Άννας Αγγελοπούλου Ιστολόγιο Χάριν Λόγου και Τέχνης, Χάριν Φίλων

"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.
Το βρήκα γραμμένο σ᾽ένα ξεχασμένο λεύκωμα της μητέρας μου. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 τέτοια αποφθέγματα σημείωναν οι μικρές μαθήτριες...
Γιατί θέλω ένα ιστολόγιο; Γιατί η ανάγκη μιας τέτοιου είδους επικοινωνίας;
Θα πω μόνο ότι στην αρχή σκέφτηκα να είναι ένα ιστολόγιο που να απευθύνεται στους συναδέλφους μου, δηλαδή μόνο σε φιλολόγους... "Χάριν φίλων" του λόγου, δηλαδή. Στη συνέχεια σκέφτηκα να είναι και "χάριν φίλων" της τέχνης. Τελικά, όμως, αποφάσισα να απευθύνεται και σε πολλούς άλλους: στους πρώην και επόμενους μαθητές μου, σε όσους αγαπούν να ονειρεύονται, σε όσους πιστεύουν ακόμα στο όραμα της παιδείας, σε όσους επέλεξαν να είναι εκπαιδευτικοί από αγάπη, σε όσους αγαπούν να ταξιδεύουν, και κυρίως σε όσους αγαπούν την ανάγνωση ή μάλλον τις αναγνώσεις...σε όσους παντού και πάντα θα διαβάζουν...θα διαβάζουν κείμενα στα βιβλία, κείμενα στις εικόνες, κείμενα στα πρόσωπα των ανθρώπων... Άλλωστε, η ανάγνωση είναι ταξίδι, όχι ένα αλλά πολλά ταξίδια...
Τελικά, το ιστολόγιο αυτό απευθύνεται στα αγαπημένα πρόσωπα της ζωής μας... Απευθύνεται ακόμα σε φίλους, γνωστούς και άγνωστους, σε πρόσωπα που συνάντησα, συναντώ καθημερινά, θα συναντήσω στο μέλλον ή που δε θα συναντήσω ποτέ.
Καλά ταξίδια, λοιπόν, με βιβλία, εικόνες, μουσικές και κυρίως με όνειρα!


Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

Τέλος εποχής. Γυρίσαμε πάλι στο Φθινόπωρο.

Γιώργος Σεφέρης,  Ένας λόγος για το καλοκαίρι

    Νομίζω ότι γυρίσαμε για τα καλά στο Φθινόπωρο. Για ακόμη μια φορά ακολουθούμε τον κύκλο εποχών...για ακόμα μια φορά αφήνουμε πίσω τις μέρες του Καλοκαιριού... Το Φθινόπωρο του 1936 ο Γιώργος Σεφέρης αναπολεί τις καλοκαιρινές ημέρες, γράφοντας το ποίημα "Ένας λόγος για το καλοκαίρι".

William Merrit Chase, Τέλος εποχής. 1884.

Λόγος για το Καλοκαίρι

Γυρίσαμε πάλι στο φθινόπωρο, το καλοκαίρι
σαν ένα τετράδιο που μας κούρασε γράφοντας μένει
γεμάτο διαγραφές αφηρημένα σχέδια
στο περιθώριο κι ερωτηματικά, γυρίσαμε
στην εποχή των ματιών που κοιτάζουν
στον καθρέφτη μέσα στο ηλεχτρικό φως
σφιγμένα χείλια κι οι άνθρωποι ξένοι
στις κάμαρες στους δρόμους κάτω απ' τις πιπεριές
καθώς οι φάροι των αυτοκινήτων σκοτώνουν
χιλιάδες χλωμές προσωπίδες.
Γυρίσαμε· πάντα κινάμε για να γυρίσουμε
στη μοναξιά, μια φούχτα χώμα, στις άδειες παλάμες.


Thomas Pollock Anshutz, Άνδρας και γυναίκα στην παραλία. 1893.

Κι όμως αγάπησα κάποτε τη λεωφόρο Συγγρού
το διπλό λίκνισμα του μεγάλου δρόμου
που μας άφηνε θαματουργά στη θάλασσα
την παντοτινή για να μας πλύνει από τις αμαρτίες·
αγάπησα κάποιους ανθρώπους άγνωστους
απαντημένους ξαφνικά στο έβγα της μέρας,
μονολογώντας σαν καπετάνιοι βουλιαγμένης αρμάδας,
σημάδια πως ο κόσμος είναι μεγάλος.
Κι όμως αγάπησα τους δρόμους τούς εδώ, αυτές τις κολόνες·
κι ας γεννήθηκα στην άλλη ακρογιαλιά κοντά
σε βούρλα και σε καλάμια νησιά
που είχαν νερό στην άμμο να ξεδιψάει
ο κουπολάτης, κι ας γεννήθηκα κοντά
στη θάλασσα που ξετυλίγω και τυλίγω στα δάχτυλά μου
σαν είμαι κουρασμένος - δεν ξέρω πια πού γεννήθηκα.

Μένει ακόμα το κίτρινο απόσταγμα το καλοκαίρι
και τα χέρια σου γγίζοντας μέδουσες πάνω στο νερό
τα μάτια σου ξεσκεπασμένα ξαφνικά, τα πρώτα
μάτια του κόσμου, κι οι θαλασσινές σπηλιές·
πόδια γυμνά στο κόκκινο χώμα.
Μένει ακόμα ο ξανθός μαρμαρωμένος έφηβος το καλοκαίρι
λίγο αλάτι που στέγνωσε στη γούβα ενός βράχου
λίγες βελόνες πεύκου ύστερα απ' τη βροχή
σκόρπιες και κόκκινες σα χαλασμένα δίχτυα.

Δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πρόσωπα δεν τα καταλαβαίνω
μιμούνται κάποτε το θάνατο κι έπειτα ξανά
φέγγουν με μια ζωή πυγολαμπίδας χαμηλή
με μια προσπάθεια περιορισμένη ανέλπιδη
σφιγμένη ανάμεσα σε δυο ρυτίδες
σε δυο τραπεζάκια καφενείου κηλιδωμένα
σκοτώνουνται το ένα με τ' άλλο λιγοστεύουν
κολλούν σα γραμματόσημα στα τζάμια
τα πρόσωπα της άλλης φυλής.

Περπατήσαμε μαζί μοιραστήκαμε το ψωμί και τον ύπνο
δοκιμάσαμε την ίδια πίκρα του αποχωρισμού
χτίσαμε με τις πέτρες που είχαμε τα σπίτια μας
πήραμε τα καράβια ξενιτευτήκαμε γυρίσαμε
βρήκαμε τις γυναίκες μας να περιμένουν
μας γνώρισαν δύσκολα, κανείς δε μας γνωρίζει.
Κι οι σύντροφοι φόρεσαν τ' αγάλματα φόρεσαν τις γυμνές
άδειες καρέκλες του φθινοπώρου, κι οι σύντροφοι
σκοτώσανε τα πρόσωπά τους· δεν τα καταλαβαίνω.
Μένει ακόμα η κίτρινη έρημο το καλοκαίρι
κύματα της άμμου φεύγοντας ως τον τελευταίο κύκλο
ένας ρυθμός τυμπάνου αλύπητος ατέλειωτος
μάτια φλογισμένα βουλιάζοντας μέσα στον ήλιο
χέρια με φερσίματα πουλιών χαράζοντας τον ουρανό
χαιρετώντας στίχους νεκρών σε στάση προσοχής
χαμένα σ' ένα σημείο που δεν τ' ορίζω και με κυβερνά·
τα χέρια σου γγίζοντας το ελεύθερο κύμα.

Φθινόπωρο, 1936



Γιάννης Τσαρούχης, Οι τέσσερις εποχές. 1969.



Γιάννης Τσαρούχης, Φθινόπωρο και Χειμώνας. 1969. Λεπτομέρεια από τον πίνακα "Οι τέσσερις εποχές".


http://www.elniplex.com/οι-τέσσερις-εποχές-του-γιάννη-τσαρούχ
https://www.wikiart.org/en/william-merritt-chase/end-of-the-season-sun
https://www.wikiart.org/en/thomas-pollock-anshutz/man-and-woman-on-the-beach-1893
http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=1&text_id=1781

2 σχόλια:

  1. Μάντεψα σωστά ότι θα ήταν η φυσική συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης "Ένας λόγος για το καλοκαίρι". Σημειωτέον ότι λατρεύω το Σεφέρη και το συγκεκριμένο ποίημα είναι από τα αγαπημένα μου.

    Εγώ τώρα διαλέγω ένα σπάνιο ποίημα ενός σχετικά άγνωστου ποιητή από την προσωπική μου ...κολεξιόν:

    ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΝ.
    Ι.
    Βρέχει βωβά. Τὸν οὐρανὸν ὁ κεραυνὸς δὲν στέφει·
    Οὔτε βρονταὶ, οὔτ' ἀστραπαὶ, οὔτε ῥίπὴ ἀνέμου·
    Τὰς θέσεις των ἀσάλευτα κατέχουσι τὰ νέφη·
    Τί ἔχεις καὶ μελαγχολᾷς τόσον στυγνῶς, Θεέ μου!

    Βλέπεις ὀπίσω τοῦ μικροῦ ἐκείνου παραθύρου
    Ἄφροντι ζεῦγος ἐραστῶν. Τοὺς βλέπω καὶ δακρύω
    Νὰ μειδιῶσι εὐτυχεῖς πρὸ τοῦ στυγνοῦ ἀπείρου.
    Πτωχὴ θυρίς μου μὴ καὶ σὺ δὲν εἶσαι διὰ δύο;

    ΙΙ.
    Μελαγχολῶ καὶ σκέπτομαι τοὺς ταλαιπῶρους, ὅσοι
    Πρῶτον καὶ μόνον χαίρουσιν, ὁπόταν τελευτῶσι.

    Ὁ Φοῖβος δύει. Τὴν αὐγὴν πρὶν ἔτι ἀνατείλῃ
    Κατέδυσεν ἀποσβεσθεὶς εἰς νεφελῶν σωρείας.
    Τώρα ἐσχίσθη ποῦ καὶ ποῦ ὁ πέπλος τῆς σκοτίας
    Κ' ὑπεμειδίασαν μικρὸν τοῦ Οὐρανοῦ τὰ χείλη.

    Μελαγχολῶ καὶ σκέπτομαι τοὺς ταλαιπώρους, ὅσοι
    Πρῶτον καὶ μόνον χαίρουσιν, ὁπόταν τελευτῶσι.
    Νίκος.

    1880 Ν. Γ. Καμπάς, Ποιήματα και Πεζά, Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 2002, σ. 183

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Νίκος Καμπάς!!! Εξαιρετική επιλογή! Καλή εβδομάδα!
    Η ανάρτηση για την Κορυτσά του Σεφέρη έγινε, γιατί πρόσφατα έκανα ένα ταξίδι στην Αλβανία που μου θύμισε τους στίχους του ποιητή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή