Άννας Αγγελοπούλου Ιστολόγιο Χάριν Λόγου και Τέχνης, Χάριν Φίλων

"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.
Το βρήκα γραμμένο σ᾽ένα ξεχασμένο λεύκωμα της μητέρας μου. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 τέτοια αποφθέγματα σημείωναν οι μικρές μαθήτριες...
Γιατί θέλω ένα ιστολόγιο; Γιατί η ανάγκη μιας τέτοιου είδους επικοινωνίας;
Θα πω μόνο ότι στην αρχή σκέφτηκα να είναι ένα ιστολόγιο που να απευθύνεται στους συναδέλφους μου, δηλαδή μόνο σε φιλολόγους... "Χάριν φίλων" του λόγου, δηλαδή. Στη συνέχεια σκέφτηκα να είναι και "χάριν φίλων" της τέχνης. Τελικά, όμως, αποφάσισα να απευθύνεται και σε πολλούς άλλους: στους πρώην και επόμενους μαθητές μου, σε όσους αγαπούν να ονειρεύονται, σε όσους πιστεύουν ακόμα στο όραμα της παιδείας, σε όσους επέλεξαν να είναι εκπαιδευτικοί από αγάπη, σε όσους αγαπούν να ταξιδεύουν, και κυρίως σε όσους αγαπούν την ανάγνωση ή μάλλον τις αναγνώσεις...σε όσους παντού και πάντα θα διαβάζουν...θα διαβάζουν κείμενα στα βιβλία, κείμενα στις εικόνες, κείμενα στα πρόσωπα των ανθρώπων... Άλλωστε, η ανάγνωση είναι ταξίδι, όχι ένα αλλά πολλά ταξίδια...
Τελικά, το ιστολόγιο αυτό απευθύνεται στα αγαπημένα πρόσωπα της ζωής μας... Απευθύνεται ακόμα σε φίλους, γνωστούς και άγνωστους, σε πρόσωπα που συνάντησα, συναντώ καθημερινά, θα συναντήσω στο μέλλον ή που δε θα συναντήσω ποτέ.
Καλά ταξίδια, λοιπόν, με βιβλία, εικόνες, μουσικές και κυρίως με όνειρα!


Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

Γ. Παυλόπουλος, Τα Αντικλείδια



Γ. Παυλόπουλου, Τα Αντικλείδια

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για να ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.

Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.



Έχοντας προσπαθήσει να ερμηνεύσουν το ποίημα Τα Αντικλείδια

Το ποίημα, το οποίο έχει ως θέμα του την υφή/τη φύση και τον ορισμό της ίδιας της ποίησης, θέτει ερωτήσεις που φαίνονται δύσκολες, ακόμα και αναπάντητες. Για παράδειγμα: Αν η ποίηση είναι πόρτα, σε τι είναι πόρτα; Όταν κοιτάμε μέσα, σε τι μέσα κοιτάμε. Αν η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή, γιατί χρειαζόμαστε αντικλείδια; Πώς εξηγείται η λογική αντίφαση ότι «η πόρτα δεν άνοιξε ποτέ για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος»;  Και τελικά, ποιο είναι το κλειδί για την ποίηση και ποιος το κατέχει;

 «...Ίσως όμως κάτι μπορούμε να καταλάβουμε από το νόημα του ποιήματος χωρίς να απαντήσουμε όλες αυτές τις ερωτήσεις. Η ποίηση, μας λέει ο ποιητής, είναι μια πόρτα ανοιχτή. Μερικοί συναντούν την πόρτα και την προσπερνούν. Δεν κοιτάζουν για τίποτα, αλλά και ούτε βλέπουν τίποτα. Αυτοί όμως που βλέπουν κάτι και που συναρπάζονται από τη μαγεία του, προσπαθούν να μπουν μέσα, προσπαθούν να δουν περισσότερα. Η πόρτα (η ποίηση) τότε κλείνει και δεν υπάρχει κλειδί για αυτήν. Αναπόφευκτα μερικοί χάνουν όλη τους τη ζωή ψάχνοντας για το ανύπαρκτο κλειδί που θα τους ανοίξει την πόρτα της ποίησης, θα τους επιτρέψει να εννοήσουν τη φύση της. Δυστυχώς ή ευτυχώς, το μόνο που μπορεί να κάνει κανείς, είναι αντικλείδιαδηλαδή ποιήματα. Με άλλα λόγια, η κατανόηση του ποιητικού κόσμου, αυτό που προσπαθούμε να αρπάξουμε με το μάτι μας όταν κοιτάμε μέσα, μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τα ποιήματα που δημιουργούμε...» 


(βλ. Γ. Αναγνωστόπουλος, «Γιώργης Παυλόπουλος-Ποιητής ολίγων λέξεων και πολλών ιδεών», περ. Γράμματα και Τέχνες, τχ. 83 (Φεβρ.-Μάιος 1998), σ. 31-36.  


Προσοχή! Πολλοί είναι αυτοί που προσπερνούν και όχι μερικοί.)

