Άννας Αγγελοπούλου Ιστολόγιο Χάριν Λόγου και Τέχνης, Χάριν Φίλων

"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.
Το βρήκα γραμμένο σ᾽ένα ξεχασμένο λεύκωμα της μητέρας μου. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 τέτοια αποφθέγματα σημείωναν οι μικρές μαθήτριες...
Γιατί θέλω ένα ιστολόγιο; Γιατί η ανάγκη μιας τέτοιου είδους επικοινωνίας;
Θα πω μόνο ότι στην αρχή σκέφτηκα να είναι ένα ιστολόγιο που να απευθύνεται στους συναδέλφους μου, δηλαδή μόνο σε φιλολόγους... "Χάριν φίλων" του λόγου, δηλαδή. Στη συνέχεια σκέφτηκα να είναι και "χάριν φίλων" της τέχνης. Τελικά, όμως, αποφάσισα να απευθύνεται και σε πολλούς άλλους: στους πρώην και επόμενους μαθητές μου, σε όσους αγαπούν να ονειρεύονται, σε όσους πιστεύουν ακόμα στο όραμα της παιδείας, σε όσους επέλεξαν να είναι εκπαιδευτικοί από αγάπη, σε όσους αγαπούν να ταξιδεύουν, και κυρίως σε όσους αγαπούν την ανάγνωση ή μάλλον τις αναγνώσεις...σε όσους παντού και πάντα θα διαβάζουν...θα διαβάζουν κείμενα στα βιβλία, κείμενα στις εικόνες, κείμενα στα πρόσωπα των ανθρώπων... Άλλωστε, η ανάγνωση είναι ταξίδι, όχι ένα αλλά πολλά ταξίδια...
Τελικά, το ιστολόγιο αυτό απευθύνεται στα αγαπημένα πρόσωπα της ζωής μας... Απευθύνεται ακόμα σε φίλους, γνωστούς και άγνωστους, σε πρόσωπα που συνάντησα, συναντώ καθημερινά, θα συναντήσω στο μέλλον ή που δε θα συναντήσω ποτέ.
Καλά ταξίδια, λοιπόν, με βιβλία, εικόνες, μουσικές και κυρίως με όνειρα!


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξανδρος Μπάρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξανδρος Μπάρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

Το καράβι στην ποίηση και τη ζωγραφική. Ταξιδεύοντας στο όνειρο με το "Μεθυσμένο Καράβι" του Αρθούρου Ρεμπώ και τις θαλασσογραφίες του Κωνσταντίνου Βολανάκη και του Ιωάννη Αλταμούρα

Αρθούρος Ρεμπώ, Το μεθυσμένο καράβι 


   Σήμερα επιθυμώ μία θαλασσινή, "ταξιδιάρικη", ανάρτηση.

  Το μεθυσμένο καράβι του Ρεμπώ, ένα εμβληματικό κείμενο του συμβολισμού, ενός εμβληματικού εισηγητή του μοντερνισμού στην ποίηση, έχει μεταφρασθεί στα ελληνικά πολλές φορές σε διάφορες εκδοχές από διάφορους γνωστούς και λιγότερο γνωστούς ποιητές. Από τις διάφορες μεταφραστικές δοκιμές επιλέγω τη μετάφραση  ενός σημαντικού, αλλά άγνωστου στο ευρύ κοινό Έλληνα ποιητή, του Αλέξανδρου Μπάρα, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1948 στο περιοδικό Νέα Εστία (τεύχος 504, σ. 825-827)
(βλ. ποιήματα για καράβια και θαλασσινά ταξίδια του Μπάρα στο http://annagelopoulou.blogspot.gr/2016/04/henry-bacon.html).  Πρόκειται για τη μετάφραση ενός ποιητή, που "ονειρευόταν" τη φυγή από την πραγματικότητα και τα φανταστικά ταξίδια σε τόπους απόμακρους και ίσως ανύπαρκτους, θαλασσινά ταξίδια με καράβια που ποτέ δεν αναχωρούσαν...
   Η μετάφραση του Μπάρα περιέχεται στο βιβλίο ενός επίσης σημαντικού αλλά άγνωστου Έλληνα ποιητή. Βλ. Καίσαρ Εμμανουήλ, Προσεγγίσεις στη γαλλική ποίηση, Πρόσπερος, Αθήνα 1986, σελ. 55-58. Ο Καίσαρ Εμμανουήλ, έχει επίσης μεταφράσει το "Μεθυσμένο Καράβι" του Ρεμπώ.

Κωνσταντίνος Βολανάκης (1837-1907), Θαλασσογραφία, Ψηφιακή Βιβλιοθήκη του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου της Κύπρου.

...Και βέβαια οι θαλασσογραφίες με "μεθυσμένα" καράβια του Ιωάννη Αλταμούρα και του Κωνσταντίνου Βολανάκη, νομίζω ότι θα μπορούσαν να πλαισιώσουν το ποίημα...

Κωνσταντίνος Βολανάκης (1837-1907), Καράβι στο φως του φεγγαριού. Ψηφιακή Βιβλιοθήκη του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου της Κύπρου.

Στο ποίημα του Ρεμπώ το ποιητικό υποκείμενο ταυτίζεται με το "μεθυσμένο καράβι" μιλά σε πρώτο πρόσωπο για τις περιπέτειες της ζωής. Ας ακούσουμε, λοιπόν, τη "φωνή" του καραβιού να μιλά για τα ταξίδια του...

Σε Ποταμούς ατάραχους καθώς αργοκατέβαινα,
μ’ αφήκαν αρυμούλκητο οι αγγαρεμένοι ανθρώποι:
Κάποιοι έξαλλοι Ερυθρόδερμοι, γυμνούς αφού τους κάρφωσαν
στα παρδαλά τους ξόανα, τους τόξευαν κατόπι.

Έγνοια καμμιά για πλήρωμα δεν είχα εγώ, γεννήματα
φλαμανδικά κι εγγλέζικα μπαμπάκια είχα φορτίο.
Μιά και με τους ανθρώπους μου τελειώσαν τα καθέκαστα,
όπου ’θελα κι οι Ποταμοί μ’ αφήκανε να φύγω.
Παιδί εγώ κακοτράχαλο, του κεφαλιού μου κάνοντας,
πέρσυ το μισοχείμωνο ρίχτηκα μες στο σάλο
τον άγριο των παλιρροιών! Και του έκπλου μου οι Χερρσόνησες
δε θα θυμούνται αναβρασμό ποτέ τους πιο μεγάλο.


Κωνσταντίνος Βολανάκης (1837-1907), Φρεγάτα στο σεληνόφως.

Η καταιγίδα ευλόγησε τις ναυτικές αγρύπνιες μου.
Δέκα νυχτιές, λαφρή φελλό, χωρίς ν’ αποθυμήσω
το ηλίθιο μάτι των φανών, με χόρεψαν τα κύματα
που μοίρα τους ν’ αργοκυλάν από πνιγμένους πίσω.

Πράσινο αφρόν ερούφηξεν η πλώρη μου η ελάτινη,
σαν το χυμό ξυνόμηλου παιδί όταν το δαγκώνει,
από κρασιά κι απ’ έμετους μ’ εξέπλυνεν η θάλασσα,
σκορπώντας μου στη μάνητα κι αρπάγες και τιμόνι.

Κωνσταντίνος Βολανάκης (1837-1907), Καράβι στο φεγγαρόφωτο.

Οι ξεσκισμένοι απ’ αστραπές γνωστοί μού είν’ ουρανόθολοι
τα ρέματα κι οι σίφουνες, γνωστό μου και το βράδι
κι η αυγή που σα φτερούγισμα περιστερών είν έξαλλη,
κι είδα όσα νόμισε γνωστά τ’ ανθρώπινο κοπάδι.

