Άννας Αγγελοπούλου Ιστολόγιο Χάριν Λόγου και Τέχνης, Χάριν Φίλων

"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.
Το βρήκα γραμμένο σ᾽ένα ξεχασμένο λεύκωμα της μητέρας μου. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 τέτοια αποφθέγματα σημείωναν οι μικρές μαθήτριες...
Γιατί θέλω ένα ιστολόγιο; Γιατί η ανάγκη μιας τέτοιου είδους επικοινωνίας;
Θα πω μόνο ότι στην αρχή σκέφτηκα να είναι ένα ιστολόγιο που να απευθύνεται στους συναδέλφους μου, δηλαδή μόνο σε φιλολόγους... "Χάριν φίλων" του λόγου, δηλαδή. Στη συνέχεια σκέφτηκα να είναι και "χάριν φίλων" της τέχνης. Τελικά, όμως, αποφάσισα να απευθύνεται και σε πολλούς άλλους: στους πρώην και επόμενους μαθητές μου, σε όσους αγαπούν να ονειρεύονται, σε όσους πιστεύουν ακόμα στο όραμα της παιδείας, σε όσους επέλεξαν να είναι εκπαιδευτικοί από αγάπη, σε όσους αγαπούν να ταξιδεύουν, και κυρίως σε όσους αγαπούν την ανάγνωση ή μάλλον τις αναγνώσεις...σε όσους παντού και πάντα θα διαβάζουν...θα διαβάζουν κείμενα στα βιβλία, κείμενα στις εικόνες, κείμενα στα πρόσωπα των ανθρώπων... Άλλωστε, η ανάγνωση είναι ταξίδι, όχι ένα αλλά πολλά ταξίδια...
Τελικά, το ιστολόγιο αυτό απευθύνεται στα αγαπημένα πρόσωπα της ζωής μας... Απευθύνεται ακόμα σε φίλους, γνωστούς και άγνωστους, σε πρόσωπα που συνάντησα, συναντώ καθημερινά, θα συναντήσω στο μέλλον ή που δε θα συναντήσω ποτέ.
Καλά ταξίδια, λοιπόν, με βιβλία, εικόνες, μουσικές και κυρίως με όνειρα!


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικηφόρος Βρεττάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικηφόρος Βρεττάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2019

Καλοκαιρινές νύχτες της Σκανδιναβίας. Πίνακες Σκανδιναβών ζωγράφων και ένα ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου

Νύχτες Καλοκαιρινές

   Στις χώρες του Βορρά δεν πέφτει ποτέ βαθύ σκοτάδι το Καλοκαίρι. Το φως της ημέρας διατηρείται αχνό... Οι νύχτες είναι "λευκές"...νύχτες ονείρου... παραμυθένιες και μαγικές, νύχτες που αποπνέουν απόκοσμο ερωτισμό... 
 Οι Σκανδιναβοί ζωγράφοι έχουν προσπαθήσει να αποτυπώσουν εικόνες από τις καλοκαιρινές νύχτες του Βορρά, εικόνες ονείρου και μυστηρίου. Ιδού, μία επιλογή από αγαπημένους  μου πίνακες που μου θυμίζουν ένα ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου.


Edvard Munch, Καλοκαιρινή Νύχτα στην παραλία. 1902-1903. Μουσείο Berberini. Πότσδαμ. Είναι ένα από τα πολλά καλοκαιρινά Νυχτερινά τοπία του Νορβηγού ζωγράφου.


Aksel Waldemar Johannessen (1880-1922), Καλοκαιρινή νύχτα. Γύρω στα 1920. Μία εξπρεσιονιστική νύχτα Καλοκαιριού. Σ' ένα πραγματικά απόκοσμο τοπίο οι φιγούρες ενός άνδρα και μίας γυναίκας συναντώνται στην άκρη του μονοπατιού που περνά μέσα από το άνοιγμα ενός φράκτη...


Richard Bergh, Καλοκαιρινό βράδυ. 1899-1900. Gothenburg Μουσείο Τέχνης. Ένας άνδρας και μία γυναίκα κοιτάζουν το "ελαφρό τοπίο που θαρρείς πως στηρίζεται στο φως...".

Νικηφόρος Βρεττάκος, Ένα βράδυ ο κόσμος

Ηρεμία, βαθιά, ελαφρό τοπίο
που θαρρείς πως στηρίζεται στο φως 

κ’ επιπλέει και μαζί του ο ουρανός
 μετακινιέται απάνω του όλος θείο 
χρώμα απ’ τη δύση. Τι ‘ναι ένα βιβλίο; 
Τι’ ναι ένας ποιητής εμπρός σ’ αυτό; 
Αεράκι έχει γίνει φωτεινό
το βαρύ που είχα πάνω μου φορτίο.

Και δεν ξέρω που πρέπει να στραφώ 
και δεν ξέρω σε ποιον πρέπει να ειπώ, 
στη ζωή ή στο θάνατο, αντίο. 


P. S. Krøyer (1851-1909), Καλοκαιρινό βράδυ στην παραλία του Σκάγκεν. Ο ζωγράφος και η γυναίκα του. 1899. Μουσείο του Σκάγκεν.  Ένα καλοκαιρινό βράδυ "Αεράκι έχει γίνει φωτεινό το βαρύ που είχα πάνω μου φορτίο".

Edvard Munch, Ερωτισμός ένα καλοκαιρινό βράδυ. 1891. Μουσείο Munch. Όσλο. Ένα καλοκαιρινό βράδυ οι φιγούρες μίας γυναίκας και ενός άνδρα στο βάθος του μονοπατιού... Σε πρώτο πλάνο μία ηλικιωμένη γυναίκα..."Και δεν ξέρω που πρέπει να στραφώ 
και δεν ξέρω σε ποιον πρέπει να ειπώ, 
στη ζωή ή στο θάνατο, αντίο"

Harald Sohlberg (1869-1935), Καλοκαιρινή Νύχτα. 1899.  Εθνική Πινακοθήκη της Νορβηγίας. Όσλο.  Ένα καλοκαιρινό βράδυ "Ηρεμία, βαθιά, ελαφρό τοπίο
που θαρρείς πως στηρίζεται στο φως 
κ’ επιπλέει και μαζί του ο ουρανός
 μετακινιέται απάνω του όλος θείο 
χρώμα απ’ τη δύση".

P. S. Krøyer (1851-1909), Καλοκαιρινό βράδυ στη βόρεια παραλία του Σκάγκεν. 1893. Μουσείο του Σκάγκεν. Σκάγκεν. Ένα βράδυ "ηρεμία, βαθιά..."



Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2018

Στρατιώτες στο Αλβανικό Μέτωπο. Ένα ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου και φωτογραφίες του Δημήτρη Χαρισιάδη

Στρατιώτες στον  πόλεμο. Αλβανικό Μέτωπο. 1940.

   Ας κάνω μία επετειακή ανάρτηση για ακόμη μια φορά. 

   Σαν σήμερα, στις 28 Οκτωβρίου 1940, άρχισε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος στο Αλβανικό Μέτωπο και η Ελλάδα εισήλθε στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο με τους Έλληνες να αμύνονται για τα πάτρια εδάφη... Σαν σήμερα, λοιπόν, γιορτάζουμε κάθε χρόνο την αρχή του πολέμου. Θυμόμαστε-τους θυμόμαστε; αναρωτιέμαι-αυτούς που με ενθουσιασμό και ορμή ξεκίνησαν για να πολεμήσουν στο Αλβανικό Μέτωπο. 
 Για αυτό, ας δούμε κάποιες εικόνες από το φωτογραφικό φακό ενός σημαντικού φωτογράφου, του Δημήτρη Χαρισιάδη, με σκηνές από την καθημερινή ζωή των στρατιωτών στο Αλβανικό Μέτωπο και ας διαβάσουμε ένα αντιπολεμικό ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου. "Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο Μέτωπο", είναι ο τίτλος του. Ο φωτογράφος και ο ποιητής,  ο Χαρισιάδης και ο Βρεττάκος, υπηρέτησαν και οι δύο στο Αλβανικό Μέτωπο, γνώρισαν τη θύελλα του πολέμου και έζησαν τις στιγμές που αποτύπωσαν φωτογραφικά και ποιητικά...

Δημήτρης Χαρισιάδης, Χιονοθύελλα κοντά στον ποταμό Δεβόλη. 1940. Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη.


Δημήτρης Χαρισιάδης, Στρατιωτική κατασκήνωση στο Αλβανικό Μέτωπο. 1940. Φωτογραφικά Μουσεία Μπενάκη.