 «...Το κλειδί είναι ένα, τα αντικλείδια πολλά όμως. Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ για όσους μπόρεσαν να δουν στο βάθος. Το βάθος είναι απροσπέλαστο. Αυτό σημαίνει ότι η ποίηση δεν μπορεί να κατακτηθεί ως ουσία; Ας θυμηθούμε την πλατωνική αντίληψη για το σπήλαιο. Μόλις βγουν οι ψυχές απ’ αυτό και αντικρύσουν το φως της ιδέας, τυφλώνονται από τη λάμψη του. Στιγμιαία μόνο μπορούν να το κοιτάξουν. Τα ποιήματα είναι αντικλείδια, δεν είναι κλειδιά. Είναι αντικλείδια για να ανοίξουμε την πόρτα, που είναι ανοιχτή όσο δεν θέλουμε να τη διαβούμε και που κλείνει, όταν θελήσουμε να την περάσουμε. Αναζητούμε τη μαγεία της ποίησης και μόλις θελήσουμε να γίνουμε κοινωνοί της, η πόρτα κλείνει, όπως όταν πας σε μια πηγή να ξεδιψάσεις και εκείνη στερεύει, όπως δηλ. σε ένα εφιάλτη. Επομένως, ο ποιητής είναι ένας εξόριστος από τον κόσμο της ποιητικής μαγείας. Ανήκει όμως σ’ αυτόν. Γι αυτό και η αγωνιώδης προσπάθεια να διαβεί την κλειστή της πόρτα. Επομένως, η Ποίηση δεν είναι το σύνολο των ποιημάτων που γράφτηκαν από τότε που υπάρχει κόσμος. Είναι αυτό που ποτέ δεν ειπώθηκε και ούτε πρόκειται ποτέ να ειπωθεί...» 


(βλ. Τ. Καραγεωργίου, ό.π., σ. 38-39).
Η πόρτα κλείνει γιατί «...η Ποίηση είναι ένα άπιαστο είδωλο». 
(βλ. Δ. Ν. Μαρωνίτης, «Τα αντικλείδια της ποίησης», Διαλέξεις, Στιγμή 1992, σ. 135-151)


H  ποίηση είναι κάτι το φευγαλέο, ένας κόσμος ομορφιάς και μαγείας που είναι αδύνατο να ανακαλυφθεί πλήρως από κάποιον.

H ποιητική δημιουργία παρουσιάζεται στο ποίημα ως μία ατέρμονη, αέναη προσπάθεια να συλλάβουν οι ποιητές την «αλήθεια» της Ποίησης. Η διαδικασία αυτή αισθητικοποιείται με τον ποιητικό λόγο και συγκεκριμένα με τους εξής εξής τρόπους:
-την αλληγορική αφήγηση και τον ποιητικό μύθο/παραβολή της πόρτας της Ποίησης,
-το σχήμα του κύκλου που χαρακτηρίζει την αφήγηση,
-τη σκηνοθετική σύλληψη/σκηνοθετικούς χειρισμούς,
-τον πεζολογικό τόνο, την απλή γλώσσα και το καθημερινό λεξιλόγιο, την προφορικότητα του λόγου που θυμίζει κουβέντα.
 «...Ποίηση είναι μία πόρτα ανοιχτή ως τη στιγμή που θα κοιτάξεις μέσα και πηγαίνεις να μπεις. Την ίδια ακριβώς στιγμή η πόρτα κλείνει. Έκτοτε αυτό που είδες και δεν είδες, αυτό που μόλις πρόφτασες να ιδής και χάθηκε από τα μάτια σου θα σε προκαλεί  για κάτι απροσδιόριστο, για κάτι μαγικό. Θέλεις ν’ ανοίξεις πάλι την πόρτα, θέλεις να ξαναϊδείς, όμως κλειδί δεν υπάρχει. Πηγαίνεις λοιπόν και μαθαίνεις την τέχνη του κλειδαρά. Φτιάχνοντας αντικλείδια, ελπίζεις ότι βρίσκεσαι όλο και πιο κοντά στο μυστικό της πόρτας. Θα λέγαμε ότι βρίσκεσαι όλο και πιο κοντά στο ποιητικό σου όραμα. Και δεν ξέρεις αν το κυνηγάς εσύ ή σε κυνηγά εκείνο. Ώσπου κάποτε διαπιστώνεις πως τα αντικλείδια σου είναι τα ποιήματα που φτιάχνεις, για να αποκαλύψεις κάτι που παραμένει πάντα απατηλό και φευγαλέο. Όπως μέσα στα όνειρα...»
Αυτή είναι η ερμηνεία που έδωσε ο ίδιος ο Παυλόπουλος σε συνέντευξή του στο περιοδικό Ελίτροχος. Είναι χαρακτηριστικό ότι και η συνέντευξή του χαρακτηρίζεται από αλληγορικό τόνο. Ονομάζει την τέχνη του ποιητή, την ποιητική, ως τέχνη του κλειδαρά.

Τέλος, σημειώνουμε ότι  υπάρχουν διακειμενικά στοιχεία ανάμεσα στο ποίημα Τα Αντικλείδια του Παυλόπουλου και το παρακάτω ποίημα του Κ. Καβάφη.

Κ. Καβάφη, Το πρώτο σκαλί

Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης·
«Τώρα δυο χρόνια πέρασαν που γράφω
κ’ ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Aλλοίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα·
κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ’ ανεβώ ο δυστυχισμένος.»
Είπ’ ο Θεόκριτος· «Aυτά τα λόγια
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου