Άννας Αγγελοπούλου Ιστολόγιο Χάριν Λόγου και Τέχνης, Χάριν Φίλων

"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.
Το βρήκα γραμμένο σ᾽ένα ξεχασμένο λεύκωμα της μητέρας μου. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 τέτοια αποφθέγματα σημείωναν οι μικρές μαθήτριες...
Γιατί θέλω ένα ιστολόγιο; Γιατί η ανάγκη μιας τέτοιου είδους επικοινωνίας;
Θα πω μόνο ότι στην αρχή σκέφτηκα να είναι ένα ιστολόγιο που να απευθύνεται στους συναδέλφους μου, δηλαδή μόνο σε φιλολόγους... "Χάριν φίλων" του λόγου, δηλαδή. Στη συνέχεια σκέφτηκα να είναι και "χάριν φίλων" της τέχνης. Τελικά, όμως, αποφάσισα να απευθύνεται και σε πολλούς άλλους: στους πρώην και επόμενους μαθητές μου, σε όσους αγαπούν να ονειρεύονται, σε όσους πιστεύουν ακόμα στο όραμα της παιδείας, σε όσους επέλεξαν να είναι εκπαιδευτικοί από αγάπη, σε όσους αγαπούν να ταξιδεύουν, και κυρίως σε όσους αγαπούν την ανάγνωση ή μάλλον τις αναγνώσεις...σε όσους παντού και πάντα θα διαβάζουν...θα διαβάζουν κείμενα στα βιβλία, κείμενα στις εικόνες, κείμενα στα πρόσωπα των ανθρώπων... Άλλωστε, η ανάγνωση είναι ταξίδι, όχι ένα αλλά πολλά ταξίδια...
Τελικά, το ιστολόγιο αυτό απευθύνεται στα αγαπημένα πρόσωπα της ζωής μας... Απευθύνεται ακόμα σε φίλους, γνωστούς και άγνωστους, σε πρόσωπα που συνάντησα, συναντώ καθημερινά, θα συναντήσω στο μέλλον ή που δε θα συναντήσω ποτέ.
Καλά ταξίδια, λοιπόν, με βιβλία, εικόνες, μουσικές και κυρίως με όνειρα!


Σάββατο, 1 Μαΐου 2021

Πριν την Ανάσταση. Ένα ποίημα της Ζωής Καρέλλη και πίνακες με θέμα τη θρησκευτική ζωή (Θεόδωρος Ράλλης, Λουκάς και Απόστολος Γεραλής)

 Πριν την Ανάσταση

   Λίγες ώρες υπολείπονται από τον εορτασμό της Ανάστασης, που φέτος θα πραγματοποιηθεί στις 9 το βράδυ, αντί στις 12 τα Μεσάνυχτα...Προλαβαίνουμε ακόμα να περάσουμε κάποιες στιγμές περισυλλογής πριν την Ανάσταση, λίγες ακόμα στιγμές μοναχικής περίσκεψης πριν την υποτιθέμενη έκρηξη χαράς που θα ακολουθήσει...λίγες ακόμα στιγμές απομόνωσης πριν την έξοδο και το συνωστισμό...

Για αυτό, ας διαβάσουμε το ποίημα "Πριν την Ανάσταση" της Ζωής Καρέλλη και ας δούμε εικόνες ευλαβικής θρησκευτικής ζωής από τρεις ζωγράφους της νεοελληνικής ηθογραφίας, του Θεόδωρου Ράλλη, του Λουκά και Απόστολου Γεραλή.

Θεόδωρος Ράλλης (1852-1909), Μια στιγμή συλλογισμού.

Θεόδωρος Ράλλης (1852-1909), Εσωτερικό εκκλησίας. Εθνική Πινακοθήκη. Αθήνα.

Απόστολος Γεραλής  (1886-1983), Το άναμμα του καντηλιού. 1923.

Ίσως να ήταν περί το μεσονύχτι,
πριν ή μετά, δεν ξέρω, ξύπνησα
στο σκοτάδι όμως, θαρρείς,
δεν ανοίγουν τα μάτια.

Θεόδωρος Ράλλης (1852-1909), Νέα που κοιμάται στην εκκλησία.

Τι ώρα πηγαίναμε στην εκκλησία τότε;
Κάποτε δεν κοιμόμασταν, περιμένοντας,
ή μας έπιανε ύπνος ελαφρύς
και ξυπνούσαμε καλοδιάθετοι,
με τις πρώτες καμπάνες.

Απόστολος Γεραλής (1886-1983), Στην Εκκλησία.

Απόστολος Γεραλής (1886-1983), Στην Εκκλησία.

Απόστολος Γεραλής  (1886-1983), Το στόλισμα της εικόνας.

Θεόδωρος Ράλλης  (1852-1909), Το άναμμα του κεριού.


Χρόνια τώρα, δεν πηγαίνω στην εκκλησία.
Χάνεται μέσα μου η σημασία της,
ώσπου πια καθόλου... Είναι δυνατόν,
τίποτα να μην απομένει
απ’ την εύχαρη του ανθρώπου ηλικία;
Πόσο είχα παρακαλέσει, ώσπου έπαψα.
Ανάσταση περίμενα απ’ τις φτωχές μου
αισθήσεις, του σώματος. Αν όχι τίποτ’ άλλο,
τώρα, που δεν πιστεύω, γνωρίζω
την αμαρτία μου.
Πόσο ήταν ωραία, τότε...
Στεκόμασταν στον αυλόγυρο,
γεμάτον κόσμο ελεύθερο. Γελούσαν,
μιλούσαν οι άνθρωποι.
Η ορθοδοξία
αφήνει ακέριο το πνεύμα της προσφοράς.
Ελεύθερα να προσέλθω σε σένα, Κύριε.
Οι άνθρωποι φαίνονταν ξεκούραστοι,
την γιορτή περιμένοντας, το αύριο
νά ’ρθει της χαρούμενης μέρας,
έλαμπε το βλέμμα, το πρόσωπο.

Θεόδωρος Ράλλης (1852-1909), Προσευχή σε ελληνική εκκλησία. Μονπαρνάς. 1876.

Θεόδωρος Ράλλης (1852-1909), Κοπέλα που ακουμπά σε στασίδι.

Θεόδωρος Ράλλης Θεόδωρος Ράλλης (1852-1909), Μία στιγμή ξεκούρασης.

Θεόδωρος Ράλλης  (1852-1909), Μία στιγμή περισυλλογής.

Με πνίγει τούτο το σκοτάδι.
Δεν θέλω ν’ ανάψω το μέτριο φως.
Θα μου στερήσει τα ενθύμια που βλέπω,
τα πράγματα ορίζοντας γύρω μου.
Πώς περιμέναμε την Ανάσταση!
Δίχως αμφιβολία έρχονταν η Λαμπρή,
«Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί».
Άνοιγαν οι πύλες, η πομπή προχωρούσε
με ψαλμούς κι' εξαπτέρυγα, άστραφταν
τα πολύτιμα, άναβαν μυριάδες τα κεριά
των χριστιανών, φλόγες πίστης,
σημείο χαράς.
Μιαν μικρήν εικόνα της Ανάστασης
είχε η ενορία μας. Σπρωχνόμασταν
για ν’ ασπαστούμε, οχλαγωγή. Γελούσαν
χαρούμενοι οι πιστοί, στα χέρια
κόκκιν’ αυγά, άναβαν βεγγαλικά
κι οι μεγαλύτεροι σαν τα παιδιά.

Απόστολος Γεραλής (1886-1983), Προσευχή, 1914.

Θεόδωρος Ράλλης (1852-1909), η προσφορά της λαμπάδας.

«Ουκ έστιν ώδε αλλ’ ηγέρθη».
Μένω ξαπλωμένος, δεν ανάβω το φως,
δεν περιμένω τίποτα.
Δεν πάω με τους άλλους να μοιραστώ
την πλάνη της χαράς.
Χαρά δεν υπάρχει;

Υπάρχει πάντα η ανάσταση,
όχι ορισμένη και πιθανή,
υπάρχει απίθανη περίλαμπρη δόξα,
η φωτεινή έκσταση, δεν μπορούν
δίχως αυτήν οι άνθρωποι,
που περιμένουν σε νηστεία και προσευχή.

Θεόδωρος Ράλλης (1852-1909), Ευλάβεια.

Θεόδωρος Ράλλης (1852-1909), Ικεσία.

