Άννας Αγγελοπούλου Ιστολόγιο Χάριν Λόγου και Τέχνης, Χάριν Φίλων

"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.
Το βρήκα γραμμένο σ᾽ένα ξεχασμένο λεύκωμα της μητέρας μου. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 τέτοια αποφθέγματα σημείωναν οι μικρές μαθήτριες...
Γιατί θέλω ένα ιστολόγιο; Γιατί η ανάγκη μιας τέτοιου είδους επικοινωνίας;
Θα πω μόνο ότι στην αρχή σκέφτηκα να είναι ένα ιστολόγιο που να απευθύνεται στους συναδέλφους μου, δηλαδή μόνο σε φιλολόγους... "Χάριν φίλων" του λόγου, δηλαδή. Στη συνέχεια σκέφτηκα να είναι και "χάριν φίλων" της τέχνης. Τελικά, όμως, αποφάσισα να απευθύνεται και σε πολλούς άλλους: στους πρώην και επόμενους μαθητές μου, σε όσους αγαπούν να ονειρεύονται, σε όσους πιστεύουν ακόμα στο όραμα της παιδείας, σε όσους επέλεξαν να είναι εκπαιδευτικοί από αγάπη, σε όσους αγαπούν να ταξιδεύουν, και κυρίως σε όσους αγαπούν την ανάγνωση ή μάλλον τις αναγνώσεις...σε όσους παντού και πάντα θα διαβάζουν...θα διαβάζουν κείμενα στα βιβλία, κείμενα στις εικόνες, κείμενα στα πρόσωπα των ανθρώπων... Άλλωστε, η ανάγνωση είναι ταξίδι, όχι ένα αλλά πολλά ταξίδια...
Τελικά, το ιστολόγιο αυτό απευθύνεται στα αγαπημένα πρόσωπα της ζωής μας... Απευθύνεται ακόμα σε φίλους, γνωστούς και άγνωστους, σε πρόσωπα που συνάντησα, συναντώ καθημερινά, θα συναντήσω στο μέλλον ή που δε θα συναντήσω ποτέ.
Καλά ταξίδια, λοιπόν, με βιβλία, εικόνες, μουσικές και κυρίως με όνειρα!


Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Της θάλασσας νεράιδα. Ένα ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη και πίνακες ζωγραφικής με νύμφες της θάλασσας και γοργόνες

Της θάλασσας νεράιδα

Αrthur Hughes, Η μάγισσα. 1874. Ιδιωτική Συλλογή

    Ένα σονέτο της νεανικής ηλικίας του Κώστα Καρυωτάκη με εμφανή στοιχεία νεορομαντισμού είναι το ποίημα με τον τίτλο "Της θάλασσας νεράιδα". Ιδού το ποίημα, πλαισιωμένο με πίνακες ζωγράφων του Προραραφαηλιτικού κινήματος και της  Βικτωριανής εποχής, που απεικονίζουν μυστηριώδεις γοργόνες, νεράιδες και νύμφες της θάλασσας.

Κώστας Καρυωτάκης, Της θάλασσας νεράιδα

Από τα βράχι’ ανάμεσα πετιέται ’να κεφάλι και βλέμματα ολόγυρα σκορπάει φοβισμένα. Εγώ, κρυμμένος κάπου κει στο έρημ’ ακρογιάλι, το βλέπω —σαν σε όνειρο— με μάτια λιγωμένα. 
Ένα κορμί παρθενικό, γυμνό αργοπροβάλλει κι απλώνεται ηδονικά σε κύματ’ αφρισμένα· ο ήλιος εσκυθρώπασε μπροστά στα τόσα κάλλη, τα κάλλη τ’ απολλώνεια και τα φωτολουσμένα.
Ανατριχιάζ’ η θάλασσα στο θείο άγγισμά τους, 
τα κυματάκια απαλά με χάρη τ’ αγκαλιάζουν κι αχτίδες τα χαϊδεύουνε χρυσές στο πέρασμά τους. 
Θεότρελος, ο δύστυχος, βουτιέμαι μες στο κύμα, τα μάτια της τα θεϊκά με φόβο με κοιτάζουν και χάνεται στη θάλασσα… Ήταν νεράιδα… Κρίμα! Κ. Καρυωτάκη, Εφηβικοί στίχοι (1913-1916)
Edward Burne Jones, Μια νύμφη της θάλασσας. 1881. Ιδιωτική Συλλογή.

Edward Burne Jones, Τα βάθη της θάλασσας. 1887. Μουσεία Τέχνης του Harvard.