Δημήτρης Χαρισιάδης, Στρατιωτική κατασκήνωση στο Αλβανικό Μέτωπο. 1940. Φωτογραφικά Μουσεία Μπενάκη.

Νικηφόρου Βρεττάκου, Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο μέτωπο

Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε;
Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο
να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας
βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο
με μια ποδιά ζεστασιά και κατιφέδες από το σπίτι μας.
Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντιλιού:
ένας κόσμος χαμένος.

Δημήτρης Χαρισιάδης, Αλβανική Εκστρατεία. 1940. Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη.

Δημήτρης Χαρισιάδης, Έφιπποι στρατιώτες στο Αλβανικό Μέτωπο. 1940. Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη.


Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκαλιασμένες.

Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ' τα υψώματα του Μοράβα,
ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ' τ' αρπάγια της Τρεμπεσίνας.
Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο,
διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.

(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια
της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).



Δημήτρης Χαρισιάδης, Μεταγωγικά στην όχθη του ποταμού Δεβόλη. 1940. Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη.

Δημήτρης Χαρισιάδης, Στρατιώτες και ημιονηγοί στο Αλβανικό Μέτωπο. 1940. Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη.

Δημήτρης Χαρισιάδης, Στρατιώτης σε ανοιχτό παράθυρο στο Αλβανικό Μέτωπο. 1940. Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη.

Δημήτρης Χαρισιάδης, Στρατιώτης διαβάζει γράμμα. 1940. Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη.

Δε θα μου πήγαινε αυτή η προσβολή περασμένη υπό μάλης,
δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ,
γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος,
αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν
αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα
μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ' το χέρι του θεού
να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του.


Δημήτρης Χαρισιάδης, Στρατιώτες στη σειρά για το συσσίτιο στο Αλβανικό Μέτωπο. 1940. Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη.


Δημήτρης Χαρισιάδης, Στρατιώτες τρώνε στο Αλβανικό Μέτωπο. 1940. Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη.

Δημήτρης Χαρισιάδης, Συσσίτιο στο Αλβανικό Μέτωπο. 1940. Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη.


Η νύχτα μάς βελονιάζει τα κόκαλα μέσα στ' αμπριά*·
εκεί μέσα
μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ' ασπαζόμαστε
μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας
το κλουβί στο παράθυρο, τα μάτια των κοριτσιών,

το φράχτη του κήπου μας, όλα τα σύνορά μας,
την Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα*,
που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ' το χιόνι,
που μας διπλώνει στη μπόλια της πριν απ' το θάνατο.



Δημήτρης Χαρισιάδης, Στρατιώτες στο Αλβανικό Μέτωπο σε ώρες χαλάρωσης. 1940. Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη.

Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα επιζήσουμε.
Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας
αμέτρητοι,
Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι.
Ένας μεγάλος καταυλισμός είναι η έννοια της αρετής.
Το ότι πεθάναν, δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκεί,
με τις λύπες, τα δάκρυα και τις κουβέντες τους.
Ο ήλιος σας θα 'ναι ακριβά πληρωμένος.
Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά,
σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε.


Δημήτρης Χαρισιάδης, Ξεψήρισμα στρατιώτη. 1940. Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη.


Δημήτρης Χαρισιάδης, Στρατιώτες που πλένονται στο Αλβανικό Μέτωπο. 1940. Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη.


(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια
της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).


Δημήτρης Χαρισιάδης, Παιδιά που παίζουν με ξύλα σε χωριό της Αλβανίας. 1940. Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη.


Δημήτρης Χαρισιάδης, Αγόρι δίπλα σε βρύση σε χωριό της Αλβανίας. 1940. Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη.



http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSDIM-E111/322/2164,7893/

https://www.benaki.gr/index.php?option=com_collections&view=creator&collectionId=20&id=111&lang=el

Κυριακή 26 Αυγούστου 2018

Πανσέληνος του Αυγούστου. Ένα ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου και πίνακες του Δανού ζωγράφου Ηarald Slott Møller

Ο δρόμος του φεγγαριού

Ηarald Slott Møller (1864-1937), Βραδιά του Αυγούστου στη βεράντα.
Τρεις φιγούρες, δύο γυναίκες και ένας άνδρας, διακρίνονται αχνά στη βεράντα. Συντροφιά τους ένα σκυλάκι. Μαγική ατμόσφαιρα με το φως από τα φαναράκια. Στο βάθος ο ουρανός φωτίζεται από το φεγγάρι.

Αυγουστιάτικη πανσέληνος σήμερα. Η τελευταία του Καλοκαιριού! Για αυτό, ας ακολουθήσουμε το δρόμο του φεγγαριού μ' ένα λυρικό ποίημα του αγαπημένου μας Νικηφόρου Βρεττάκου και ας δούμε πίνακες με φεγγαροβραδιές του Δανού ζωγράφου Ηarald Slott Møller (1864-1937).

Ηarald Slott Møller (1864-1937), Σεληνόφως.
Ένα ζευγάρι παρακολουθεί το φως του φεγγαριού στην επιφάνεια του νερού.

Νικηφόρος Βρεττάκος, Ο δρόμος του φεγγαριού
Στρωμένος με φύλλα μαλακού χρυσαφιού

που σαλεύανε λάμποντας πάνω στη θάλασσα,

σπατάλη αμύθητου φωτός ο δρόμος του φεγγαριού.

Μεσάνυχτα, Αύγουστος. Με μεγάλη πανσέληνο.

Αν σταματούσε το καράβι κι’ αν ο χρόνος

δε συνέχιζε ακόμη νάναι χρόνος

πετώντας τα κλειδιά που βάραιναν τις ζώνες μας

θα δρασκελούσαμε αλαφρά την κουπαστή και ξάφνου

πηδώντας μέσα στη θεϊκιά κοιλάδα, θα βαδίζαμε

τραβώντας ίσα για τον τέλειο χρόνο,

την τέλεια μουσική, την τέλεια ποίηση.

Χέρι με χέρι, χορευτά σχεδόν, μες απ’ ολόχρυσες

ριπές φωτός μες στη λαμπρή άπλα, θα προχωρούσαμε

όπως δυό κύκνοι με ψηλά πόδια

κάτω από τ’ άπειρο.


Ηarald Slott Møller (1867-1934), Μία λευκή πύλη στο λιβάδι με την πανσέληνο.


Ηarald Slott Møller (1867-1934), Δύο λευκοφορεμένες γυναίκες με κύκνους στο φως του φεγγαριού.


Τρίτη 3 Ιουλίου 2018

Καλοκαιρινές λιακάδες. Νικηφόρος Βρεττάκος και Lillian Genth

  Στο φως της καλοκαιρινής λιακάδας. Νικηφόρος Βρεττἀκος, "O Χορός του Κορυδαλλού"
και πίνακες για το καλοκαίρι της  Lillian Mathilde Genth (1876-1953)

    Ήλθε και ο Ιούλιος! Είναι για ακόμη μια φορά Καλοκαίρι. Ας κάνω μία αισιόδοξη καλοκαιρινή ανάρτηση, με φως και αγάπη. Σκέφτομαι ένα ποιητή που έχει πολλές αναφορές στην ποίησή του για το φως και την αγάπη, τον τρυφερό Νικηφόρο Βρεττάκο. Επιλέγω αποσπάσματα από το ποιητικό έργο "Ο Xορός του Κορυδαλλού" και τα συνοδεύω με εικόνες της Αμερικανίδας ιμπρεσιονίστριας ζωγράφου Lillian Mathilde Genth (1876-1953).

Lillian Genth (1876-1953), Καλοκαιρινό πρωινό.  Στο φως του πρωινού ήλιου, σκεφτική στην παραλία.


Lillian Genth (1876-1953),  Καλοκαιρινό απόγευμα. Σε περισυλλογή στη λιακάδα του καλοκαιρινού απογεύματος .

"... Μου βάσταξες τις σκαλωσιές του ήλιου – ώσπου αναλήφθηκα.
Είδα τον κόσμο από το ύψος του τελευταίου φωτός.
Είσαι συ, που με βοήθησες ν’ ανακαλύψω λοιπόν
πως ο κόσμος γυρίζει έξω απ’ τη νύχτα.
Πως ο άνθρωπος είναι ένα σύστημα ήλιου. Πως όλα
τα κύτταρά μου είναι λίμνες που αναδίνουνε φως…

Lillian Genth (1876-1953),  Μαζεύοντας λουλούδια. Καλοκαίρι.