«Ουκ έστιν ώδε αλλ’ ηγέρθη».
Ακόμα δεν ήρθε η ώρα, φαίνεται.
Δεν ακούω τους χαρμόσυνους ήχους.
Πόσο ακόμα και τότε, σαν η καταστροφή
της άρνησης, η αμφιβολία είχεν αρχίσει,
με συγκινούσε βαθιά η χαρά
πάνδημη του κόσμου συμμετοχή, στην γιορτή.

Απόστολος Γεραλής, Ανάβοντας τις κανδήλες.

«Χριστός ανέστη». Ύμνος κι οι κρότοι
των όπλων κι όλες οι καμπάνες μαζί,
σ’ όλην την πόλη κι οι άνθρωποι
όλοι μαζί είχαν την ίδια χαρά,
τέλειωνε η προσφορά της προσπάθειας,
τους πένθους, της συλλοής.

Κοιτάζω το παρελθόν.
Δεν σ’ αρνιέμαι, Κύριε, της αγάπης,
της ανάστασης ένδοξης του ανθρώπου.
Πολλή με σκεπάζει αμαρτία της γνώσης,
όμως θα περιμένω μιαν αρχή της αγάπης
ξανά, που δίνεται παρηγοριά
της θλιμμένης επίμονης σκέψης.

Θεόδωρος Ράλλης (1852-1909), Το καταφύγιο.

Απόστολος Γεραλής ((1886-1983), Κοπέλα που προσεύχεται.

Αρχή, χαραυγή,
«ήν δε όρθρου βαθέος...»
Να πιστέψουμε στην ημέρα της ζωής.
Ελπίδες, αναμνήσεις δεν αρκούν
οι κόποι. Η σκέψη θολώνει
το κόκκινο της θυσίας αίμα.

Πρέπει το σώμα να σηκωθεί,
να πάει με τους άλλους μαζί, να χαρεί
την γιορτή, την απλή χαρά,
να δεχτεί την πλούσια συμμετοχή,
να παραδεχτεί τη χαρά προσιτή.
Ανάσταση να χαρεί, λευτεριά
ύστερ’ απ’ το πλήθος του πόνου,
πίστη, την αγάπη του ανθρώπου.

Από τη συλλογή Της μοναξιάς και της έπαρσης (1951)

Λουκάς Γεραλής (1875-1958), Στην Εκκλησία.

Λουκάς Γεραλής (1875-1958), Ανάβοντας το καντήλι.

Θεόδωρος Ράλλης (1852-1909), Μετά τη Θεία Λειτουργία.

Ζωή Καρέλλη, Πριν την Ανάσταση

Πίνακες του Λουκά Γεραλή

Πίνακες του Λουκά Γεραλή-Νικίας

Πίνακες του Απόστολου Γεραλή

Πίνακες του Απόστολου Γεραλή-Νικίας

Πίνακες του Θεόδωρου Ράλλη

Θεόδωρος Ράλλης, Εσωτερικό Εκκλησίας, Εθνική Πινακοθήκη

Πίνακες του Θεόδωρου Ράλλη-Νικίας

Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2021

Η Ελληνική Επανάσταση στην ποίηση και τη ζωγραφική. Τάκης Παπατσώνης, Εθνεγερσία και πίνακες του Θεόδωρου Βρυζάκη και του Νικόλαου Γύζη

 Για την ημέρα της Εθνεγερσίας

   Ημέρα της Εθνεγερσίας σήμερα! Συμβολικός είναι ο ορισμός της 25ης Μαρτίου ως ημέρας της επετείου της έναρξης του επαναστατικού αγώνα των Ελλήνων το 1821, που κατέληξε, ύστερα από δέκα χρόνια περίπου, στη δημιουργία του αυτόνομου πρώτα και στη συνέχεια ανεξάρτητου κράτους της Ελλάδας. Δεν πρόκειται για τη Δόξα,/αυτή οπωσδήποτε έχει καταμερισθεί˙/δεν πρόκειται ούτε για τη Μέρα,/γιατί συχνά κι’ αυτή αμφισβητείται˙...", δηλώνει από την αρχή ο ποιητής. Πρόκειται, για την ιστορική μνήμη, θα έλεγα. Το ό,τι πρέπει και έχουμε ανάγκη από συλλογική μνήμη...

