Άννας Αγγελοπούλου Ιστολόγιο Χάριν Λόγου και Τέχνης, Χάριν Φίλων

"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.
Το βρήκα γραμμένο σ᾽ένα ξεχασμένο λεύκωμα της μητέρας μου. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 τέτοια αποφθέγματα σημείωναν οι μικρές μαθήτριες...
Γιατί θέλω ένα ιστολόγιο; Γιατί η ανάγκη μιας τέτοιου είδους επικοινωνίας;
Θα πω μόνο ότι στην αρχή σκέφτηκα να είναι ένα ιστολόγιο που να απευθύνεται στους συναδέλφους μου, δηλαδή μόνο σε φιλολόγους... "Χάριν φίλων" του λόγου, δηλαδή. Στη συνέχεια σκέφτηκα να είναι και "χάριν φίλων" της τέχνης. Τελικά, όμως, αποφάσισα να απευθύνεται και σε πολλούς άλλους: στους πρώην και επόμενους μαθητές μου, σε όσους αγαπούν να ονειρεύονται, σε όσους πιστεύουν ακόμα στο όραμα της παιδείας, σε όσους επέλεξαν να είναι εκπαιδευτικοί από αγάπη, σε όσους αγαπούν να ταξιδεύουν, και κυρίως σε όσους αγαπούν την ανάγνωση ή μάλλον τις αναγνώσεις...σε όσους παντού και πάντα θα διαβάζουν...θα διαβάζουν κείμενα στα βιβλία, κείμενα στις εικόνες, κείμενα στα πρόσωπα των ανθρώπων... Άλλωστε, η ανάγνωση είναι ταξίδι, όχι ένα αλλά πολλά ταξίδια...
Τελικά, το ιστολόγιο αυτό απευθύνεται στα αγαπημένα πρόσωπα της ζωής μας... Απευθύνεται ακόμα σε φίλους, γνωστούς και άγνωστους, σε πρόσωπα που συνάντησα, συναντώ καθημερινά, θα συναντήσω στο μέλλον ή που δε θα συναντήσω ποτέ.
Καλά ταξίδια, λοιπόν, με βιβλία, εικόνες, μουσικές και κυρίως με όνειρα!


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Γκάτσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Γκάτσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Απριλίου 2017

Ποιήματα για τη Μεγάλη Εβδομάδα. Νίκος Γκάτσος, Μέρες Επιταφίου και Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (El Greco)

Νίκου Γκάτσου, Μέρες Επιταφίου

   
   Οδεύομεν προς το τέλος της Μεγάλης Εβδομάδας, της Εβδομάδας των Παθών του Κυρίου. Για αυτό, "Μέρες Επιταφίου" από τον ποιητή Νίκο Γκάτσο πλαισιωμένες από πίνακες του μοναδικού Δομήνικου Θεοτοκόπουλου.


Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (El Greco), H Παρθένος Μαρία. 1585. Μουσείο Καλών Τεχνών. Στρασβούργο.

Μεγάλη Δευτέρα

Περίμενέ με μάνα μου περίμενέ με ακόμα
ώσπου να φτάσει η άνοιξη στο παγωμένο χώμα.

Περίμενέ με μάνα μου σαν το πουλί του νότου

που σμίγει μάτι και φτερό να βρει τον ουρανό του.


Περίμενέ με μάνα μου κάποια Παρασκευή σου

στην πύλη του παράδεισου στο φρέαρ της αβύσσου.


Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (EL Greco), Μαρία Μαγδαληνή. 1585- 1590. Moυσείο Cau Ferrat.

Μεγάλη Τρίτη


Κάτω απ’ τα λάβαρα της Ρώμης
στην τέντα της Μαγδαληνής
εσύ πατέρας της συγγνώμης
κι εμείς παιδιά της ηδονής.

Βραχνή ακούστηκε η κραυγή

στα καπηλειά της πολιτείας

εσύ αμνίον για σφαγή

κι εμείς κριοί της αμαρτίας.


Δε σε πτοήσαν οι Πιλάτοι

ούτ’ ο καιρός που ειν΄ εγγύς

εσύ στων ουρανών τα πλάτη

κι εμείς παρείσακτοι της γης.


Μεγάλη Τετάρτη


Τετάρτη των τεφρών και των παθών
ο θάνατος δεν έχει παρελθόν.
Τετάρτη των ψυχών και των αγγέλων
ο θάνατος δεν έχει ούτε μέλλον.

Του σύμπαντος ηχεί το εκκρεμές

ξυπνήστε ν’ αποδώσουμε τιμές.

Φανήκαν οι ουράνιοι στρατηλάτες

σα σκοτεινού Ρουβίκωνα Γαλάτες.


Της γης αναθαρρήσαν οι πληγές.

Πότε θ’ ανάψει ο ήλιος πυρκαγιές

να κάψουν το παλάτι του Ηρώδη

και τ’ άνθος του κακού να γίνει ρόδι.


Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (El Greco), o Χριστός στο όρος των Ελαιών. 1600-1610. Μουσείο Καλών Τεχνών. Λιλ Γαλλίας. Ένα αριστούργημα. 

Μεγάλη Πέμπτη


Αυτός που κρέμασε τον ήλιο
στο μεσοδόκι τ’ ουρανού
κρέμεται σήμερα σε ξύλο
ίλεως Κύριε γενού!
Και στ’ ασπαλάθια της ερήμου
μια μάνα φώναξε: «παιδί μου»!

Με του Απριλιού τ’ αρχαία μάγια

με των δαιμόνων το φιλί

μπήκε στο σπίτι κουκουβάγια

μπήκε κοράκι στην αυλή.