J. W. Waterhouse, Μια γοργόνα. 1900. Βασιλική Aκαδημία Τεχνών. Λονδίνο.

William Robert Symonds, Νύμφη της θάλασσας. 1893. Ιδιωτική Συλλογή.






2 σχόλια:

  1. Ψάχνοντας για α-νεράιδες, βρήκα πολύ ωραία τραγούδια- αλλά πολύ ωραία όμως- όχι όμως ποιήματα άξια λόγου. Μετά από πολύ ψάξιμο έπεσα σ' αυτό που μου αρέσει, επειδή διηγείται μια ολόκληρη ιστορία σαν δημοτικό τραγούδι.



    Παπαδιαμαντόπουλος Ιωάννης

    Η ΝΕΡΑΪΔΑ

    Κάτω στὸν κάμπο, ἐκεῖ σιμὰ 'ς τὸ γαλανὸ ποτάμι,
    Ὅπου στὴν ὄχθη του γλυκὰ σφυρίζει τὸ καλάμι,
    Στὰ χόρτα τἀνθοστόλιστα μιὰ μέρα τοῦ Μαρτιοῦ,
    ᾙ νηὲς κ' οἱ νηοὶ ἐχόρευαν γειτονικοῦ χωριοῦ.
    Ἐκεῖ στῶν πεύκων τὴ σκιά, στὸν κάμπο τὸ χλωρό,
    Πόσαις ἐσέρναν τὸ χορὸ
    Κοπέλλαις ὁποῦ ἔλαμπαν ἀπ' ὠμορφιὰ καὶ νηότη,
    Μὲ παλληκάρια λυγιστὰ ὡσὰν ἰτιᾶς κλωνάρια·
    Μὰ μέσ' ἀπὸ τὶς ὤμορφαις ἡ Δέσπω ἦταν ἡ πρώτη,
    Κ' ὁ Χρόνης ὁ ποιὸ ζηλευτὸς μέσ' ἀπ' τὰ παλληκάρια.
    Πολλοὶ γλυκοκυττάζανε τὴ Δέσπω νηοί, πολλαὶς
    Τὸ Χρόνη ἐσαϊτεύανε ξανθαίς, μελαγχροιναίς,
    Μὰ τῄς ᾿ματιαῖς τους ἔχαναν ἄδικα νηαὶς καὶ νηοί,
    Γιατί στὸ Χρόνη τὴν καρδιὰ ἡ Δέσπω εἶχε δώσει,
    Κι' ὁ Χρόνης τῆς ὡρκίσθηκε πῶς θὰ τὴν στεφανώσῃ
    Ὕστερ' ἀπὸ τὸ ἄδολο Πασχαλινὸ φιλί.

    Γλυκὰ βαροῦσαν τὰ βιολιά, καὶ 'στὴ δροσάτη φτέρη,
    Τὰ παλληκάρια καὶ ᾑ νηαὶς χορεύαν ταῖρι, ταῖρι,
    Καὶ τἄσπρα τὰ μαντήλιά τους εἰς τὸν ἀέρ' ἁπλώναν·
    Ἔξαφν' ἀπὸ τῆς καλαμιαὶς ποῦ τὸ ποτάμι ἐζώναν,
    Μπρόβαλε μιὰ χρυσόμαλλη, γαλανομάτα κόρη·
    Ἄσπρα λουλούδια τοῦ νεροῦ στολίζαν τὰ μαλλιά της,
    Ἐστάθηκε παράμερα καὶ τὸ χορὸ ἐθώρει,
    Σὰν κἄποιον νἄθελε ναὐρῇ ἡ φλογερὴ ματιά της.
    Καὶ σὰν ὁ Χρόνης ἔμεινε 'ςτὴ μέση μοναχός του,
    Ἡ ξένη κόρη ἐσίμωσε κ' ἐστάθηκεν ἐμπρός του,
    Κ' εἶπε γλυκά: « Ὁ σταυραητός, τὸ νηὸ τὸ παλληκάρι,
    Ποῦ ἔχει τόση λεβεντιά, ποῦ ἔχει τόση χάρη,
    Τί τάχα θὲ ν' ἀποκριθῇ 'ς τὴν ξένη, ἂν τοῦ γυρέψῃ
    Στὰ χόρτα τἀνθοστόλιστα μαζύ του νὰ χορέψῃ;»
    Κι' ὁ Χρόνης ἀποκρίθηκε: «Τὸ νηὸ τὸ παλληκάρι,
    Πολλὴ δὲν ἔχει λεβεντιά, πολλὴ δὲν ἔχει χάρη,
    Μ' ἁπλώνει τὸ μαντήλί του 'ςτὴν ξένη, ἂν τοῦ γυρέψῃ
    Στὰ χόρτα τἀνθοστόλιστα μαζύ του νὰ χορέψῃ!».
    Σκοπὸ γλυκό, χαρούμενο, βαροῦσαν τὰ βιολιά,
    Κ' ἐχόρευαν κ' ἐγύριζαν ὁ Χρόνης καὶ ἡ νηά·
    Κ' ἐκεῖ ποῦ ἐχόρευαν κ' οἱ δυό, 'στὸ πράσινο χορτάρι,
    Ἀναστενάζ' ἡ ξένη νηὰ καὶ λέει 'ςτὸ παλληκάρι:
    «-Εἶναι γλυκειὰ ἡ ὄψη σου, γλυκειά 'ναὶ κ' ἡ ματιά σου,
    Θἆναι γλυκὰ τὰ χάδια σου, γλυκὰ καὶ τὰ φιλιά σου.
    Ἔλα νὰ γείνῃς ἄντρας μου, ἔλα μαζύ μου, Χρόνη,
    Γιατί τὴ μαύρη μου καρδιὰ ἡ ἀγάπη σου πληγώνει·
    Δὲν εἶμαι κόρη τοῦ χωριοῦ μὲ μαραμένα κάλλη,
    Βασίλισσά 'μαὶ τοῦ νεροῦ σὲ θρόνο ἀπὸ κοράλλι,
    Ἔχω παλάτια ὁλόχρυσα, κρεββάτια ἀσημωμένα,
    Χρόνη, θὰ γείνῃς ἄντρας μου, Χρόνη, θἀρθῇς μὲ 'μένα;»

    Κ' αὐτὸς, χωρὶς ν' ἀποκριθῇ, γύρισε κ' εἶδε μόνο,
    Τὴ Δέσπω 'ποῦ τὸν κύτταζε μὲ ζήλεια καὶ μὲ πόνο.

    «-Χρόνη, θὰ γείνῃς ἄντρας μου, Χρόνη, θἀρθῇς μὲ 'μένα;»

    «-Ὄχι γιατ' ἔχω τὴν καρδιά, εἰς ἄλληνε δομένα.»

    Ἀκόμα δὲν ἀπόσωσε τὰ λόγια τὰ πικρά,
    Καὶ τῆς Νεράϊδας ἄγρια τὸν σφίγκ' ἡ ἀγκαλιά,
    Τὸν σφίγκει καὶ γυρίζουνε, γυρίζουνε κ' οἱ δυό
    Πέρα 'ςτῶν πεύκων τὴ σκιά, 'ςτὸ χόρτο τὸ χλωρό,
    Σὰν ἄνεμος ὅταν φυσᾷ τρελὸς, καὶ μ' ἄγριο βόγκο
    Σαρώνει φύλλα καὶ κλαριὰ 'ςτὸν κάμπο καὶ 'ςτὸ λόγκο,
    Γυρίζουνε, γυρίζουνε καὶ φτάνουν 'ςτὸ ποτάμι,
    Ὁποῦ στὴν ὄχθη του γλυκὰ σφυρίζει τὸ καλάμι,
    Καὶ πέφτουνε 'ςτὰ κύματα, μαζύ, τὰ παγωμένα…

    Παύει ὁ χορὸς καὶ τὰ βιολιὰ σωπαίνουν λυπημένα.

    Ιω. Παπαδιαμαντοπούλου, Τρυγόνες και έχιδναι. Ποιήσεις, εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου των Συζητήσεων, 1878, σσ. 75-78

    http://www.greek-language.gr/greekLang/literature/anthologies/new/show.html?id=63


    ΥΓ1. Ναι, πρόκειται για το Jean Moreas. Βρήκα το βιογραφικό του και διαπίστωσα ότι το ποίημα-παραμύθι ανήκει στη μοναδική ελληνόφωνη ποιητική του συλλογή, Τρυγόνες και Έχιδναι.
    ΥΓ2. Άλλο πράμα η νεράιδα του Καρυωτάκη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Χαίρομαι πολύ πάντα τις ποιητικές σου παρεμβάσεις. Δεν φανταζόμουν ότι ο Jean Moreas θα είχε γράψει κάτι τέτοιο, ένα δημοτικότροπο ρομαντικό ποιητικό αφήγημα. Η ποιητική συλλογή ανήκει στα νεανικά του έργα. Ο βίος του Παπαδιαμαντόπουλου και οι ποιητικές του "διαδρομές" παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον.
    Σε φιλώ

    ΑπάντησηΔιαγραφή