…Όλα λένε: «Αγάπη». Κι όταν γράφω «αγάπη» δεν έχω πια άλλο.
Αλλά εγώ σ’ αγαπώ. Και γι’ αυτό κομματιάζω
τη λέξη «αγάπη» σε χιλιάδες ρινίσματα
και ζυμώνω τα χρώματα, όχι σαν να ’ναι να ειπώ ή να γράψω, αλλά
σα να ’μαι ο παντοκράτορας ενός μεγάλου περιβολιού
και να θέλουν τα χέρια μου να υφάνουνε κρίνα…"

Aποσπάσματα από το ποιητικό έργο "Ο Χορός του Κορυδαλλού" που ανήκει στην ποιητική συλλογή "O Χρόνος και το Ποτάμι". 1957.


Lillian Genth (1876-1953), Καλοκαιρινή μελωδία. 

Lillian Genth (1876-1953), Σε σκιερό μέρος.

Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2018

Ύπνος. Ένα ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου

                 Νικηφόρος Βρεττάκος, Ύπνος

Felice Casorati (1883-1963),  Tα όνειρα της ροδιάς. 1912-1913.  Ιδιωτική Συλλογή.


Πάνω στο λόφο σού' στρωσα πευκοβελόνες
κι έριξα πάνω τους αχτίδες ήλιου κι από πάνω
σου ‘στρωσα ένα χαμόγελο να μην κόβεται το κορμί σου.

Κι είπα στο χρόνο να μη σε ξυπνήσει.
Ή, πιο καλά, να σε ξυπνήσει όσο μπορούσε αργότερα,
γιατί πολλές φορές τα πράγματα γίνονται μια φορά
κι ας είναι οι μέρες όλες ίδιες και ο ήλιος αιώνιος.


Arthur Hughes (1832-1915), Στο γρασίδι. 1864-65. Museums Sheffield.


Πέμπτη 27 Ιουλίου 2017

Νυχτερινές ιστορίες της Sally Storch και Βραδιάζει του Νικηφόρου Βρεττάκου

Βραδιάζει...

   Καθώς βραδιάζει, ανακάλεσα την εικόνα ενός αγαπημένου πίνακα μίας σύγχρονης Αμερικανίδας ζωγράφου, της Sally Storch. 
    Βραδυάζει ή έχει βραδυάσει...Μία γυναίκα έχει αφήσει το βιβλίο της στο κρεβάτι και κοιτάζει από το παράθυρο, τα φωτισμένα παράθυρα των απέναντι κτιρίων. Δεν βλέπουμε το πρόσωπό της...είναι μόνη στο δωμάτιο...

Sally Storch, Νυχτερινές Ιστορίες. 2008.  Ιδιωτική Συλλογή.
Το βιβλίο ανοιγμένο... Μία γωνία ενός δωματίου με απαλό φως...Μπορεί να βρίσκεται στο υπνοδωμάτιο του σπιτιού της ή στο δωμάτιο ξενοδοχείου.  Γλυκύτατη μελαγχολία αποπνέει η σκηνή...


Νικηφόρος Βρεττάκος, Βραδιάζει

Βραδιάζει στόν κόσμο, τά παράθυρα κλείνουν
ἀνάβει τό φῶς καί τό ξένο δωμάτιο γίνεται
ὁ κόσμος. Τά λίγα βιβλία μου πᾶνε
κ’ ἔρχονται τότε, διασχίζουν τό χῶρο,
σά νἆναι πρόσωπα φιλικά πού στά χέρια τους
κρατᾶνε ψωμί, νερό φροῦτα, φάρμακα.
Κ’ ἕνα ἀπ’ ὅλα τή νύχτα, ἀνοιχτό στίς σελίδες
πού κλείνουν τά μάτια μου, μένει κοντά μου,
στήν κουβέρτα μου πάνω– φύλακας ἅγγελος
πού ἕπεσε μπρούμυτα κι ἀκούει τήν καρδιά μου.
Edward Hopper, Νυχτερινά παράθυρα. 1928. Ιδιωτική Συλλογή. 
Οι φωτορεαλιστικές εικόνες της Sally Storch έχουν εμφανείς αναφορές στο έργο του μεγάλου Αμερικανού ζωγράφου Edward Hopper (1888-1964), που έχει απεικονίσει στιγμιότυπα της μοναχικής ζωής των κατοίκων των μεγάλων αστικών κέντρων.

