Άννας Αγγελοπούλου Ιστολόγιο Χάριν Λόγου και Τέχνης, Χάριν Φίλων

"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.
Το βρήκα γραμμένο σ᾽ένα ξεχασμένο λεύκωμα της μητέρας μου. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 τέτοια αποφθέγματα σημείωναν οι μικρές μαθήτριες...
Γιατί θέλω ένα ιστολόγιο; Γιατί η ανάγκη μιας τέτοιου είδους επικοινωνίας;
Θα πω μόνο ότι στην αρχή σκέφτηκα να είναι ένα ιστολόγιο που να απευθύνεται στους συναδέλφους μου, δηλαδή μόνο σε φιλολόγους... "Χάριν φίλων" του λόγου, δηλαδή. Στη συνέχεια σκέφτηκα να είναι και "χάριν φίλων" της τέχνης. Τελικά, όμως, αποφάσισα να απευθύνεται και σε πολλούς άλλους: στους πρώην και επόμενους μαθητές μου, σε όσους αγαπούν να ονειρεύονται, σε όσους πιστεύουν ακόμα στο όραμα της παιδείας, σε όσους επέλεξαν να είναι εκπαιδευτικοί από αγάπη, σε όσους αγαπούν να ταξιδεύουν, και κυρίως σε όσους αγαπούν την ανάγνωση ή μάλλον τις αναγνώσεις...σε όσους παντού και πάντα θα διαβάζουν...θα διαβάζουν κείμενα στα βιβλία, κείμενα στις εικόνες, κείμενα στα πρόσωπα των ανθρώπων... Άλλωστε, η ανάγνωση είναι ταξίδι, όχι ένα αλλά πολλά ταξίδια...
Τελικά, το ιστολόγιο αυτό απευθύνεται στα αγαπημένα πρόσωπα της ζωής μας... Απευθύνεται ακόμα σε φίλους, γνωστούς και άγνωστους, σε πρόσωπα που συνάντησα, συναντώ καθημερινά, θα συναντήσω στο μέλλον ή που δε θα συναντήσω ποτέ.
Καλά ταξίδια, λοιπόν, με βιβλία, εικόνες, μουσικές και κυρίως με όνειρα!


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τάσσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τάσσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2018

Το Πολυτεχνείο στην τέχνη. Πίνακες ζωγραφικής του Κώστα Μαλάμου και ένα ποίημα του Τάκη Σινόπουλου

Για την Επέτειο του Πολυτεχνείου

   Αυτές τις μέρες, κάθε χρόνο, θυμόμαστε τα γεγονότα του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973 και τον αγώνα εναντίον της Δικτατορίας του 1967-1974. Σαρανταπέντε χρόνια από την 17η Νοεμβρίου του 1973 έχουν πια περάσει. Όσοι υπήρξαμε παιδιά εκείνη την εποχή έχουμε μεγαλώσει και έχουμε μπει στην ηλικία της ωριμότητας, ενώ όσοι ήταν νέοι έχουν μάλλον γεράσει... Συνοδεύω αυτή την ανάρτηση μνήμης με έργα τέχνης της εποχής εμπνευσμένα από το ιστορικό γεγονός και ένα απόσπασμα από τον ποιητή Τάκη Σινόπουλο.
  Δεν ξέρω πια τι σημαίνει η επέτειος του Πολυτεχνείου για τους νεότερους και ποιο είναι το περιεχόμενο του εορτασμού. 
Ασφαλώς, όμως, πάντα μας γοητεύουν, μας συναρπάζουν οι εικόνες νέων ανθρώπων που εξεγείρονται και αγωνίζονται εναντίον της αυταρχικής εξουσίας των δικτατορικών καθεστώτων... Οι εικόνες της επόμενων ημερών και χρόνων του αγώνα είναι ίσως λιγότερο συναρπαστικές...

Κώστας Μαλάμος (1913-2007), Την άλλη μέρα. 1976.

Τάκη Σινόπουλου,  XVI, από το Δοκίμιο του 73-74

7/10/74
Η Ελλάδα ταξιδεύει χρόνια μέσα στην Ελλάδα ακολουθώντας το χυμένο αίμα
το σπαταλημένο.
Αίμα σταλαματιές κυλάνε στάζουν κάτω στον Άδη
Πέφτουν απάνω στους νεκρούς οι σκοτωμένοι αλλάζουν θέση δεν ξυπνάνε.
Μόνο το χέρι τους υψώνεται και δείχνει τη μεριά που περπατάνε οι δολοφόνοι.
Η Ελλάδα ταξιδεύει χρόνια ανάμεσα στους δολοφόνους.

Από την Ποιητική Συλλογή Το χρονικό (1975)

Τετάρτη 30 Μαΐου 2018

Ο πόνος της μητέρας στην ελληνική ποίηση. Ο Επιτάφιος του Γιάννη Ρίτσου και ο ματωμένος Μάης του 1936

Μέρα Μαγιού του 1936. Όταν η τέχνη συναντά την ιστορία
Από μία  φωτογραφία σ΄ ένα ποίημα
Από ένα ποίημα σε μία μουσική σύνθεση

     Είναι γνωστό ότι ο μήνας Μάιος συνδέεται με τους αγώνες των εργαζομένων και κυρίως του εργατικού κινήματος για την εξασφάλιση των εργασιακών δικαιωμάτων. Η πρώτη μέρα του μήνα, η Πρωτομαγιά, είναι για τον λεγόμενο Δυτικό Κόσμο η μέρα εορτασμού των εργατικών δικαιωμάτων που κατακτήθηκαν με σκληρούς αγώνες. Αφού, λοιπόν, βρισκόμαστε στις τελευταίες μέρες του Μάη, σκέφτομαι να τον αποχαιρετήσουμε με μία ανάρτηση που τα τελευταία χρόνια, κάθε Μάιο σχεδιάζω, αλλά δεν προλαβαίνω να κάνω.
     Θα μιλήσω για τα γεγονότα της πανεργατικής απεργίας που διαδραματίστηκαν τον Μάιο του 1936 στη Θεσσαλονίκη, στα οποία αναφέρονται πολλές σελίδες του έντυπου και ηλεκτρονικού λόγου. ... Θα εστιάσω κυρίως σε μία σκηνή που διαδραματίστηκε κατά τη διάρκεια των ένθερμων διαδηλώσεων-διαμαρτυριών στο ιστορικό κέντρο της πόλης στις 9 του Μάη του 1936. Η εικόνα διασώθηκε στη συλλογική ιστορική μνήμη, γιατί αποτυπώθηκε σε φωτογραφικό στιγμιότυπο και δημοσιεύτηκε στον τύπο της εποχής, προκαλώντας δυνατή συγκίνηση και μεγάλη απήχηση στο αναγνωστικό κοινό.  Μία μητέρα έχει γονατίσει στο δρόμο δίπλα στο σώμα του σκοτωμένου παιδιού της και θρηνεί σπαρακτικά  για τον άδικο χαμό του. Πρόκειται στην πραγματικότητα για μία εικόνα που προϋπήρχε βαθειά εντυπωμένη στη συλλογική συνείδηση για αιώνες, μία είκονα που ανακαλεί στη μνήμη σκηνές από την αρχαία ελληνική ποιητική παράδοση (ομηρικά έπη, τραγωδίες) αλλά και τον Επιτάφιο θρήνο της Παναγίας.
     Η δημοσίευση της φωτογραφίας εμπνέει τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο να δημιουργήσει μία ποιητική σύνθεση που έγινε γνωστή με τον τίτλο "Επιτάφιος".  Χάρη στην Τέχνη και συγκεκριμένα μέσω του ποιητικού λόγου, μία πληροφορία, η οποία είχε γίνει είδηση για το ευρύ κοινό, ξεπερνά το εφήμερο και διασώζεται στο διηνεκές. Χάρη στην Τέχνη, μία πληροφορία από τη μικροϊστορία ξεπερνά το τοπικό και προσωπικό πλαίσιο και αποκτά καθολικό χαρακτήρα. Μία φωτογραφία, που απεικονίζει πρόσωπα σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο, μεταφέρει την εικόνα μίας στιγμής από την πραγματικότητα και πυροδοτεί τη συγκίνηση του ποιητή με αποτέλεσμα την ποιητική έκφραση. Ο ποιητής προσλαμβάνει την πραγματικότητα της φωτογραφίας και την αναπλαισιώνει στη δική του πραγματικότητα,   αφαιρώντας και συνθέτοντας. Ο ποιητικός λόγος αφαιρεί στοιχεία από την ταυτότητα του ιστορικού γεγονότος και μεταφέρει όχι την ίδια τη φωτογραφία, αλλά την προσλαμβάνουσα "εικόνα" της μάνας. Ο θρήνος, ο σπαραγμός της μάνας για τον άδικο χαμό του γιου της μία μέρα της Άνοιξης, μια μέρα του Μαγιού προσλαμβάνεται και εκφράζεται ως επιτάφιος θρήνος και λαϊκό μοιρολόι....

Το φύλλο της εφημερίδας "Ριζοσπάστης" με ημερομηνία 10 Μαϊου του 1936. Αναφέρεται στα αιματηρά γεγονότα της προηγούμενης ημέρας στη Θεσσαλονίκη και δημοσιεύει φωτογραφίες με στιγμιότυπα από δρόμους του ιστορικού κέντρου της πόλης όπου διαδραματίστηκαν τα επεισόδια της διαδήλωσης.  Οι δυνάμεις της χωροφυλακής χτυπούν τους άοπλους διαδηλωτές της εργατικής απεργίας με αποτέλεσμα νεκρούς στους δρόμους...

   Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος σε συνέντευξή του το 1983 θυμάται:  «...Είδα μια φωτογραφία. Είχε δημοσιευθεί στον «Ριζοσπάστη» στις 10 Μάη του 1936. Διάβασα τις περιγραφές, διάβασα για την πρώτη μεγάλη οργανωμένη εξέγερση την εργατική, που από καπνεργατική απεργία έγινε πανεργατική απεργία. Και με συνεπήρε τόσο πολύ που την ίδια ημέρα άρχισα να γράφω τον «Επιτάφιο». Με όλο τον προηγούμενο εξοπλισμό, ήμουν προετοιμασμένος από τα παιδικά μου χρόνια, έτοιμος ο δεκαπεντασύλλαβος, το κρητικό θέατρο, η Ερωφίλη, ο Ερωτόκριτος, ο Σολωμός, οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» πάλι σε δεκαπεντασύλλαβο. Όλα αυτά τα πράγματα είχαν προετοιμαστεί, ήταν έτοιμα και δεν κατάλαβα πως βγήκαν. Μέσα σε δύο εικοσιτετράωρα, σχεδόν χωρίς να φάω και να κοιμηθώ, και πολλές φορές κλαίγοντας σαν μοιρολογίστρα Μανιάτισσα έγραψα τον «Επιτάφιο», τα πρώτα 14 ποιήματα».

Λεπτομέρεια της φωτογραφίας  που αποτέλεσε πηγή έμπνευσης του Ρίτσου για τη σύνθεση του ποιητικού έργου "Επιτάφιου".  Στις 9 Μαΐου του 1936 η μάνα του νεκρού διαδηλωτή Τάσου Τούση έχει γονατίσει στο δρόμο και θρηνεί τον γιο της. Ο Τούσης ήταν αυτοκινητιστής που συμμετείχε στην πανεργατική απεργία και τη διαδήλωση στη Θεσσαλονίκη.   Οι σύντροφοί του έχουν τοποθετήσει το σώμα του πάνω στο φύλλο μίας πόρτας που είχαν ξυλώσει από κάπου, για να τον μεταφέρουν. Ο ποιητής συγκλονίζεται από την εικόνα του θρήνου της μάνας και συνθέτει μία ποιητική σύνθεση με χαρακτηριστικά Επιτάφιου Θρήνου και λαϊκού μοιρολογιού.

Οι διαδηλώσεις στη Θεσσαλονίκη συνεχίστηκαν και την επόμενη ημέρα κατά τη διάρκεια της κηδείας των νεκρών διαδηλωτών. Φωτογραφία της 10ης Μαΐου του 1936.  Από τον Απρίλιο είχαν ξεκινήσει οι κινητοποιήσεις και οι απεργίες των καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη που στη συνέχεια επεκτάθηκαν σε άλλες πόλεις. Διεκδικούσαν καλύτερες συνθήκες εργασίας, όπως οκτάωρο εργασίας. Το Μάιο 

Φύλλο της εφημερίδας "Μακεδονία" με ημερομηνία 12 Μαΐου 1936. Ένα φωτογραφικό ρεπορτάζ στους δρόμους της Θεσσαλονίκης με στιγμιότυπα από τα "αιματηρά γεγονότα του αγωνιώδους τριημέρου" στη Θεσσαλονίκη. Τελικά οι καπνέμποροι δέχθησαν τα αιτήματα των καπνεργατών. 

  Η αρχική μορφή της ποιητικής σύνθεσης του Γιάννη Ρίτσου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Ριζοσπάστης" της 12ης Μαΐου 1936 με τον τίτλο «Μοιρολόι» και αφιέρωση Στους ηρωϊκούς εργάτες της Θεσσαλονίκης.  

Το φύλλο της εφημερίδας "Ριζοσπάστη" με ημερομηνία 12 Μαΐου 1936, στο οποίο δημοσιεύεται το "Μοιρολόι" του Γιάννη Ρίτσου.  Αποτελείται από τρία ποιητικά άσματα με 44 στίχους.

   Ακολουθεί η πρώτη έκδοση  του ποιητικού έργου με τον τίτλο «Επιτάφιος" από τον εκδοτικό οίκο του "Ριζοσπάστη" τον Ιούνιο του 1936. Η έκταση του έργου είναι πολύ μεγαλύτερη. Αποτελείται από 14 άσματα και 224 στίχους.  Είκοσι χρόνια αργότερα, το 1956, από τις εκδόσεις "Κέδρος" κυκλοφόρησε η οριστική έκδοση του έργου με έξι επιπλέον άσματα. Η οριστική αυτή έκδοση περιλαμβάνει 20 άσματα, τα οποία αποτελούνται από 8 δίστιχα το καθένα, εκτός από το 19ο και το 20ο άσμα, που αποτελούνται από 9 δίστιχα. Ο στίχος είναι ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος ομοικατάληκτος και είναι εμφανείς οι επιρροές από την Κρητική Λογοτεχνία, τον Διονύσιο Σολωμό, τα δημοτικά μοιρολόγια. Ο τίτλος "Επιτάφιος"  αναμφισβήτητα αποτελεί αναφορά στον Χριστιανικό Επιτάφιο και στον θρήνο της Μάνας-Παναγίας.

 
Μία ακόμα φωτογραφία από το μοιρολόι της μάνας στις 9 Μαΐου του 1936. Θα μπορούσε να είναι η Θέτιδα, η Ιοκάστη, η ίδια η Παναγία, μία οποιαδήποτε μάνα σε οποιαδήποτε χρονολογία σε κάθε τόπο που θρηνεί για τον άδικο χαμό του αγωνιστή γιού της...


   Με τα παρακάτω  λόγια προλογίζει ο Γιάννης Ρίτσος την πρώτη έκδοση του ποιητικού του έργου "Επιτάφιος" από τις εκδόσεις του Ριζοσπάστη τον Ιούνιο του 1936.


"Θεσσαλονίκη. Μάης τοῦ 1936. Μιὰ μάνα, καταμεσὶς τοῦ δρόμου, μοιρολογάει τὸ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της καὶ πάνω της, βουΐζουν καὶ σπάζουν τὰ κύματα τῶν διαδηλωτῶν - τῶν ἀπεργῶν καπνεργατῶν. Ἐκείνη συνεχίζει τὸ θρῆνο της."...



Η πρώτη έκδοση του "Επιτάφιου" από το εκδοτικό οίκο του "Ριζοσπάστη" τον Ιούνιο του 1936. Χαρακτικό του Λυδάκη.

Ξυλογραφία του Τάσσου από την 30η έκδοση του "Επιτάφιου", Κέδρος 1979.


   Επιλέγω τα πρώτα αποσπάσματα από την τελική έκδοση του Επιταφίου. Κάποιοι από τους στίχους είναι γνωστοί στο ευρύ κοινό, γιατί έχουν μελοποιηθεί και τραγουδηθεί.

I
Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,

Πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα που πικρά σου λέω;

Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
που μάντευες τί πέρναγε κάτου απ’ το τσίνορό μου,

Τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα
και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;

Πουλί μου, εσύ που μου ’φερνες νεράκι στην παλάμη
πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;

Στη στράτα εδώ καταμεσίς τ’ άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.

Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κ’ είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.

Δε μου μιλείς κ’ η δόλια εγώ τον κόρφο, δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιε μου, μπήγω.

II
Κορώνα μου, αντιστύλι μου, χαρά των γερατειώ μου,
ήλιε της βαρυχειμωνιάς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Πώς μ’ άφησες να σέρνουμαι και να πονώ μονάχη
χωρίς γουλιά, σταλιά νερό και φως κι ανθό κι αστάχυ;

Με τα ματάκια σου έβλεπα της ζωής κάθε λουλούδι,
με τα χειλάκια σου έλεγα τ’ αυγερινό τραγούδι.

Με τα χεράκια σου τα δυο, τα χιλιοχαϊδεμένα,
όλη τη γης αγκάλιαζα κι όλ’ είτανε για μένα.

Νιότη απ’ τη νιότη σου έπαιρνα κι ακόμη αχνογελούσα,
τα γερατειά δεν τρόμαζα, το θάνατο αψηφούσα.

Και τώρα πού θα κρατηθώ, πού θα σταθώ, πού θα ’μπω,
που απόμεινα ξερό δεντρί σε χιονισμένο κάμπο;

Γιε μου, αν δε σου ’ναι βολετό να ’ρθεις ξανά σιμά μου,
πάρε μαζί σου εμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.

Κι αν είν’ τα πόδια μου λιγνά, μπορώ να πορπατήσω
κι αν κουραστείς, στον κόρφο μου, γλυκά θα σε κρατήσω.

III
Μαλλιά σγουρά που πάνω τους τα δάχτυλα περνούσα
τις νύχτες που κοιμόσουνα και πλάι σου ξαγρυπνούσα,

Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο και κοντυλογραμμένο,
—καμάρα που το βλέμμα μου κούρνιαζε αναπαμένο,

Μάτια γλαρά που μέσα τους αντίφεγγαν τα μάκρη
πρωινού ουρανού, και πάσκιζα μην τα θαμπώσει δάκρυ,

Χείλι μου μοσκομύριστο που ως λάλαγες ανθίζαν
λιθάρια και ξερόδεντρα κι αηδόνια φτερουγίζαν,

Στήθεια πλατιά σαν τα στρωτά φτερούγια της τρυγόνας
που πάνωθέ τους κόπαζε κ’ η πίκρα μου κι ο αγώνας,

Μπούτια γερά σαν πέρδικες κλειστές στα παντελόνια
που οι κόρες τα καμάρωναν το δείλι απ’ τα μπαλκόνια,

Και γω, μη μου βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο άντρα,
σου κρέμαγα το φυλαχτό με τη γαλάζια χάντρα,

Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ’ ευωδιαστό μου δάσο,
πώς να πιστέψω η άμοιρη πως μπόραε να σε χάσω;


Ξυλογραφία του Τάσσου από την 30η έκδοση του "Επιτάφιου", Κέδρος 1979.

 IV 
Γιέ μου, ποιά Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιά μοῦ τὄχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιά στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;

Πουρνό-πουρνό μοῦ ξύπνησες, μοῦ πλύθηκες, μοῦ ἐλούστης
πριχοῦ σημάνει τὴν αὐγὴ μακρυά ὁ καμπανοκρούστης.

Κοίταες μὴν ἔφεξε συχνά-πυκνά ἀπ᾿ τὸ παραθύρι
καὶ βιαζόσουν σὰ νἄτανε νὰ πᾶς σὲ πανηγύρι.

Εἶχες τὰ μάτια σκοτεινά, σφιγμένο τὸ σαγόνι
κι εἴσουν στὴν τόλμη σου γλυκός, ταῦρος μαζί κι ἀηδόνι.

Καὶ γὼ ἡ φτωχειά κ᾿ ἡ ἀνέμελη καὶ γὼ ἡ τρελλή κ᾿ ἡ σκύλα,
σοὔψηνα τὸ φασκόμηλο κι ἀχνή ἡ ματιά μου ἐφίλα

Μιά-μιά τὶς χάρες σου, καλέ, καὶ τὸ λαμπρό σου θώρι
κι ἀγάλλομουν καὶ γέλαγα σὰν τρυφερούλα κόρη.

Κι οὐδέ κακόβαλα στιγμή κι οὐδ᾿ ἔτρεξα ξοπίσω
τὰ στήθεια μου νὰ βάλω μπρός τὰ βόλια νὰ κρατήσω.

Κι ἔφτασ᾿ ἀργὰ κι, ὤ, ποὺ ποτές μὴν ἔφτανε τέτοια ὥρα
κι, ὤ, κάλλιο νὰ γκρεμίζονταν στὸ καύκαλό μου ἡ χώρα.

 V 
Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα,
καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα.

Ἡ μπλέ σου ἡ μπλούζα τῆς δουλειᾶς στὴν πόρτα κρεμασμένη
θὰ καρτεράει τὴ σάρκα σου τὴ μαρμαρογλυμμένη.

Θὰ καρτεράει τὸ κρύο νερό τὸ δροσερό σου στόμα,
θὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ γάτα μας στὰ πόδια σου νὰ παίξει
κι ὁ ἥλιος ἀργός θὰ καρτερᾷ στὰ μάτια σου νὰ φέξει.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ ρούγα μας τ᾿ ἁδρό περπάτημά σου
κ᾿ οἱ γρίλιες οἱ μισάνοιχτες τ᾿ ἀηδονολάλημά σου.

Καὶ τὰ συντρόφια σου, καλέ, ποὺ τὶς βραδιές ἐρχόνταν
καὶ λέαν καὶ λέαν κι ἀπ᾿ τὰ ἴδια τοὺς τὰ λόγια ἐφλογιζόνταν

Καὶ μπάζανε στὸ σπίτι μας τὸ φῶς, τὴν πλάση ἀκέρια,
παιδί μου, θὰ σὲ καρτερᾶν νὰ κάνετε νυχτέρια.

Καὶ γὼ θὰ καρτεράω σκυφτὴ βραδὶ καὶ μεσημέρι
νἀρθεῖ ὁ καλός μου, ὁ θάνατος, κοντά σου νὰ μὲ φέρει.

Ξυλογραφία του Τάσσου από την 30η έκδοση του "Επιτάφιου", Κέδρος 1979.


VI 
Μέρα Μαγιοῦ μοῦ μίσεψες, μέρα Μαγιοῦ σὲ χάνω,
ἄνοιξη, γιέ, που ἀγάπαγες κι ἀνέβαινες ἀπάνω

Στὸ λιακωτό καὶ κοίταζες καὶ δίχως νὰ χορταίνεις
ἄρμεγες μὲ τὰ μάτια σου τὸ φῶς τῆς οἰκουμένης

Καὶ μὲ τὸ δάχτυλο ἁπλωτό μοῦ τἄδειχνες ἕνα-ἕνα
τὰ ὅσα γλυκά, τὰ ὅσα καλά κι ἀχνά καὶ ροδισμένα

Καὶ μοὔδειχνες τὴ θάλασσα νὰ φέγγει πέρα, λάδι,
καὶ τὰ δεντρά καὶ τὰ βουνά στὸ γαλανό μαγνάδι

Καὶ τὰ μικρά καὶ τὰ φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αὐτές τὶς διαμαντόπετρες που ἵδρωνε δίπλα ἡ στάμνα.

Μά, γιόκα μου, κι ἂν μοὔδειχνες τ' ἀστέρια καὶ τὰ πλάτια,
τἄβλεπα ἐγὼ πιό λαμπερά στὰ θαλασσιά σου μάτια.

Καὶ μοῦ ἱστοροῦσες μὲ φωνὴ γλυκειά, ζεστή κι ἀντρίκια
τόσα ὅσα μήτε τοῦ γιαλοῦ δέ φτάνουν τὰ χαλίκια

Καὶ μοὔλεες, γιέ, πὼς ὅλ' αὐτά τὰ ὡραῖα θἆναι δικά μας,
καὶ τώρα ἐσβήστης κ' ἔσβησε τὸ φέγγος κ’ ἡ φωτιά μας.


VII 
Εἴσουν καλός κ' εἴσουν γλυκός, κι εἶχες τίς χάρες ὅλες,
ὅλα τὰ χάδια τοῦ αγεριοῦ, τοῦ κήπου ὅλες τίς βιόλες.

Τό πόδι ἐλαφροπάτητο σάν τρυφερούλι ἐλάφι,
πάταγε τὸ κατώφλι μας κι ἔλαμπε σὰ χρυσάφι.

Πῶς θὰ γυρίσω μοναχή στὸ ἐμραδιακό καλύβι;
Ἔπεσε ἡ νύχτα στὴν αὐγή καὶ τὸ στρατί μοῦ κρύβει

Ὤχ, δὲν ἀκούστηκε ποτές καὶ δέ μπορεῖ νὰ γίνει
νὰ καίγουνται τὰ χείλια μου καὶ νἆμαι μπρός στὴν κρήνη,

Νἆμαι κοντά σου, ἀγόρι μου, καὶ νὰ σὲ κράζω ὠιμένα,
καὶ σύ μήτε νὰ νοιάζεσαι γιὰ τὴ φτωχούλα ἐμένα.

Κανείς μὴ γγίξει ἀπάνω του, παιδί μου εἶναι δικό μου.
Σιωπή∙ σιωπή∙ κουράστηκε, κοιμᾶται τὸ μωρό μου.

Ποιός μοῦ τὸ πῆρε; Ποιός μπορεῖ νὰ μοῦ τὸ πάρει ἐμένα;
Ἄσπρισαν τὰ χειλάκια του, τὰ μάτια του κλεισμένα.

Δόστε μου ἀϊτοί, νύχια, φτερά γιὰ νάν τους κυνηγήσω
καὶ τὴν καρδιά τους, μύγδαλο νάν τηνε ροκανίσω.

VIII 
Ποῦ πέταξε τ' ἀγόρι μου; ποῦ πῆγε; ποῦ μ' ἀφήνει;
Χωρίς πουλάκι τὸ κλουβί, χωρίς νεράκι ἡ κρήνη.

Δέν ἔμενες, καρδοῦλα μου, στ' ἄσπρο μικρούλι σπίτι,
νὰ σ' ἔχω σάν ἀφέντη μου, νὰ σ' ἔχω σάν σπουργίτι,

Νὰ ταΐζω σε στὴ φοῦχτα ου σπυρί-σπυρἰ τὴ ζωή μου
καὶ μὲς στὸν ἴσκιο σου νὰ ζῶ, καμαρωτό δεντρί μου.

Καμμιᾶς κοπέλας θησαυρό δέ στάθηκες νὰ πάρεις –
ἔφευγες πάντα ἐμπρός λαμπρός καὶ πάντα καβαλλάρης.

Κ' εἴταν χαρά σου νὰ σκορπᾷς, καὶ δόξα σου νὰ παίρνουν –
ν' ἀνασηκώνεις ἀπ' τὴ γῆς τὰ ὅσα βογγοῦν καὶ γέρνουν.

Κι ὅλα τὰ πλούτια σου, γλυκέ, στὸν κόσμο ἐχάριζές τα –
κι ὅλα τὰ χάρισες, κ' ἐμέ μ' ἀφῆκες δίχως ζέστα.

Γιέ μου, δέν ξέρω ἂν πρέπει μου νὰ σκύβω, νὰ σπαράζω,
γιά πρέπει μου ὄρθια νὰ σταθῶ, νὰ σέ χιλιοδοξάζω.

Πότε τὶς χάρες σου, μιά-μιά, τὶς παίζω κομπολόι,
πότε ξανά, λυγμό-λυγμό, τὶς δένω μοιρολόι.

IX 
Ὦ Παναγιά μου, ἂν εἴσουνα, καθὼς ἐγώ μητέρα,
βοήθεια στὸ γιό μου θἄστελνες τὸν Ἄγγελο ἀπὸ πέρα!

Κι, ἄχ, Θέ’ μου, Θέ’ μου, ἄν εἰσουν Θεός κι ἄν εἴμασταν παιδιά σου
θὰ πόναγες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλάσματά σου.

Κι ἄν εἰσουν δίκαιος, δίκαια θὰ μοίραζες τὴν πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδί νὰ φάει καὶ νὰ χορτάσει.

Γιέ μου, καλά μοῦ τἄλεγε τὸ γνωστικό σου ἀχεῖλι
κάθε φορά που ὡρμήνευε, κάθε φορά που ἐμίλει:

Ἐ μ ε ῖ ς ταγίζουμε τὴ ζωή στὸ χέρι περιστέρι,
κ᾿ ἐ μ ε ῖ ς οὔτ᾿ ἕνα ψίχουλο δέν ἔχουμε στὸ χέρι –

Ἐ μ ε ῖ ς κρατᾶμε ὅλη τὴ γῆς μὲς στ᾿ ἀργασμένα μπράτσα
καὶ σκιάχτρα στέκουνται οἱ Θεοί κι ἀφέντη ἔχουνε φάτσα.

Ἄχ, γιέ μου, πιά δέ μοὔμεινε καμμιά χαρά καὶ πίστη –
καὶ τὸ χλωμό καὶ τὸ στερνό καντήλι μας ἐσβήστη.

Καί, τώρα, ἐπά’ σὲ ποιά φωτιά τὰ χέρια μου θ᾿ ἀνοίγω,
τὰ παγωμένα χέρια μου νὰν τὰ ζεστάνω λίγο;

Γιάννης Ρίτσος, Επιτάφιος, Κέδρος 1979. Η 30ή έκδοση του Επιτάφιου από τις εκδόσεις "Κέδρος" με ξυλογραφίες του γνωστού χαράκτη Α. Τάσσου. Ήταν τιμητική έκδοση για τα εβδομήντα χρόνια από τη γέννηση του Ρίτσου (γεννήθηκε το 1909 στη Μονεμβασιά).

   Το 1958 ο Γιάννης Ρίτσος έστειλε ένα αντίτυπο της δεύτερης έκδοσης του βιβλίου (έκδοση "Κέδρος", 1956) στον Μίκη Θεοδωράκη που τότε βρισκόταν για μουσικές σπουδές στο Παρίσι. Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε οκτώ αποσπάσματα της ποιητικής σύνθεσης και στα τέλη του 1959 τα στέλνει στην Αθήνα για να εκδοθούν ως δίσκος από την Columbia με ενορχήστρωση του Μάνου Χατζιδάκι. Ωστόσο, ο πρώτος δίσκος με τον μελοποιημένο Επιτάφιο σε ενορχήστρωση Μάνου Χατζιδάκι και ερμηνεία Νάνα Μούσχουρη φαίνεται ότι δεν ικανοποίησε τον Θεοδωράκη και τον Ρίτσο.

Ο Μίκης Θεοδωράκης στο πιάνο και ο Μανόλης Χιώτης στο μπουζούκι με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.

   Τελικά, ο Μίκης Θεοδωράκης επέστρεψε στην Αθήνα από το Παρίσι και ηχογράφησε το έργο με δική του ενορχήστρωση και ερμηνεία του Γρηγόρη Μπιθικώτση, ενώ χρησιμοποίησε στο μπουζούκι τον Μανόλη Χιώτη. Ο δίσκος κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 1960 και είχε μεγάλη απήχηση.

"Επιτάφιος" σε στίχους Γιάννη Ρίτσου, μουσική και ενορχήστρωση Μίκη Θεοδωράκη. Ερμηνεία Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Καίτη Θύμη. Μπουζούκι Μανώλης Χιώτης. 1960. Πρόκειται για εμβληματικό μουσικό έργο της ελληνικής έντεχνης μουσικής. Από τα πρώτα έργα με μελοποιημένη ποίηση. Χάρη στη μελοποίηση το ευρύ κοινό ήλθε κοντά με την ποίηση.


Η πρώτη έκδοση του έργου. 1960. Το εξώφυλλο του δίσκου με ενορχήστρωση Μάνου Χατζιδάκι. Ο ίδιος έπαιζε στο πιάνο. Τραγούδι η Νάνα Μούσχουρη. Εικονογράφηση του Γιάννη Μόραλη. Ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Γιάννης Ρίτσος δεν ενέκριναν αυτή την εκτέλεση του έργου. 


Το 1963 ακολούθησε η τρίτη μουσική έκδοση του έργου. Σε ερμηνεία της Μαίρης Λίντα. Στο μπουζούκι ο Μανώλης Χιώτης και μικρή ορχήστρα εγχόρδων.

Κράτα τοΚράτα το

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Παλιά αναγνωστικά και αλφαβητάρια

Αναγνωστικόν της Δ΄τάξης Δημοτικού

      Εδώ και καιρό θέλω να μιλήσω για το Αναγνωστικόν της Δ' τάξης Δημοτικού, που εκδόθηκε για πρώτη φορά από τον Οργανισμό Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων το 1955, και κυρίως να σας παρουσιάσω κάποιες εικόνες από την πραγματικά εξαιρετική εικονογράφηση αυτού του βιβλίου. 
      Το σχολικό εγχειρίδιο εικονογράφησε ένας μεγάλος καλλιτέχνης της νεότερης ελληνικής τέχνης, ο χαράκτης Αναστάσιος Αλεβίζος (1914-1985), ο γνωστός με το όνομα Τάσσος, ο οποίος υπήρξε μαθητής του Γιάννη Κεφαλληνού στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και είχε συμμαθητές τον Κ. Γραμματόπουλο και τη Β. Κατράκη. Ωστόσο, πουθενά στο βιβλίο δεν αναφέρεται το όνομα του Τάσσου, αν και το 1955 ήταν ήδη αναγνωρισμένος χαράκτης με Βραβεία Χαρακτικής στην Ελλάδα και είχε παρουσιάσει το έργο του στο εξωτερικό (στη Μπιενάλε της Βενετίας και του Λουγκάνο). 

Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του αναγνωστικού της Δ΄τάξης του Δημοτικού (1955). Οι συγγραφείς του ήταν οι λαογράφοι, πανεπιστημιακοί και ακαδημαϊκοί Γ. Μέγας και Κ. Ρωμαίος και οι εκπαιδευτικοί  Σ. Δουφεξής και  Θ. Μακρόπουλος. Το Αναγνωστικόν της Δ΄τάξης του Δημοτικού συμπεριλαμβάνεται στα σχολικά εγχειρίδια που εγκρίθηκαν και εκδόθηκαν το 1955, στο πλαίσιο του διαγωνισμού που είχε προκηρύξει ο Κων/νος Καλλίας, Υπουργός Παιδείας της κυβέρνησης του "Ελληνικού Συναγερμού", επικεφαλής της οποίας ήταν ο Αλέξανδρος Παπάγος. Οι μισές σελίδες του βιβλίου ήταν στη δημοτική γλώσσα και οι άλλες μισές στην καθαρεύουσα. Σύμφωνα με την προκήρυξη της κυβέρνησης Παπάγου, τα αναγνωστικά των τριών πρώτων τάξεων του Δημοτικού έπρεπε να είναι γραμμένα στη δημοτική, ενώ από την τετάρτη έως την έκτη τάξη έπρεπε οι μισές σελίδες να είναι γραμμένες στη δημοτική και οι άλλες μισές στην καθαρεύουσα. Οι Δημοτικιστές παιδαγωγοί και λόγιοι, όπως ο Αλ. Δελμούζος, ο Ευάγγελος Παπανούτσος και ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης, είχαν κατακρίνει τη γλώσσα των αναγνωστικών.

   Η εικόνα του ασπιδοφόρου ετοιμοπόλεμου Αρχαίου Έλληνα πολεμιστή είναι μια προφανής αναφορά για το ιδεολόγημα ή τα ιδεολογήματα που αντανακλώνται στις σελίδες του βιβλίου. Τα κείμενά του, όπως και τα κείμενα άλλων σχολικών εγχειριδίων της μετεμφυλιακής περιόδου, χαρακτηρίζονται από αρχαιολατρία και εθνικό φρονηματισμό και έχουν ως κύριο παιδαγωγικό στόχο να συγκροτήσουν οι μικροί μαθητές εθνική ταυτότητα σύμφωνα με το γνωστό σ' όλους μας σύνθημα "Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια". 
  Βρισκόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του 1950, στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Η Ελλάδα προσπαθεί να ανακάμψει από τις καταστροφές του Β Παγκοσμίου Πολέμου και τον Εμφύλιο Πόλεμο. Κατά την Μετεμφυλιακή Περίοδο επιχειρείται η ανασυγκρότηση και ανοικοδόμηση του ελληνικού κράτους καθώς και η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων. Όλα πρέπει να γίνουν και να φαίνονται φωτεινά και ελπιδοφόρα και πάνω από όλα τα Ελληνόπουλα πρέπει να μάθουν να είναι υπερήφανα για την εθνική τους ταυτότητα και καταγωγή.Έτσι, τα νέα αναγνωστικά της συντηρητικής κυβέρνησης Παπάγου προσπαθούν να διαπαιδαγωγήσουν τους μαθητές με τις αρχές και τις αξίες του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού και να τους φρονηματίσουν ώστε να είναι πιστοί στις επιταγές της εθνικής, θρησκευτικής και οικογενειακής τάξης.

Ένα από τα υπέροχα χαρακτικά του Τάσσου που κοσμούν το αναγνωστικόν. Απεικονίζει ένα φθινοπωρινό τοπίο. Ο Τάσσος συνεργάστηκε με τον Οργανισμό Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων από το 1948. Εικονογράφησε πολλά βιβλία για το Δημοτικό και το Γυμνάσιο, ενώ από το 1954 έως το 1967 φιλοτέχνησε και γραμματόσημα για τα Ελληνικά Ταχυδρομεία. 

   Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε δύο μέρη: το πρώτο καλύπτει δύο κύκλους εποχής, το Φθινόπωρο και το Χειμώνα, ενώ το δεύτερο την Άνοιξη και το Θέρος. Κάθε κύκλος αποτελείται από κείμενα που ανήκουν στις παρακάτω θεματικές ενότητες: "Από την ζωήν της υπαίθρου",  "Από την εθνικήν ζωήν", "Από την αρχαίαν εθνικήν ζωήν", "Από την θρησκευτικήν ζωήν", "Από την οικογενειακήν ζωήν"...

Χαρακτικό του Τάσσου από το κείμενο με τον τίτλο "Το όργωμα". Ο γέρο αγρότης ξωμάχος ξεκουράζεται ύστερα από τη σκληρή δουλειά στο χωράφι.

Ένα επίσης υπέροχο χαρακτικό από το κείμενο "Στους ελαιώνες και στα νυκτέρια του χωριού". Τότε που η Ελλάδα ήταν ακόμα αγροτική χώρα και ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού της ήταν αγρότες...

Μία εικόνα από το κείμενο "Προσπάθησε πάλι". Δύο αδέλφια, ο Νίκος και η Χαρούλα προσπαθούν να πετάξουν το χαρταετό που είναι η ελληνική σημαία. Αποτυγχάνουν, όμως, να σηκώσουν τον αετό. Ο θείος παρακινεί τον Νίκο να μην αποθαρρύνεται και να συνεχίσει την προσπάθειά του. Ο συμβολισμός της ιστορίας είναι προφανής. Η Ελλάδα πρέπει να ανορθωθεί, να ανοικοδομηθεί από τα ερείπια και να "πετάξει" στα ουράνια...

"...-Όχι δεν θα προσπαθήσω πια, είπε ο Νίκος στενοχωρημένος. Δεν είναι αετός αυτός! Τι να κάθωμαι να βασανίζωμαι μ' έναν αετό, που δεν πετά. Και ο θείος του λέγει: -Μπα, Νίκο, θα παρατήσεις το παιγνίδι σου, ύστερα από τόσους κόπους, που εκάναμε; Τόσο εύκολα απελπίζεσαι, επειδή σου παρουσιάσθηκαν δυσκολίες; Έλα, τύλιξε το σπόγγο σου και προσπάθησε πάλι...".