Την πράσινη ονειρεύτηκα νυχτιά, τα έκθαμβα χιόνια της,
στα μάτια του νερού φιλιών μετάδοση αργοπόρων,
τον κυκλισμό των άρρητων χυμών και την εγρήγορση
τη γαλανή και κίτρινη των ωδικών φωσφόρων.
Τον ήλιο είδα κατάστιχτο με φρίκες υπερκόσμιες
ν’ αλλάζει νέφη δυσμικά σε πάγους ιοχρόους,
τα κύματα να στέλνουνε κατάμακρα τα ρίγη τους
καθώς οι αρχαίοι ερμηνευτές της τραγωδίας τους γόους.

Μήνες οι φουσκοθαλασσιές να τρων το βράχο αγνάντεψα,
δαμάλινες αφρίζουσες μεγάλες υστερίες,
ξέροντας πως του Ωκεανού το ρύγχος δεν θα δάμαζαν
οι φωτοβηματίζουσες θαλασσινές Μαρίες.

Ιωάννης Αλταμούρας (1852-1878), Δαμάζοντας την καταιγίδα.




Ιωάννης Αλταμούρας (1852-1878), Περιμένοντας την παλίρροια
Ήλιους θαμπούς, πάγους, νερά μαργάρινα, διάπυρους
ουρανούς και ξεβράσματα σε μυχούς κόλπων όπου
τ’ αφανισμένα από κοριούς γιγάντια φίδια πέφτουνε
δυσώδη πάν’ απ’ τα ραιβά ξερόδεντρα του τόπου.
Θ’ αποθυμούσα νά ’δειχνα στα παιδιά τα χρυσόψαρα,
τα ωραία τα ψάρια τα ωδικά του γαλανού αυτού πλάτους.
Άνθινοι αφροί κυλήσανε και με κατευοδώσανε
κι άρρητοι ανέμοι κάποτες μού εδώσαν τα φτερά τους.


Κι άλλοτε πάλι η θάλασσα, ζωνών και πόλων μάρτυρας,
με του λυγμού της το ρυθμό καθώς γλυκοκυλούσα,
μου ανέβαζεν ανθούς σκιών τίς κίτρινές της μέδουσες
και σα γυναίκα που έπεσε στα γόνατα ηρεμούσα.

Χερσόνησος λικνίζοντας στις όχθες μου τις έριδες,
την κόπρο κιτρινόφθαλμων πουλιών που εθορυβούσαν,
κι έλαμνα ενώ κατέβαιναν απ’ τα σχοινιά μου ανάμεσα
πνιγμένοι που το λίκνο τους στα βάθη αποζητούσαν…

Κωνσταντίνος Βολανάκης 1837-1907), Ακτή. 3. 


Ιωάννης Αλταμούρας (1852-1878), Στο καρνάγιο.

Λοιπόν, ναυάγιο τέτοιο εγώ, κάτ’ απ’ ορμίσκων πλόκαμους,
σε μοναξιές που εχάθηκεν άπτερου αιθέρα ερήμου,
εγώ που των Χανσεατών τα πλοία κι οι Μονίτορες
το μεθυσμένο από νερό θ’ απόφευγαν σκαρί μου,
λεύτερο πια, μενεξελιά φορώντας ομιχλώματα,
εγώ που τους πλινθόχρωμους τρυπούσα ουρανοθόλους,
ήλιου λειχήνες έμπλεο και βλέννες κυανότητας,
είδη πολύ επιθυμητά στους ποιητές σας όλους,

πού ’φευγα με μηνοειδείς ηλεχτρικές κατάστιχτο,
τρελή σανίδα ιππόκαμποι που την ακολουθούσαν,
ενώ τους πόντιους ουρανούς, χοάνες φλογερότατες,
οι Ιούλιοι με χτυπήματα ροπάλων εγκρεμούσαν,
εγώ, πού ’τρεμα ακούοντας μίλια μακριά να οργάζουνε
τ’ αβυσσαλέα Μάελστρομ κι οι Βεεμώθ κατόπι,
εγώ, ο πολύς ταξιδευτής των γαλανών εκτάσεων,
κατάβαθά μου λαχταρώ τη γηραιάν Ευρώπη.

Είδα αστρικά αρχιπέλαγα, νησιά με στερεώματα
παροξυσμών που είν’ ανοιχτοί για κάθε ναύτη δρόμοι:
Σ’ απύθμενες τέτοιες νυχτιές κοιμάσαι κι εξορίζεσαι,
ω σμάρι από χρυσά πουλιά, μελλοντική εσύ ρώμη;

Ιωάννης Αλταμούρας (1852-1878), Δαμάζοντας τα κύματα.

Μ’ αλήθεια, εθρήνησα πολύ. Όλες οι αυγές αφόρητες,
πικρός ο ήλιος και φριχτό το κάθε είναι φεγγάρι.
Σε νάρκωση μεθυστική ο αψύς με βύθισε έρωτας.
Να σπάσει πια η καρίνα μου! Το κύμα να με πάρει!
Αν της Ευρώπης λαχταρώ κάποια νερά, τα στάσιμα
θαμπά νερά αποθύμησα που ενώ γλυκοβραδιάζει,
με θλίψη αφήνει ένα παιδί σ’ αυτά το καραβάκι του,
τόσο λεπτό, που ωσάν Μαγιού πεταλουδούλα μοιάζει.

Δεν το μπορώ πιά, ω κύματα, λουσμένο μες στα θάλπη σας,
τα μπάρκα εγώ του μπαμπακιού να παραβγώ κι ακόμα
σημαίες αλαζονικές ν’ αντιπερνάω και φλάμπουρα
και κάτω από των ποντονιών να κολυμπάω το σκώμμα!

Ιωάννης Αλταμούρας (1852-1878), Δαμάζοντας τα κύματα.


http://users.sch.gr/symfo/sholio/kimena/xeni/rebo_methismeno.htm
http://zbabis.blogspot.gr/2015/10/5.html
https://apsida.cut.ac.cy/items/browse?search=Βολανάκης&submit_search=Search
https://paletaart.wordpress.com/2012/07/07/βολανάκης-κωνσταντίνος-konstantinos-volanakis-1837-1907/
https://paletaart.wordpress.com/2012/06/22/αλταμούρας-ιωάννης-altamouras-ioannis-1852-1878/

Δευτέρα 11 Απριλίου 2016

Ταξιδεύοντας στη θάλασσα με την ποίηση του Αλέξανδρου Μπάρα και πίνακες ζωγραφικής του Κωνσταντίνου Βολανάκη και του Henry Bacon

Ποιήματα του Αλέξανδρου Μπάρα για θαλασσινά ταξίδια

Κωνσταντίνος Βολανάκης, Αραγμένα καράβια.


  Εάν αισθάνεσθε διάθεση για φυγή, εάν ονειρεύεσθε μακρινά ταξίδια, διαβάστε δύο αγαπημένα μου ποιήματα για θαλασσινά ταξίδια ενός "χαμηλόφωνου" και ελλάσσονος ποιητή της εποχής του Μεσοπολέμου, του Αλέξανδρου Μπάρα (1906-1990).
   Κωνσταντινοπουλίτης στην καταγωγή, ο Μπάρας εμφανίστηκε στα γράμματα με δημοσιεύσεις σε εφημερίδες και περιοδικά από νεανική ηλικία. Το 1929 δημοσίευσε στο περιοδικό "Αλεξανδρινά Γράμματα" τη Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου το ποίημα Η Κλεοπάτρα, η Σεμίραμις κι η Θεοδώρα, που έκανε ιδιαίτερη εντύπωση και θεωρήθηκε πρωτοποριακό για την εποχή του. Επιρροές από τον γαλλικό συμβολισμό, την ειρωνεία του Καβάφη, τον κοσμοπολιτισμό του Κώστα Ουράνη και την απαισιοδοξία του Καρυωτάκη είναι εμφανείς στην ποίηση του.

    Καλά θαλασσινά ταξίδια, λοιπόν, με τα ποιήματα του Αλεξάνδρου Μπάρα και θαλασσινούς πίνακες του Κωνσταντίνου Βολανάκη και του Αμερικανού Henry Bacon (1839-1912).

Αλέξανδρου Μπάρα 

Η Κλεοπάτρα, η Σεμίραμις κι η Θεοδώρα

Ένα κάθε βδομάδα, 
στην ορισμένη μέρα, 
πάντα στην ίδιαν ώρα, 
τρία βαπόρια ωραία, 
η "Kλεοπάτρα", η "Σεμίραμις" κι η "Θεοδώρα", 
ανοίγουνται απ' την προκυμαία 
στις εννέα, 
πάντα για τον Περαία, 
το Mπρίντιζι και το Tριέστι, 
πάντα. 

Κωνσταντίνος Βολανάκης, Ηλιοβασίλεμα σε ελληνικό λιμάνι.

Xωρίς μανούβρες κι ελιγμούς 
και δισταγμούς 
κι ανώφελα σφυρίγματα, 
στρέφουνε στ' ανοιχτά την πρώρα, 
η "Kλεοπάτρα", η "Σεμίραμις" κι η "Θεοδώρα", 
σαν κάποιοι καλοαναθρεμμένοι 
που φεύγουν από ένα σαλόνι 
χωρίς ανούσιες χειραψίες 
και περιττές. 

Κωνσταντίνος Βολανάκης, Έξω από το λιμάνι. Γύρω στα 1872.

Aνοίγουνται απ' την προκυμαία 
στις εννέα, 
πάντα για τον Περαία, 
το Mπρίντιζι και το Tριέστι, 
πάντα — και με το κρύο και με τη ζέστη. 


Πάνε 
να μουντζουρώσουν τα γαλάζια 
του Aιγαίου και της Mεσογείου 
με τους καπνούς των. 
Πάνε για να σκορπίσουνε τοπάζια 
τα φώτα τους μέσ' στα νερά 
τη νύχτα. 
Πάνε 
πάντα μ' ανθρώπους και μπαγκάζια… 

Henry Bacon, Στο πλοίο. 1877. Mουσείο Καλών Τεχνών. Βοστόνη.

H "Kλεοπάτρα", η "Σεμίραμις" κι η "Θεοδώρα", 
χρόνια τώρα, 
κάνουν τον ίδιο δρόμο, 
φτάνουν την ίδια μέρα, 
φεύγουν στην ίδιαν ώρα. 


Mοιάζουν υπάλληλοι γραφείων 
που γίνανε χρονόμετρα, 
που η πόρτα της δουλειάς, 
αν δεν τους δει μια μέρα να περάσουν 
από κάτω της, 
μπορεί να πέσει. 

(Όταν ο δρόμος είναι πάντα ίδιος 
τι τάχα αν είναι σε μια ολόκληρη Mεσόγειο 
ή απ' το σπίτι σ' άλλη συνοικία;) 
H "Kλεοπάτρα", η "Σεμίραμις" κι η "Θεοδώρα" 
είναι καιρός και χρόνια πάνε τώρα 
του βαρεμού που ενοιώσαν την τυράννια, 
να περπατούν πάντα στον ίδιο δρόμο, 
να δένουνε πάντα στα ίδια λιμάνια. 

Henry Bacon, Η αναχώρηση από το λιμάνι της Ν. Υόρκης. 1879. Ιδιωτική Συλλογή.