Κι όλα τ‘ αγρίμια στο λαγκάδι

πήραν το δρόμο για τον Άδη.


Θα ξανασπείρει καλοκαίρια

στην άγρια παγωνιά του νου

αυτός που κάρφωσε τ’ αστέρια

στην άγια σκέπη τ’ ουρανού.

Κι εγώ κι εσύ κι εμείς κι οι άλλοι

θα γεννηθούμε τότε πάλι.


Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (El Greco), o Χριστός προσεύχεται. 1595-1597. Eθνική Πινακοθήκη. Πράγα.


Μεγάλη Παρασκευή

Βαριά τα βήματά μου σέρνω
στο φως της μέρας το θαμπό
κρίνα της άνοιξης σου φέρνω
και στο σταυρό σου τ’ ακουμπώ
φίλε δακρυοπότιστε
των πρωτίστων πρώτιστε.
των πρωτίστων πρώτιστε.

Άρρωστος κύλησε ο αιώνας

κι ο ήλιος βγαίνει μισερός

σαν το φτερό της χελιδόνας

που το σακάτεψε ο καιρός

φίλε τρισμακάριστε

των αρίστων άριστε.

των αρίστων άριστε.

Σήμερα ο Άδης ηνεώχθη

γεφύρι εγίνη ο Γολγοθάς

και στου θανάτου εσύ την όχθη

άφατο δρόμο ακολουθάς

έγγιστε κι ανέγγιστε

των μεγίστων μέγιστε.

των μεγίστων μέγιστε.


Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (El Greco), Ο Χριστός αίρων τον σταυρόν του μαρτυρίου. 1577-1587. Μητροπολιτικο Μουσείο Τέχνης. Νέα Υόρκη.

Μέγα Σάββατον


Όλα στερέψαν σιγά σιγά.
Τα περιστέρια πετούν αργά
σε λίμνες άνυδρες βάλτους υγρούς
σε διψασμένους κήπους κι αγρούς.

Πίσω απ’ τους λόφους τους χαμηλούς

με τους προφήτες και τους τρελούς

στέκουν παράμερα τρία παιδιά

σα γλαροπούλια στην αμμουδιά.


Μες στων καιρών την ανημποριά

διώξε το γρέγο και το βοριά

και ξαναγύρισε ήλιε στη γη

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2016

Της μοναξιάς. Ένα ποίημα του Νίκου Γκάτσου για το φεγγάρι και πίνακας ζωγραφικής του Ilya Repin

Nίκος Γκάτσος, Της μοναξιάς

Της μοναξιάς είναι ένα από τα "αθησαύριστα" πρώιμα ποιήματα του Νίκου Γκάτσου. Ανήκει στο  πρό της Αμοργού εποχής ποιητικό του έργο (1931-1933).  Ίσως το βρείτε πολύ διαφορετικό από τα γνωστά μελοποιημένα ποιήματα του Γκάτσου. Είναι μάλλον πολύ "ρομαντικό" και "παλαιομοδίτικο". Όμως μου αρέσει η δεύτερη στροφή που αναφέρεται στο φεγγάρι.  Μοναξιά, μελαγχολική διάθεση και θλίψη, νοσταλγία για τα χρόνια που πέρασαν, αισθάνεται το ποιητικό υποκείμενο βλέποντας το φεγγάρι.
   Ο πίνακας του Ρώσου ζωγράφου Ilya Repin νομίζω πως ταιριάζει στην ποιητική ατμόσφαιρα.

Ilya Repin, Nύχτα με φεγγάρι. 1896. Ιδιωτική Συλλογή.

Nίκος Γκάτσος, Της μοναξιάς

Ἐσὺ βραδιά, ποὺ ἄπλωσες γύρω τὰ μαῦρα σου φτερά,
κι’ εἶσαι μονάχος σύντροφος στοῦ κήπου τὴ βεράντα,
ἔλα νὰ κλάψουμε μαζὶ τὰ νιᾶτα σὰν τὰ κρύα τὰ νερὰ
ποὺ εἶχα δικά μου κάποτες καὶ τἄχασα γιὰ πάντα!

Κι’ ἐσύ, φεγγάρι, ποὺ περνᾶς μέσα στὰ σύννεφα γοργά,
κι’ ὅλα τὰ λούζεις στὸ ἄϋλο φῶς καὶ στὰ ἀσημένια κάλλη
Κάποιας ζωῆς ἀπόκοσμης, τώρα, ποὺ ἡ νύχτα ἀναριγᾶ,
πές μου, φεγγάρι, τὰ παλιὰ δὲ θὰ ξανάρθουν πάλι;

Γύρω τριγύρω μου ἐρημιά… Σὲ νιώθω, τῆς ψυχῆς μου καημέ,
τόσο, ποὺ μέσα στὴ ζωὴ δὲ σ’ ἔνιωσα ποτέ μου!…
Εἶσαι μιὰ θλίψη ὁλότρεμη καὶ μιὰ πικρὴ λαχτάρα, –ὠϊμέ!–
σὰ σιγανὸ μὲς στὰ κλαριὰ ψιθύρισμα τοῦ ἀνέμου…

Τίποτα! Μόνο ἐρείπια μιανῆς χαρᾶς πολὺ γοργῆς
κι’ ἕνα τραγοῦδι μακρυνὸ στῆς νύχτας τὸ μυστήριο…
Καὶ συλλογιέμαι, τί μπορεῖ ἄλλο σ’ αὐτὴ τὴ μάταιη γῆς
ἔτσι βαθιά μου ν’ ἀντηχεῖ, –σαν πένθιμο ἐμβατήριο!

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Εστία, τχ. 119-120, 1 & 15 Δεκ. 1931, σελ. 1255.