  Κάθε χρόνο, λοιπόν, θυμόμαστε στις 25 Μαρτίου την επέτειο της Ελληνικής Επανάστασης. Τα έθνη έχουν ανάγκη από συμβολισμούς και εθνικές επετείους! Άραγε, πράγματι, έχουν αυτή την ανάγκη; O ποιητής Τάκης Παπατσώνης (1895-1976) έχει γράψει ένα ποίημα με τον τίτλο "Εθνεγερσία", που το 1920 κέρδισε το Α'  Βραβείο Κρατικής Ποίησης. Ας το διαβάσουμε και ας δούμε εικόνες εξιδανίκευσης του ελληνικού επαναστατικού αγώνα από τον Θεόδωρο Βρυζάκη και τον Νικόλαο Γύζη.

 
Θεόδωρος Βρυζάκης, Υπέρ πατρίδος το παν, 1858. Εθνική Πινακοθήκη.

Θεόδωρος Βρυζάκης, Η Ελλάς Ευγνωμονούσα, 1858. Εθνική Πινακοθήκη

Τάκη Παπατσώνη, Η ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ


Δεν πρόκειται για τη Δόξα,
αυτή οπωσδήποτε έχει καταμερισθεί˙
δεν πρόκειται ούτε για τη Μέρα,
γιατί συχνά κι’ αυτή αμφισβητείται˙
δεν πρόκειται για τον τόπο,
γιατί πολλοί τόποι ερίζουσιν.


Νικόλαος Γύζης, Αρχάγγελος, Η Δόξα των Ψαρών, 1898. Εθνική Πινακοθήκη.

Αλλ’ ακέραιο μένει κι’ αδιαίρετο
το μέγα Μυστήριο των ενωμένων ανθρώπων
(κι’ ας είναι τόσες οι διαίρεσές τους)
κι' η πρόοδό τους με ζήλο πανηγυριού
για το Μαρτύριο το θελημένο του πληρώματος.

Θεόδωρος Βρυζάκης (1814 ή 1819-1878), Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης, 1865. Εθνική Πινακοθήκη.

Θεόδωρος Βρυζάκης (1814 ή 1819-1878),  Δύο πολεμιστές, 1855. Εθνική Πινακοθήκη.

Νικόλαος Γύζης,  Ο Αρχάγγελος, σπουδή για τη "θεμελίωση της Πίστεως", 1894-1895. Εθνική Πινακοθήκη.


Οργώθηκε η Πατρίδα για τη λύτρωσή της
και σπάρθηκε από Άγγελο επιτήδειο.
Θολές ήταν οι μέρες, βροχερές
πλουτίζανε ποτιστικά τη γης
κι’ όλη η λαμπράδα έφεγγε κρυμμένη
με τις μπαρούτες έτοιμες να σκάσουν.


Νικόλαος Γύζης,  Ο Αρχάγγελος, σπουδή για τη "θεμελίωση της Πίστεως", 1895. Εθνική Πινακοθήκη.

Θεόδωρος Βρυζάκης (1814 ή 1819-1878), Η θυσία του Καψάλη, Εθνική Πινακοθήκη.

Θεόδωρος Βρυζάκης (1814 ή 1819-1878), Πολεμικό Συμβούλιο, Εθνική Πινακοθήκη.

Θεόδωρος Βρυζάκης (1814 ή 1819-1878), Πολεμική Σκηνή, Εθνική Πινακοθήκη.

Θεόδωρος Βρυζάκης (1814 ή 1819-1878), Η μάχη στα στενά των Δερβενακίων. Εθνική Πινακοθήκη.

Νικόλαος Γύζης, Μετά την καταστροφή των Ψαρών, 1896-1898. Εθνική Πινακοθήκη.


Ήταν η ώρα δειλινού, κι’ αποσπερίς
ψαλθήκανε οι ουράνιοι παιάνες.

Όσο κι’ αν έδειχνε ο χειμώνας
πως δε θα φύγει, απ’ όπου ευρέθη,
μεγάλη κίνηση είχε ο ουρανός
και τα φτερά τα εαρινά
πολύ δουλέψαν.

Θεόδωρος Βρυζάκης, Το στρατόπεδο του Καραϊσκάκη, 1865. Εθνική Πινακοθήκη.


Θεόδωρος Βρυζάκης, Η υποδοχή του Λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι. 1861. Εθνική Πινακοθήκη.


Ο άπιστος κι’ ο αγριωπός δεν είχε θέση
σε μιαν Ελλάδα που αφιερώθηκε στο Θεό της
απόκομμα ασημένιο κολλημένο
στο εικόνισμα το πολυφιλημένο.

Ήρθε στιγμή που ομοιώθηκε η Ελλάδα
με Παναγία κι’ είπε πάλι Εκείνη
το Ιδού, η δούλη κι’ εγώ του Κυρίου.

Νικόλαος Γύζης, Μήτηρ Θεού, Σπουδή, 1898. Εθνική Πινακοθήκη.


Κοινολογείτο από παντού ο θείος ο λόγος
στα φανερά: Εγγύς το Πάσχα, ετοιμασθείτε.

Κι’ ήρθε το Πάσχα τω όντι,
αφού του προηγήθη
ο Μυστικός ο Δείπνος
του Μεσολογγιού.

Θεόδωρος Βρυζάκης, Η Έξοδος του Μεσολογγίου. 1853. Εθνική Πινακοθήκη.

Θεόδωρος Βρυζάκης, Η Έξοδος του Μεσολογγίου. Λιθογραφία σε χαρτί. 1856. Εθνική Πινακοθήκη.



            Τάκης Παπατσώνης, Η εθνεγερσία, ΕΚΛΟΓΗ Β’,  εκδ. Ίκαρος, Αθήνα1962.

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2021

Ποιήματα του Κώστα Καρυωτάκη για την Ελληνική Επανάσταση

 Πρόσωπα της Ελληνικής Επανάστασης στο ποιητικό έργο του Κώστα Καρυωτάκη

"Εικόνες" από τέσσερα πρόσωπα, που συνδέονται με την Ελληνική Επανάσταση και έδρασαν την περίοδο του Ελληνικού Επαναστικού Αγώνα, αποτυπώνονται στο ποιητικό έργο του γνωστού ποιητή Κώστα Καρυωτάκη (1896-1928). Οι ποιητικές αναφορές σ' αυτά τα πρόσωπα συναντώνται στην τρίτη και τελευταία  ποιητική συλλογή που ο αυτόχειρας ποιητής εξέδωσε ένα χρόνο πριν δώσει τέλος στη ζωή του.

O ποιητής Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928)

 Στην ποιητική συλλογή "Ελεγεία και Σάτιρες", που εκδόθηκε το 1927, συμπεριλαμβάνεται μία ποιητική ενότητα με τον τίτλο "Ηρωική Τριλογία" στην οποία ανήκουν τρία ποιήματα εμπνευσμένα από τρεις μορφές της Ελληνικής Επανάστασης που δηλώνονται ήδη από τον τίτλο τους: "ΔΙΑΚΟΣ", "ΚΑΝΑΡΗΣ", "BYRON". 


  Εκατό χρόνια μετά τον Επαναστατικό Αγώνα των Ελλήνων o Κώστας Καρυωτάκης επιλέγει να μιλήσει ποιητικά για τρεις "ηρωικές" μορφές της επανάστασης, τον Αθανάσιο Διάκο, τον Κωνσταντίνο Κανάρη και τον Άγγλο Φιλέλληνα Λόρδο Μπάιρον, τον γνωστό μας Λόρδο Βύρωνα, ο οποίος ήταν και σημαντικός ποιητής του κινήματος του ρομαντισμού. Επιπλέον, στην ίδια ποιητική συλλογή και συγκεκριμένα στην ενότητα "Σάτιρες" συμπεριλαμβάνεται και ένα ποίημα αφιερωμένο σ΄ένα σημαντικό ποιητή της επαναστατικής περιόδου, τον Επτανήσιο (καταγόταν από τη Ζάκυνθο)  Ανδρέα Κάλβο, που έγινε γνωστός από το ιδιότυπο ποιητικό του έργο, τις περίφημες Ωδές.
 
Κωνσταντίνος Παρθένης, Η αποθέωση του Αθανασίου Διάκου, πριν το 1933. Εθνική Πινακοθήκη. Αθήνα.  Ο μαρτυρικός θάνατος του Αθανάσιου Διάκου (1788-1821) μια όμορφη Ανοιξιάτικη ημέρα του Απρίλη του 1821 υπήρξε πηγή έμπνευσης όχι μόνο για τον Καρυωτάκη αλλά για γνωστούς Έλληνες ζωγράφους.

ΔΙΑΚΟΣ

Μέρα τ᾿ Ἀπρίλη.
Πράσινο λάμπος,
γελοῦσε ὁ κάμπος
μὲ τὸ τριφύλλι.