Χαρακτικό του Τάσσου που κοσμεί την ιστορία "Το ρίξιμο του καραβιού".

Χαρακτικό του Τάσσου που κοσμεί την ιστορία "Το ρίξιμο του καραβιού".

    Υπέροχες θαλασσογραφίες-χαρακτικά του Τάσσου κοσμούν το βιβλίο. Άλλωστε,  η θάλασσα και οι ναυτικοί είναι χαρακτηριστικά στοιχεία της Ελλάδας. 
  Απλοί άνθρωποι του λαού, αγρότες και βιοπαλαιστές συμπεριλαμβάνονται στη θεματολογία των εικόνων του βιβλίου. Είναι γνωστό ότι ο Τάσσος ήταν εξοικειωμένος με τέτοιου είδους θεματολογία, αφού ήδη από την εποχή της Κατοχής ήταν ενταγμένος στο ΚΚΕ και υπήρξε μέλος του ΕΑΜ Καλλιτεχνών. Στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο μαζί με τον Κ. Γραμματόπουλο και τη Β. Κατράκη είχε φιλοτεχνήσει 4 αφίσες "εθνικής σκοπιμότητας" με σκοπό την ηθική και ψυχική ενίσχυση των πολιτών εν καιρώ πολέμου. Ως μέλος, επίσης, του ΕΑΜ είχε δημιουργήσει προπαγανδιστικό υλικό.
    Επιπλέον, συναντάμε στις σελίδες του βιβλίου πολλές εικόνες από την αρχαία ελληνική ιστορία και τη νεότερη ελληνική ιστορία, ενώ αρκετές είναι και οι εικόνες που στολίζουν ιστορίες-παραβολές με ήρωες ζώα. 
     Ας δούμε, λοιπόν, κάποιες από τις εικόνες που φιλοτέχνησε ο Τάσος για το αναγνωστικόν της Δ΄τάξης του Δημοτικού.

"To ναυτόπουλον".

Χαρακτικό του Τάσσου που κοσμεί την ιστορία "Η δικαιοσύνη της θάλασσας".

"Στα κρύα και στα χιόνια". Μία αγροτική οικογένεια στο τζάκι του σπιτιού της. Είναι χειμώνας και κάνει κρύο...

"Δάμων και Φιντίας".

"Διογένης και Αλέξανδρος".

"Στη θάλασσα της Σαλαμίνας".

"Γοργόνα". "Ζη ο βασιλιάς Αλέξανδρος;"

"Οι Σπαρτιάτισσες στην ώρα του κινδύνου".

"Ένας μικρός βιοπαλαιστής".

"Φιλοστοργία πελαργού".

"Το καλύτερον συστατικόν".

"Ο μικρός Κρητικός".

"Ο μικρός Μακεδών".

Βλ. Αναγνωστικόν Δ΄Δημοτικού, ΟΕΣΒ, Αθήναι 1955. Ειδική έκδοση για την εφημερίδα Το Βήμα, επιμέλεια Ελένη Κεχαγιόγλου, Αθήνα 2013.

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Οι κοινωνικοί αγώνες στη ζωγραφική. Χαρακτικά του Τάσσου

Η εκτελέση των 200 την Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή

    Τους θυμήθηκα σήμερα και θέλω να τους τιμήσω μ᾽αυτά τα δύο τριαντάφυλλα του Manet.  

Ed. Manet, δύο τριαντάφυλλα στο τραπέζι. 1882-1883. Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στη Ν. Υόρκη (ΜΟΜΑ)


  Την Πρωτομαγιά του ’44, οι Γερμανοί εκτέλεσαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής 200 κομμουνιστές που μέχρι τότε τους κρατούσαν φυλακισμένους στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Από αυτούς περίπου 170 ήταν πρώην κρατούμενοι του Μεταξικού καθεστώτος στις φυλακές της Ακροναυπλίας και οι υπόλοιποι ήταν πρώην αντιφρονούντες του ίδιου καθεστώτος, εξόριστοι για τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, στην Ανάφη.  Η εκτέλεση έγινε σε αντίποινα για το θάνατο ενός Γερμανού στρατηγού και του επιτελείου του σε επίθεση που δέχθηκαν από τις αντιστασιακές δυνάμεις του ΕΑΜ κάπου κοντά στους Μολάους της Πελοποννήσου.

Τάσσος, η εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή.

    Ο γνωστός χαράκτης Τάσσος (ψευδώνυμο του Αθ. Αλεβιζάτου), ο οποίος ήταν μέλος της ΕΠΟΝ κατά τη διάρκεια της Κατοχής, απεικόνισε την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή.

Τάσσος, Η εκτέλεση της Πρωτομαγιάς στην Καισαριανή.



    Στη λαϊκή συλλογική συνείδηση έμεινε η μνήμη, τουλάχιστον έτσι θέλω να πιστεύω, για τη γενναιότητα με την οποία αντιμετώπισαν το εκτελεστικό απόσπασμα οι αγωνιστές. Έχουν σωθεί  αποχαιρετιστήρια σημειώματα και οι επιστολές που άφησαν για τα αγαπημένα τους πρόσωπα και για όλους εμάς με μηνύματα-κάλεσμα για αγώνα και αντίσταση.


...Έτσι, για να μην ξεχνάμε ότι Πρωτομαγιά δε σημαίνει μόνο πολύχρωμα λουλούδια στις εξοχές και στα στεφάνια, αλλά και αγώνας για ιδέες και ιδανικά...
http://www.moma.org/collection/object.php?object_id=83402
http://www.toxotis.se/politika/antidiktatorika/elliniki_epitropi/demonstationer/charaktika.html
http://erodotos.wordpress.com/2010/04/29/kaisarianh-1944/