Aν ήμουν εγώ πλοίαρχος, 
ναι —si j'étais roi!— 
αν ήμουν εγώ πλοίαρχος 
στην "Kλεοπάτρα", τη "Σεμίραμη", τη "Θεοδώρα", 
αν ήμουν εγώ πλοίαρχος 
με τέσσερα χρυσά γαλόνια 
κι αν μ' άφηναν στην ίδια αυτή γραμμή 
τόσα χρόνια, 
μια νύχτα σεληνόφεγγη, 
στη μέση του πελάγου, 
θ' ανέβαινα στο τέταρτο κατάστρωμα 
κι ενώ θ' ακούγουνταν η μουσική 
που θα' παιζε στης πρώτης θέσης τα σαλόνια, 
με τη μεγάλη μου στολή, 
με τα χρυσά μου τα γαλόνια 
και τα χρυσά μου τα παράσημα, 
θα' γραφα μιαν αρμονικότατη καμπύλη 
από το τέταρτο κατάστρωμα 
μέσ' στα νερά, 
έτσι με τα χρυσά μου, 
σαν αστήρ διάττων 
σαν ήρως ανεξήγητων θανάτων.

Henry Bacon, Πατρίδα. 1877. Ιδιωτική Συλλογή.

Henry Bacon, Η πρώτη εικόνα της πατρίδας. 1879. Ιδιωτική Συλλογή.


Αλέξανδρου Μπάρα, Τα εσπέρια

Βράδυ.
Ελαιώδη τα νερά του προλιμένος,
βαριά, σαν υδραργυρικά, με κάτι

κυανά σαξωνικά, με κάτι ιώδεις
αποχρώσεις, κάτι θαμπούς
μεταλλισμούς κι αποχαυνώσεις ρόδινες…

Ναι, κάτι τέτοιες
ευδαιμονικές βραδιές,
ανώδυνες,
περιπλανώμενες βραδιές
μέσα στα θέρη,
διστακτικές να σβήσουν,
διστακτικές να καταλύσουν
την ονειροκρατία προς δυσμάς
μετά το πέσιμο του ήλιου,
— ενώ μια θεία μεσοβασιλεία
χωρίζει πια το φως που μας δυνάστευε
απ’ την ερχόμενη του σκότους μοναρχία
ναι, κάτι τέτοιες βραδιές,

στα ελαιώδη νερά του προλιμένος,
μετακινείται κύκνεια
ένα μεγάλο πλοίο,
μετακινείται παίρνοντας
κατεύθυνση προς τ’ ανοιχτά,
μ’ εκείνο το περιφρονητικό του μεγαλείο
των μακρινών αναχωρήσεων…

Henry Bacon, Μακρινές σκέψεις. 1891. Ιδιωτική Συλλογή.

Henry Bacon, Η αναχώρηση. 1879. Ιδιωτική Συλλογή.
— Κι ίσως δεν είναι πλοίο,
ίσως είναι το παν που φεύγει,
όλα που φεύγουν — Όλα.



 Αλέξανδρος Μπάρας, Ποιήματα 1933-1953, Ίκαρος, Αθήνα 1954, σ. 9-11.

http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=461&t=284
http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=262&author_id=65
https://greekpoems.wordpress.com/2011/03/18/%CF%84%CE%B1-%CE%B5%CF%83%CF%80%CE%AD%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%82-%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%B1%CF%82/
http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=127455.0
http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=461&t=284
http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGYM-
C113/351/2368,9032/extras/texts/index08_17_parallilo_baras.html
http://www.museumsyndicate.com/artist.php?artist=753http://www.museumsyndicate.com/artist.php?artist=753
http://americanartgallery.org/artist/details/view/sshow/id/686#pic=6862
http://www.the-athenaeum.org/art/list.php?m=a&s=tu&aid=776
http://www.mfa.org/collections/object/on-the-open-sea-the-transatlantic-steamship-p%C3%A9reire-31485