Edward Hopper, Δωμάτιο στο Μπρούκλιν. 1932. Μουσείο Καλών Τεχνών. Βοστόνη.

http://sallystorch.com/work/
http://nikiforosvrettakos.gr/post/vradiazei-2014-01-13

Παρασκευή 30 Ιουνίου 2017

Καλοκαίρι. Από το Μεσουράνημα της φωτιάς του Νικηφόρου Βρεττάκου

Νικηφόρος Βρεττάκος, Το Μεσουράνημα της Φωτιάς
...Καλοκαίρι, μὴν πίστεψες πὼς δὲ συλλογιέμαι !
Ἡ σκέψη μου εἶναι ἀγάπη κι ἡ ἀγάπη μου σκέψη.
Μυστηριακή θεία δύναμη ποὺ ἀναθρώσκει
ἀπ’ τὰ βάθη μου, ἀντανακλᾶ καὶ στολίζει
μὲ τὴν ἐξαίσιά της λάμψη τὸ μηδὲν καὶ τὴ νύχτα.
Μὴ ρωτῆστε ποῦ πέφτουν τὰ ποτάμια τῆς γῆς
τὶ στηρίζουν οἱ κορφές τῶν βουνῶν
τὶ κρύβει ἀπὸ πάνω μας ἡ μεγάλη φωτιά.
Δὲ ρωτῶ γι’ ἄλλο τίποτα.
Τραγουδῶ σὰν πουλὶ στ’ ἀκρινότερο δέντρο τοῦ κόσμου:
Ἀγαπῶ, ἄρα ὑπάρχω.
ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1ος τόμος, 1981

P.S. Krøyer, Καλοκαιρινό βράδυ στο Σκάγκεν. Η σύζυγος του ζωγράφου και ο σκύλος τους στην παραλία. 1892.  

https://en.wikipedia.org/wiki/Summer_Evening_at_Skagen._The_Artist%27s_Wife_and_Dog_by_the_Shore
http://nikiforosvrettakos.gr/post/to-mesoyranima-tis-fotias-2015-07-19

Σάββατο 13 Μαΐου 2017

Ποιήματα για τη μητέρα. Νικηφόρος Βρεττάκος, Η μητέρα μου στην εκκλησία

Νικηφόρος Βρεττάκος, η μητέρα μου στην εκκλησία

Απόστολος Γεραλής (1886-1983), στην εκκλησία. 1914.

Θεόδωρος Ράλλης (1852-1900), Ευλάβεια.


   Ο βαθύτατα ανθρωπιστής Νικηφόρος Βρεττάκος με συγκινεί ιδιαίτερα με το τρυφερό ποίημα "η μητέρα μου στην εκκλησία" (1957). Το ποιητικό υποκείμενο μας μεταφέρει με συγκρατημένο λυρισμό την εικόνα της μαυροφορεμένης μητέρας με τη μαντήλα στο κεφάλι να πηγαίνει στην εκκλησία. Μία ξεχασμένη εικόνα από την ελληνική ύπαιθρο. Ιδού ένα απόσπασμα...


Άλλαξε τη μπόλια* της η μητέρα μου κι ετοιμάστηκε
να πάει στην εκκλησία. 
Καθαρή σαν αστέρι, 
παρόλα τα μαύρα της, κατεβαίνει τα πέτρινα 
σκαλοπάτια κοιτάζοντας την ευγένεια του ήλιου
και τις άσπρες πορτοκαλιές. Δεν ξέρει η μητέρα μου 
τι είναι ο ήλιος. Τον φαντάζεται αγάπη 
που ανατέλλει στον ουρανό — δεν ξέρει η μητέρα μου. 

Δεν ξέρει αν ήτανε Σάββατο χτες, 
δεν ξέρει αν αύριο είναι Δευτέρα. 
Ωστόσο τις μέρες τις γνωρίζει καλά. 
Η Κυριακή μυρίζει βασιλικό 
κι η φωνή της καμπάνας είναι γλυκιά. 
Δεν ξέρει πώς γίνεται. Γύρω της όλα 
φαίνονται φρέσκα, δείχνουν αλλιώς. 
...

Απόστολος Γεραλής (1886-1983),  Στην εκκλησία.

Θεόδωρος Ράλλης (1852-1909), Στιγμή περισυλλογής.