Ὡς τὴν ἐφίλει
τὸ πρωινὸ θάμπος,
ἡ φύση σάμπως
γλυκὰ νὰ ὁμίλει.

Ἐκελαδοῦσαν
πουλιά, πετώντας
ὅλο πιὸ πάνω.

Τ᾿ ἄνθη εὐωδιοῦσαν.
Κι εἶπε ἀπορώντας:
«Πῶς νὰ πεθάνω;»

Διονύσιος Τσόκος (1814-1862),  Προσωπογραφία του αγωνιστή Αθανάσιου Διάκου, 1861, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Αθήνα.

Διονύσιος Τσόκος (1814-1862), Προσωπογραφία του  Κωνσταντίνου Κανάρη, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Αθήνα. Ο ηρωισμός, που ο Ψαριανός πυρπολητής Κωνσταντίνος Κανάρης (1793-1877) επέδειξε κατά την πυρπόληση των καραβιών του τουρκικού στόλου, εμπνέει τον ποιητή αλλά και γνωστούς Έλληνες ζωγράφους.

ΚΑΝΑΡΗΣ

Κάποιοι δαιμόνιοι
τὸν εἶχαν στείλει.
Ἔγινε ἀχείλι
κόσμου ποὺ ἐπόνει.

(Ἥρωες χρόνοι!)
Καὶ πὼς ἐμίλει
μὲ τὸ φιτίλι,
μὲ τὸ τρομπόνι!

Τὸ πέρασμά του,
μήνυμα κρύο
μαύρου θανάτου.

Κι εἶχε θεῖο
χέρι ποὺ φλόγα
κράταε κι εὐλόγα.

Νικηφόρος Λύτρας, Η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κανάρη. 1866-1870. Πινακοθήκη Αβέρωφ. Μέτσοβο.


Thomas Philips, George Gordon Byron, o ποιητής, 1814. Government Art Collection. Ο Βρετανός 6ος Βαρόνος George Gordon Byron (1788-1824), γνωστός για τους Έλληνες ως Λόρδος Βύρων, θεωρείται σημαντικός εκπρόσωπος του ρομαντισμού στην ποίηση. Υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής των ένοπλων αγώνων των επαναστατικών κινημάτων στην Ιταλία και την Ελλάδα.

BYRON

Ἔνοιωσεν ὅτι
τοῦ ἦταν οἱ στίχοι
ἄχαρη τύχη
καὶ ματαιότη.

Ἡ ὁρμή του ἡ πρώτη
πιὰ δὲν ἀντήχει,
ἀλλά, στὰ τείχη,
ἔνδοξη νιότη.

Γίνονται οἱ γέροι
γαῦροι. Θὰ ὁρμήσει
ἀνδρῶν λουλούδι.

Κι ὁ Μπάιρον ξέρει
πῶς νὰ τὸ ζήσει
τὸ θεῖο Τραγούδι.


Θεόδωρου Βρυζάκη, Η υποδοχή του Λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι. 1861. Εθνική Πινακοθήκη. Αθήνα. Ο Λόρδος Βύρων πέθανε στο Μεσολόγγι τον Απρίλη του 1827.


Η πρώτη έκδοση της Λύρας του Ανδρέα Κάλβου (1792-1869), που έγινε στη Γενεύη το 1824.
Η Λύρα ήταν συλλογή Δέκα Ωδών του ποιητή, εμπνευσμένων από τον επαναστατικό αγώνα των Ελλήνων. Το ποιητικό έργο του Ανδρέα Κάλβου άρχισε να γίνεται γνωστό στην Ελλάδα και η αξία του να αναγνωρίζεται από κύκλους της ελληνικής διανόησης στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Εκατό χρόνια μετά τη λήξη του Ελληνικού Επαναστατικού Αγώνα ο Κώστας Καρυωτάκης γράφει μία Ωδή με τίτλο "Εις τον Ανδρέαν Κάλβον", ακολουθώντας το τυπικό της μορφής, του ρυθμού και μέτρου και της γλώσσας των Ωδών του Ανδρέα Κάλβου. Στο ποίημα αυτό το ποιητικό υποκείμενο απευθύνεται "εις τον Ανδρέαν Κάλβον" και του ζητά να θρηνήσει για την κατάσταση που βρίσκεται η Ελλάδα ύστερα από ένα "ολόκληρο  ταραγμένο αιώνα χείμαρρο". Με το γνωστό σαρκασμό και τη σκληρή ειρωνία της καρυωτακικής γλώσσας, εκφράζεται η πικρία για την ήττα στο Μικρασιατικό Πόλεμο και τις επιπτώσεις της στην πολιτική ζωή της χώρας.

