκασε απ΄ τα άπαντα του Καρυωτάκη.

    Δε θέλουν τίποτε άλλο. Ιδίως απαγγελίες.

    Ξινίζει και το πούμαρο απ’ τις μικροφωνικές που στριγγλίζουν
    τις άρτι εκδοθείσες.

    Κι οι σακούλες του Σκλαβενίτη γλιστρούν
    όμορφα και ταπεινά στα φορτηγάκια προς Ειδομένη
    ασυνόδευτες –χωρίς εξηνταπέντε νέους ποιητές και
    εβδομηνταέξι παλιούς να ριμάρουν πόνο.

    Θα μας εκδικηθούν μια μέρα τα τρόφιμα.

    Θα τους μείνει κουσούρι.

    Θα σφηνώνονται ποιητές στα σακουλάκια με τα πεντάκιλα.

    Δε θα μπορεί κανείς να τους βοηθήσει.

    Θα ’χουμε συνεχόμενους πνιγμούς από απαγγελία.

    Γλυκερία Μπασδέκη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η αλήθεια χρειάζεται ακόμα και αν είναι σκληρή και πονά.

      Ωραία τα ποιήματα, αλλά η πραγματικότητα δεν θέλει ποίηση, προτιμά τις φακές...

      Όσο για τη Γλυκερία, μόλις πέρασε έξω από το γραφείο μου...

      Διαγραφή
  2. Πρόσφυγες

    Διωγμένοι από την όμορφη πατρίδα
    τώρα στους δρόμους των γυμνών ωρών

    νομάδες ουρανών
    αλιείς άστρων

    εμείς
    οι δόλιοι πρόσφυγες
    του απάνω κόσμου

    Ορέστης Αλεξάκης, Από τη συλλογή Η λάμψη (1983)


    ***


    ΑΠΟΓΡΑΦΗ
    1
    Σπίτι δίχως σκεπή
    παιδί δίχως κρεβάτι
    τραπέζι δίχως ψωμί
    αστέρι δίχως φως.
    2
    Ποτάμι δίχως προβλήτα
    βουνό δίχως σκοινί
    πόδι δίχως παπούτσι
    φυγή δίχως προορισμό.
    3
    Σκεπή δίχως σπίτι
    πόλη δίχως φίλο
    στόμα δίχως λέξη
    δάσος δίχως άρωμα.
    4
    Ψωμί δίχως τραπέζι
    κρεβάτι δίχως παιδί
    λέξη δίχως στόμα
    προορισμός δίχως φυγή.

    Mascha Kalѐko -μετάφραση: Αλεξάνδρα Αντωνακάκη



    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Συνεχίζεις να με "τροφοδοτείς". Τελικά, σκέφτομαι ότι "ξένοι" και "πρόσφυγες" ίσως είμαστε κατά κάποιον τρόπο όλοι μας. Αισθανόμαστε "ξένοι" στην ίδια την πατρίδα μας...

      Διαγραφή
  3. συγκλονιστικα τα ποιηματα για την προσφυγια... συγκλονιστικη η ιδια η προσφυγια...
    την καλησπερα μου, την μελαγχολικη...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Συγκλονιστικά, πράγματι, τα ποιήματα. Η πραγματικότητα, όμως, είναι ακόμα πιο συγκλονιστική.
      Καληνύχτα!

      Διαγραφή