ΕΙΣ ΑΝΔΡΕΑΝ ΚΑΛΒΟΝ

Ὦ μεγάλε Ζακύνθιε,
τῶν ᾠδῶν σου τὰ μέτρα,
ὑψηλά, σοβαρά,
τοὺς ἀγῶνες ἐκάλυπτον
ἐκτεταμένους.

Τῆς δουλείας τὰ βάρβαρα
σκοτάδια κατεξέσχισεν,
ὅταν ἐγράφη πύρινος,
ἡ ἀστραπὴ τῶν ὅπλων
(καὶ ἡ ἀρετή σου).

Ὡς ἥλιος, ἀνάβαν
τὸν Ὄλυμπον, ἐστάθη
πάνω εἰς γυμνὰ χωράφια,
εἰς ἀνθισμένα ἐρείπια,
γνώριμον κλέος.

Ἀλλὰ τὸ θεῖον ἔναυσμα
ἡ φωνή σου δὲν εἶναι
τώρα πλέον. Μᾶς ἔρχεται
μακρινὸς καὶ παράταιρος
ἦχος τυμπάνου.

Ὁλόκληρος αἰών,
χείμαρρος, τὴν Ἑλλάδα,
ταραγμένος, ἐσάρωσεν
ἀπὸ τὰ ἰδανικά σου,
τὴν οἰκουμένην.

Κράτει, λοιπόν, ὦ γέροντα,
τὴν ἐπιτύμβιον πλάκα.
Τὸ πεπαλαιομένον σου
τραγούδι κράτει. Φύγε,
παραίτησόν μας.

Ἤ, ἂν προτιμᾷς, ἐξύμνησον
ἀντὶς γεγυμνωμένων
ξιφῶν, ὅσα μαστίγια
πρὸς θρίαμβον ἐπισείονται
τῶν καφενείων.

Ἵππους δὲν ἐπιβαίνουσι,
ἀμὴ τὴν ἐξουσίαν
καὶ τοῦ λαοῦ τὸν τράχηλον,
ἰδού, μάχονται οἱ ἥρωες
μέσα εἰς τὰ ντάνσιγκ.

Τὶς δάφνες τοῦ Σαγγάριου
ἡ Ἐλευθερία φορέσασα,
γοργὰ ἀπὸ μίαν χεῖρα
σ᾿ ἄλλην περνᾷ καὶ σύρεται,
δούλη στρατῶνος.

Καθώς, ὅταν τὴν εὔκολον
λείαν ἀποκομίσει,
φεύγει, διστάζει, κι ἔπειτα
σὲ μία γραμμὴν ἑλίσσεται
πλῆθος μυρμήγκων,

μεγάλα προπορεύονται
ἔντομα, μέγα φέροντα
βάρος, ἀκολουθοῦσι,
μὲ φορτίο ἐλαφρότερο,
μικρότερα ἄλλα,

καὶ δὲ βλέπουν στὸ πλάγι τους
τὸ παιδάκι ποὺ στέκει
νὰ γελᾷ τὸν ἀγῶνα των,
καὶ δὲν βλέπουν ὅτι ὕψωσε
τώρα τὸ πέλμα -

οὕτω τὴ χώρα νέμεται
ἡ στρατιὰ τῆς ἤττης,
τοῦ λαοῦ τὴν ἀπόφασιν,
ἄτεγκτον, φοβεράν,
περιφρονοῦσα.

Ἀλλὰ τί λέγω; Θρήνησε,
θρήνησε τὴν πατρίδα,
νεκρὰν ὅπου σκυλεύουν
ἀλλοφρονοῦντα τέκνα της,
ὦ Ἀνδρέα Κάλβε.

Μικράν, μικράν, κατάπτυστον
ψυχὴν ἔχουν οἱ μάζαι,
ἰδιοτελῆ καρδιάν,
καὶ παρειὰν ἀναίσθητον
εἰς τοὺς κολάφους.



Παναγιώτης Γράββαλος, Φανταστικό πορτρέτο του Ανδρέα Κάλβου, 1992. Δεν έχει διασωθεί πραγματική προσωπογραφία του ποιητή.